Κοσμος

Η σεξουαλική βία ως πολεμικό όπλο

Οι γυναίκες και οι άντρες δοκιμάζονται με διαφορετικούς τρόπους, καθώς αναλαμβάνουν συνήθως διακριτούς ρόλους: οι άντρες στο επίκεντρο, ενώ οι γυναίκες στο περιθώριο των συγκρούσεων.

Εύα Στάμου
ΤΕΥΧΟΣ 990
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η σεξουαλική βία στον πόλεμο και οι σοβαρές κοινωνικές και ψυχικές συνέπειες.

Συχνά οι δημοσιογράφοι μα και πολλοί ερευνητές εστιάζουν στα δεινά των στρατιωτών που ακρωτηριάζονται ή υποφέρουν από μετατραυματικό σοκ, και δεν ασχολούνται στον ίδιο βαθμό με τα όσα υφίστανται οι γυναίκες – την έλλειψη τροφής και άλλων βασικών αγαθών, την ψυχολογική βία που τους ασκείται, τους εξευτελισμούς, τη σεξουαλική παρενόχληση, τους βιασμούς.

Τα σεξουαλικά εγκλήματα, μάλιστα, μπορεί να θεωρούνται από κάποιους «φυσικό» και αναπόσπαστο μέρος μιας πολεμικής σύρραξης, ως μια οργανωμένη επίθεση που σκοπεύει στην τρομοκράτηση και την ταπείνωση του πληθυσμού. Το αποτέλεσμα είναι ότι αυτού του είδους τα ειδεχθή εγκλήματα καθυστερούν πολύ να δημοσιοποιηθούν και να αποτελέσουν αντικείμενο συστηματικής μελέτης ή δικαστικής διερεύνησης.

Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών που διαρκεί ο πόλεμος στην Ουκρανία, εκατοντάδες Ουκρανές έχουν καταγγείλει κάποιας μορφής σεξουαλική επίθεση από Ρώσους στρατιώτες. Δυστυχώς, βέβαια, ο πραγματικός αριθμός κοριτσιών και γυναικών που έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση δεν μπορεί να υπολογιστεί, καθώς ο νόμος της σιωπής κρατά τα στόματα των θυμάτων και των αυτοπτών μαρτύρων περιστατικών σεξουαλικής βίας σφαλισμένα.

Γενικότερα μιλώντας, η ντροπή, το άγχος που προκαλεί η αναβίωση του τραύματος, ο φόβος για αντίποινα, η έλλειψη εμπιστοσύνης στη δικαιοσύνη, η επιθυμία αποφυγής της στιγματοποίησης είναι οι κυριότερες αιτίες που τα θύματα σεξουαλικών επιθέσεων διστάζουν να μιλήσουν για το μαρτύριό τους και προτιμούν να παραμείνουν αόρατα.

Τους τελευταίους μήνες, όμως, πληθαίνουν τα δημοσιεύματα με αναφορές στις καταγγελίες από την Ουκρανία για βιασμούς γυναικών κάθε ηλικίας από τον ρωσικό στρατό, κάτι που καταδεικνύει πως δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά –όπως ισχυρίζεται το Κρεμλίνο–, αλλά για οργανωμένο σχέδιο, με συγκεκριμένους στρατιωτικούς και πολιτικούς στόχους.

Η σεξουαλική βία είναι, άλλωστε, μια συνηθισμένη πολεμική τακτική. Παρόλο που ξέρουμε ότι χρησιμοποιήθηκε ευρέως απ’ όλες τις πλευρές κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και παρά τις μελέτες που έχουν δημοσιευθεί για τις τακτικές του Ιαπωνικού Αυτοκρατορικού Στρατού την ίδια χρονική περίοδο στην Κορέα, ο βιασμός κατά τη διάρκεια πολεμικών συρράξεων αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά ως ειδικό έγκλημα το 1992. Αφορμή γι’ αυτό αποτέλεσε ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία, με θύματα κυρίως μουσουλμάνες στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, όπου, στο διάστημα 1992 με 1995, τα καταγεγραμμένα θύματα βιασμού έφτασαν τις 60.000.

Σύμφωνα με έκθεση των Ηνωμένων Εθνών, σε πολέμους και εμφύλιες συρράξεις στη Ρουάντα, στη Δημοκρατία του Κονγκό, την Ουγκάντα, τη Δημοκρατία της Λιβερίας, το Περού και την Κολομβία, ο βιασμός ως πολεμικό όπλο υπήρξε μια συνηθισμένη κατάσταση, που άφησε πίσω της εκατοντάδες χιλιάδες θύματα.

Στην Κολομβία, μάλιστα, οι ιδιαίτερες περιστάσεις μακροχρόνιων συγκρούσεων χαμηλής έντασης ανάμεσα στην κυβέρνηση, τους αριστερούς αντάρτες και τα συνδικάτα του εγκλήματος, έχει καθιερώσει τη σεξουαλική βία ως μία πάγια τακτική επίθεσης στον εχθρό, τόσο από τους αντάρτες και τους παραστρατιωτικούς όσο και από τον στρατό.

Ο βιασμός αμάχων γυναικών και κοριτσιών χρησιμοποιείται από τους επιτιθέμενους ως εργαλείο για να καταφέρει ισχυρό πλήγμα στο ηθικό ενός λαού. Κάποιες φορές η σεξουαλική κακοποίηση γυναικών είναι η «ανταμοιβή» που υπόσχεται η στρατιωτική ηγεσία στους στρατιώτες, οι οποίοι θεωρείται ότι έχουν ανάγκη να εκτονωθούν μετά το πέρας κάποιας δύσκολης πολεμικής επιχείρησης. Συχνότερα όμως είναι η ευκαιρία του επιτιθέμενου να ταπεινώσει, να τιμωρήσει και να υποτάξει τον τοπικό πληθυσμό.

Το τραύμα της βίαιης επίθεσης αλλά και ο κοινωνικός αποκλεισμός που περιμένει συχνά τα θύματα των βιασμών και της σεξουαλικής κακοποίησης εξηγεί τα ψυχικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν για το υπόλοιπο του βίου τους, καθώς και την αύξηση των αυτοκτονιών. Το πλήγμα για τη Δημόσια Υγεία είναι ανυπολόγιστο. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, το οικονομικό βάρος που απαιτείται για να καλυφθούν οι ιατρικές και νομικές ανάγκες των χιλιάδων θυμάτων θα είναι τεράστιο για μια χώρα που στο παρόν αγωνίζεται για την ελευθερία και την επιβίωσή της.

Τις τελευταίες δεκαετίες τα Ηνωμένα Έθνη έχουν εντατικοποιήσει τις προσπάθειές τους να σταματήσουν τα σεξουαλικά εγκλήματα σε καιρό πολέμου. Πιστεύω όμως ότι είναι απαραίτητο η ηγεσία κάθε χώρας να διεξάγει μια καμπάνια ενημέρωσης, ώστε να σταματήσουμε να θεωρούμε αυτή την κατάσταση «φυσικό επακόλουθο» του πολέμου και τα θύματά της παράπλευρες απώλειες. Οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι κοινωνικοί ερευνητές και οποιοσδήποτε άλλος έχει δημόσιο βήμα θα ήταν καλό να βοηθήσουν να ακουστεί η φωνή των θυμάτων, συμβάλλοντας στη διαδικασία της αποστιγματοποίησης.

Δυστυχώς, ο βιασμός του άμαχου πληθυσμού είναι ένα ιδιαίτερα φθηνό όπλο όσων επιχειρούν να αλλάξουν την εθνική σύνθεση ενός λαού, αφού αναγκάζει ολόκληρες κοινότητες να εγκαταλείψουν εν μία νυκτί τα σπίτια τους και να απομακρυνθούν – και γι’ αυτό θα είναι πολύ δύσκολο να εξαλειφθεί ως πολεμική τακτική.

Ο μόνος τρόπος για να αλλάξει κάτι είναι να μην αδιαφορούμε και να μην ντρεπόμαστε να συζητήσουμε γι’ αυτό που συμβαίνει. Ας ακολουθήσουμε το παράδειγμα των θαρραλέων γυναικών και κοριτσιών της Ουκρανίας, όπως και αυτών σε κάθε άλλη εμπόλεμη ζώνη, που επέλεξαν να προχωρήσουν σε καταγγελίες και να μιλήσουν στον Τύπο με πρωτοφανή ειλικρίνεια για τη φρίκη που έχουν βιώσει.