- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ευρωπαϊκή αμηχανία απέναντι στο Ιράν: Διχασμοί, πιέσεις και γεωπολιτικά διλήμματα
Η Ευρώπη γνώριζε ότι αυτό μπορεί να ερχόταν. Για εβδομάδες, ηγέτες και φορείς χάραξης πολιτικής παρακολουθούσαν τη στρατιωτική ενίσχυση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και άκουγαν τις απειλές της κυβέρνησης Τραμπ προς την Τεχεράνη.
Όμως από τότε που ξεκίνησε η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά του Ιράν πριν από τρεις ημέρες, η ήπειρος εμφανίζεται στην καλύτερη περίπτωση ασυντόνιστη, αν όχι κατακερματισμένη και εμφανώς χωρίς επιρροή, παρασυρμένη στη δίνη των εξελίξεων.
Όπως αναφέρει σε ανάλυσή του το BBC, κάθε ευρωπαϊκή χώρα ανησυχεί — δικαιολογημένα — για τους πολίτες της στην περιοχή και για το αν και πώς θα χρειαστεί να εκκενώσει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους συνολικά.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ανησυχούν επίσης για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η κλιμακούμενη κρίση στη Μέση Ανατολή στους καταναλωτές στο εσωτερικό. Για παράδειγμα, στις τιμές ενέργειας και τροφίμων. Οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη εκτοξεύθηκαν σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από την έναρξη της πλήρους ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022.
Σε πολιτικό επίπεδο, η Ευρώπη δυσκολεύεται εμφανώς να βρει ενιαία φωνή απέναντι στις ταχύτατες και καταιγιστικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Οι «Τρεις Μεγάλοι» της ηπείρου — η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο — κατάφεραν το Σαββατοκύριακο να εκδώσουν κοινή δήλωση, προειδοποιώντας το Ιράν ότι είναι έτοιμοι να λάβουν «αμυντική δράση» για να καταστρέψουν την ικανότητά του να εκτοξεύει πυραύλους και drones, εκτός αν η Τεχεράνη σταματήσει τις «αδιάκριτες επιθέσεις» της.
Έκτοτε, το Ηνωμένο Βασίλειο συμφώνησε σε αμερικανικό αίτημα να χρησιμοποιηθούν δύο βρετανικές στρατιωτικές βάσεις για «αμυντικά» πλήγματα κατά ιρανικών πυραυλικών θέσεων — αν και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει επικρίνει το Λονδίνο ότι δεν έχει αναλάβει πιο ενεργό ρόλο.
Η Γαλλία ενισχύει την παρουσία της στη Μέση Ανατολή μετά από ιρανικό πλήγμα σε γαλλική βάση στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ η Γερμανία δηλώνει ότι οι στρατιώτες της παραμένουν έτοιμοι για «αμυντικά μέτρα» εάν δεχθούν επίθεση, χωρίς ωστόσο να σχεδιάζεται κάτι πέραν αυτού.
Και οι τρεις χώρες απέφυγαν να θέσουν ζήτημα νομιμότητας, βάσει του διεθνούς δικαίου, για τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα. Επίσης, απουσίαζε εμφανώς οποιαδήποτε κριτική προς την Ουάσιγκτον από τη σειρά αναρτήσεων της επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας.
Κύρια μέριμνα όλων αυτών των Ευρωπαίων ηγετών είναι να μην αποξενώσουν τον Ντόναλντ Τραμπ. Ελπίζουν απεγνωσμένα ότι τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή δεν θα αποτελέσουν άλλη μία απόσπαση της προσοχής του Αμερικανού προέδρου, εμποδίζοντάς τον — για ακόμη μία φορά — να εμπλακεί στην εξεύρεση βιώσιμης λύσης σε μια άλλη σύγκρουση, αυτήν που εξελίσσεται στη δική τους ήπειρο: την Ουκρανία.
Ωστόσο, η επιφυλακτικότητα ορισμένων ευρωπαϊκών δυνάμεων ως προς τη νομιμότητα των πρόσφατων αμερικανικών ενεργειών στο Ιράν ή στη Βενεζουέλα δεν θολώνει τα νερά; Συχνά γίνεται λόγος για μια Ευρώπη κοινών αξιών, που σέβεται μια διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες. Αλλά ποιοι ακριβώς είναι αυτοί οι κανόνες;
Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας είναι σαφής. Ο Πέδρο Σάντσεθ δήλωσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «μπορεί κανείς να είναι αντίθετος σε ένα μισητό καθεστώς, όπως είναι το ιρανικό… και ταυτόχρονα να είναι αντίθετος σε μια αδικαιολόγητη και επικίνδυνη στρατιωτική επέμβαση εκτός διεθνούς δικαίου».
Στο μεταξύ, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίστηκε πλήρως ασυντόνιστη. Δήλωση των υπουργών Εξωτερικών των κρατών-μελών απέφυγε να ζητήσει αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, ενώ η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έκανε ακριβώς αυτό την Κυριακή. «Μια αξιόπιστη μετάβαση στο Ιράν είναι επειγόντως αναγκαία», έγραψε σε ανάρτησή της.
Δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτό ως εικόνα ενιαίας φωνής.
Κι όμως, η διακηρυγμένη φιλοδοξία των ευρωπαϊκών χωρών — εντός και εκτός ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου — σε αυτόν τον νέο, ταραχώδη κόσμο της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων, είναι να συνεργάζονται καλύτερα σε τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος, πρωτίστως στην ασφάλεια και την άμυνα.
Το ερώτημα είναι: είναι πράγματι ικανές να το κάνουν;
Μια πυρηνική στροφή
Το 2026 αποδεικνύεται χρονιά αναταραχών: Βενεζουέλα, Γροιλανδία και Ιράν. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια επεκτατική Ρωσία στα σύνορά της, μια οικονομικά επιθετική Κίνα και έναν ολοένα πιο απρόβλεπτο σύμμαχο στην Ουάσιγκτον.
Η Ρωσία διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο, η Κίνα επεκτείνει ραγδαία τις δυνατότητές της και ενώ οι ΗΠΑ — η δεύτερη μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη — παρείχαν επί δεκαετίες πυρηνική «ομπρέλα» στην Ευρώπη, οι μεταβαλλόμενες προτεραιότητες στην Ουάσιγκτον προκαλούν ανησυχία.
Η Σουηδία, η Γερμανία και η Πολωνία έχουν απευθυνθεί απευθείας στη Γαλλία ζητώντας ευρύτερη ευρωπαϊκή κάλυψη, πέραν της προστασίας που ήδη προσφέρει το ΝΑΤΟ μέσω του Ηνωμένου Βασιλείου, της μοναδικής άλλης πυρηνικής δύναμης στην Ευρώπη.
Ο Μακρόν βρίσκεται σήμερα στη θέση «σας τα έλεγα», καθώς εδώ και χρόνια προτρέπει την Ευρώπη να αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία στην άμυνα.
Ωστόσο, ο συντονισμός παραμένει τεράστια πρόκληση. Η προμήθεια όπλων είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: ενώ οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν περίπου 30 διαφορετικά οπλικά συστήματα, η Ευρώπη διαθέτει 178, συχνά αλληλοεπικαλυπτόμενα. «Αναποτελεσματικό, ακριβό και αργό», ήταν το καυστικό συμπέρασμα της προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ρομπέρτα Μετσόλα.
Το ΝΑΤΟ προσπαθεί να μετριάσει το πρόβλημα συντονίζοντας αποφάσεις προμηθειών μεταξύ των 32 μελών του, όμως οι κατευθυντήριες γραμμές του είναι εθελοντικές. Όλα τα μέλη, πλην της Ισπανίας, συμφώνησαν πέρυσι — υπό πίεση Τραμπ — να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες. Το κρίσιμο ζήτημα όμως είναι αν τα χρήματα αυτά δαπανώνται αποτελεσματικά.
Το ένστικτο των περισσότερων κυβερνήσεων είναι να προστατεύουν τη δική τους αμυντική βιομηχανία, ακόμη και εις βάρος γειτονικών χωρών. Η Γαλλία συχνά κατηγορείται γι’ αυτό.
Προτεραιότητες διαμορφωμένες από την ιστορία
Όπως δείχνουν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, κάθε χώρα έχει τις δικές της προτεραιότητες, δυνάμεις και αδυναμίες, διαμορφωμένες από την ιστορία και τις ανησυχίες των ψηφοφόρων της.
Η Γερμανία έσπευσε να διευκρινίσει ότι δεν σχεδιάζει να ενισχύσει τη στρατιωτική της παρουσία στη Μέση Ανατολή ούτε να συμμετάσχει σε επιθετικές ενέργειες — στάση που συνδέεται με τη διαχρονική επιφυλακτικότητα της γερμανικής κοινωνίας απέναντι σε συγκρούσεις.
Ωστόσο, η νέα κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς κινείται πλέον σε διαφορετική κατεύθυνση. Η Γερμανία είναι σήμερα ο μεγαλύτερος μεμονωμένος δωρητής στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία και σχεδιάζει να δαπανά έως το 2029 περισσότερα για άμυνα από ό,τι η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο μαζί.
Στην Ιταλία, αντίθετα, η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη βούληση των ψηφοφόρων και σε ό,τι θεωρεί προς το συμφέρον της χώρας της διεθνώς. Διατηρεί χαμηλό προφίλ για τις επιθέσεις κατά του Ιράν, αν και συγκαταλέγεται στους λίγους Ευρωπαίους ηγέτες με θερμή σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Η Ιταλία ήταν η μόνη δυτικοευρωπαϊκή χώρα όπου, από την αρχή της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, η πλειοψηφία των πολιτών αντιτασσόταν στην αποστολή όπλων στο Κίεβο. Σήμερα, μόλις το 15% των Ιταλών δηλώνει ότι ΕΕ και ΗΠΑ πρέπει να συνεχίσουν να εξοπλίζουν την Ουκρανία έως ότου εκδιωχθούν οι ρωσικές δυνάμεις.
Γι’ αυτό και η Μελόνι, που στηρίζει ένθερμα την Ουκρανία, βρίσκεται σε δύσκολη θέση: οι διεθνείς δεσμεύσεις της για ενίσχυση της άμυνας δεν συμβαδίζουν με τη βούληση της πλειοψηφίας των Ιταλών.
Ad-hoc συμμαχίες
Καθώς η Ευρώπη εισέρχεται σε μια εποχή στενότερης συνεργασίας, η κατανόηση των εσωτερικών πιέσεων κάθε συμμάχου είναι καθοριστική.
Οι δυσκολίες δράσης «ως ένα» — όπως φαίνεται ξανά στη Μέση Ανατολή — οδηγούν στη δημιουργία μικρότερων, ευέλικτων συμμαχιών κατά περίπτωση: κοινά προγράμματα αμυντικών προμηθειών ή ο «Συνασπισμός των Προθύμων» για την Ουκρανία υπό την ηγεσία Ηνωμένου Βασιλείου και Γαλλίας.
Όλο και συχνότερα, αυτές οι «ευρωπαϊκές» ή δυτικές συμμαχίες περιλαμβάνουν ομονοούσες χώρες εκτός ηπείρου, όπως ο Καναδάς, η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία, που συμμετέχουν πλέον και σε ασκήσεις του ΝΑΤΟ.
Σε ένα παγκόσμιο κλίμα όπου η ισχύς φαίνεται να υπερισχύει των κανόνων, η «οικογένεια» της ευρωπαϊκής συνεργασίας διευρύνεται. Μαζί της όμως μεγαλώνει και η πρόκληση να κατανοήσει τι κινητοποιεί κάθε μέλος της — και αν μπορούν πράγματι να συνεργαστούν αποτελεσματικά.
Πηγή: BBC