Κοσμος

Ο κινεζικός οδοστρωτήρας που ισοπεδώνει την ευρωπαϊκή βιομηχανία

Η αποβιομηχάνιση της Ευρώπης και η ταχεία ανάπτυξη της βιομηχανίας στην Κίνα

Αναστασία Πανοπούλου
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Κίνα: Πώς η βιομηχανική παραγωγή απειλεί τις αντίστοιχες παραδοσιακών δυνάμεων όπως η Γερμανία και η Ιταλία

Οι αναλύσεις καταδεικνύουν ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία βρίσκεται υπό υπαρξιακή απειλή από την Κίνα - υπάρχουν μελετητές που μιλούν για ένα νέο είδος πολέμου, που ίσως μάλιστα να είναι προάγγελος ανοιχτής σύγκρουσης.

H Ανώτατη Επιτροπή Στρατηγικής και Προγραμματισμού της γαλλικής κυβέρνησης (Haut Commissariat à la Stratégie et au Plan) εξέδωσε στις 8 Φεβρουαρίου μία αναλυτική μελέτη για τις επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή βιομηχανία της επιθετικής βιομηχανικής και εξαγωγικής πολιτικής της Κίνας (διαθέσιμη στα αγγλικά εδώ). Η μελέτη δεν επικεντρώνεται μόνο στην Γαλλία ούτε μόνο στην Δυτική Ευρώπη. Καλύπτει κάθε χώρα της ΕΕ, και εξετάζει τις επιπτώσεις τόσο στην παραγωγή και διάθεση βιομηχανικών προϊόντων εντός ΕΕ όσο και στον ανταγωνισμό που αντιμετωπίζουν τα δικά μας προϊόντα που εξάγονται στον υπόλοιπο κόσμο.

Κατά μέσο όρο, ένα τέταρτο της ευρωπαϊκής παραγωγής είναι σήμερα υπό την απειλή εξαφάνισης λόγω του κινεζικού ανταγωνισμού. Σε αντίθεση με την «δημιουργική καταστροφή» των προηγούμενων απειλών στην οικονομία, σήμερα η Ευρώπη είναι αντιμέτωπη με μία «καταστροφική καταστροφή»: Η συνεπαγόμενη απώλεια θέσεων εργασίας θα οδηγήσει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες σε «διαρθρωτικό υποβιβασμό». Απειλείται πλέον η καρδιά του ευρωπαϊκού μοντέλου, με το ανεπτυγμένο κοινωνικό κράτος, την οικονομία εντάσεως γνώσης και καινοτομίας και τις δεδομένες ελευθερίες που απολαμβάνουμε.

Η Κίνα, αν και ενταγμένη στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) από το 2001, εφαρμόζει επιλεκτικά τους διεθνείς κανόνες: διατηρεί το γιουάν τεχνητά υποτιμημένο, επιδοτεί κατά κόρον πολλούς τομείς της παραγωγής της και αποθαρρύνει την ενδογενή κατανάλωση, κατευθύνοντας έτσι την παραγωγή της προς το εξωτερικό. Επίσης, έχει πολύ χαμηλότερο κόστος ενέργειας και απόκτησης βιομηχανικής γης, χαλαρούς κανόνες ασφαλείας. Αυτά, σε συνδυασμό με την αλματώδη πρόοδο στην ποιότητα των κινεζικών προϊόντων, που είναι σήμερα τουλάχιστον εφάμιλλα με τα ευρωπαϊκά, δημιουργεί ένα πλαίσιο αθέμιτου, πλην ισχυρότατου ανταγωνισμού.

Η σημαντική μεταβολή σημειώθηκε την περίοδο 2020-2021. Από το τέλος του 2021, οι τιμές παραγωγού για τα ευρωπαϊκά βιομηχανικά προϊόντα έχουν αυξηθεί κατά 15%, ενώ αυτές για τα κινεζικά προϊόντα έχουν μειωθεί κατά 7%. Αυτό έχει φέρει το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας με την ΕΕ από 165 δισεκατομμύρια ευρώ το 2019 σε 360 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025. Η αύξηση αυτή οφείλεται στις στάσιμες εξαγωγές της ΕΕ προς την Κίνα και σε μια αύξηση σχεδόν 50% των κινεζικών εξαγωγών προς την ΕΕ από το 2019 - βοηθούντος και του περιορισμού των κινεζικών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ. Η πίεση είναι αυξανόμενη και αφορά επί το πλείστον τομείς όπου η ευρωπαϊκή βιομηχανία ήταν παραδοσιακά ισχυρή: αυτοκινητοβιομηχανία, βιομηχανικά εργαλεία, χημικά και ηλεκτρονικά είδη.

Σήμερα, σχεδόν το 40% όλων των επιβατικών οχημάτων που παράγονται παγκοσμίως προέρχονται από κινεζικά εργοστάσια, ένα ποσοστό που καταδεικνύει την άνευ προηγουμένου αντιστροφή της βιομηχανικής γεωγραφίας στον κόσμο. Η αποβιομηχάνιση της Ευρώπης συνοδεύτηκε από την ταχεία ανάπτυξη της βιομηχανίας στην Κίνα, που κάλυψε το δημιουργούμενο κενό, και την επιθετική εξαγωγική της πολιτική, σε αγορές όπου η τοποθέτηση των ευρωπαϊκών προϊόντων ήταν ήδη μακροχρόνια. Έτσι, σήμερα, ακόμη και χώρες με χαμηλή βιομηχανική παραγωγή, όπως η Ελλάδα, αντιμετωπίζουν τον κινεζικό ανταγωνισμό σε τρίτες αγορές. Στη Γερμανία, η κινεζική απειλή αφορά το 70% της συνολικής παραγωγής ενώ στην Ιταλία το 60%. Ανάλογα ποσοστά απαντώνται και στην κεντρική Ευρώπη.

Η μελέτη προειδοποιεί ότι, αυτή τη φορά, η λύση δεν είναι κάποιου είδους προσαρμογή της αγοράς. Ο κίνδυνος είναι ότι η «προσαρμογή» θα γίνει μέσω της εγκατάλειψης της συγκριμένης δραστηριότητας («καταστροφική καταστροφή») αφήνοντας παραγωγικό κενό, αυξάνοντας την ανεργία και δυσχαιρένοντας έτι περαιτέρω την διατήρηση του ευρωπαϊκού μοντέλου ζωής. Παραδοσιακά η βιομηχανία παρέχει καλύτερους μισθούς και απασχολεί εξειδικευμένο προσωπικό, το οποίο θα καταστεί πλεονάζον ή περιττό.

Υπάρχουν προτάσεις για να αντιμετωπιστεί η κινεζική εμπορική επιθετικότητα;

Η μελέτη κάνει δύο προτάσεις. Πρώτον, την εισαγωγή ενιαίου δασμού 30% στο σύνολο των κινεζικών εισαγωγών. Οι συγγραφείς προσπαθούν να εξηγήσουν και να δικαιολογήσουν μία τέτοια πρόταση, βάσει των κανόνων της ΕΕ (εισαγωγή εκτάκτων μέτρων λόγω απειλής) και των κανόνων του ΠΟΕ. Μία τέτοια λύση βέβαια δεν στέκει την ανάλυση της εφικτότητάς της: η ΕΕ θα επέβαλε, μάλλον καταστρατηγώντας τους κανόνες του ΠΟΕ, ένα μέτρο που έχει η ίδια καταγγείλει όταν εφαρμόστηκε από τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ. Θα εξετίθετο σε ανάλογες κινήσεις από τις υπόλοιπες χώρες με τις οποίες συναλάσσεται. Επιπλέον, είναι δεδομένα τα αντίποινα της Κίνας, η οποία, για την ώρα, έχει σημαντικά εργαλεία άσκησης πίεσης, για παράδειγμα μέσω του περιορισμού των εμπορικών συναλλαγών με την ΕΕ, ή την διακοπή τροφοδότησης της ΕΕ με σημαντικές πρώτες ύλες όπως οι σπάνιες γαίες. Είμαστε έτοιμοι να προδώσουμε τις αρχές του ελεύθερου εμπορίου με κανόνες, και να ξεκινήσουμε έναν εμπορικό πόλεμο, την ώρα μάλιστα που η ΕΕ είναι όλο και πιο απονομωμένη από τον κλασσικό της εταίρο, τις ΗΠΑ;

Η δεύτερη λύση είναι μία υποτίμηση του ευρώ έναντι του γιουάν. Αν υποθέσουμε ότι η κίνηση θα γινόταν συντονισμένα, το αποτέλεσμά της θα ήταν πολύ αμφίβολο (και πάντως χρονικά περιορισμένο): το γιουάν είναι προσδεδεμένο στο δολλάριο. Επίσης, δεν είναι σαφές πώς κάτι τέτοιο εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της οποίας ο σκοπός είναι κυρίως η αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Τέλος, η ΕΚΤ είναι ανεξάρτητη, και εδώ θα επρόκειτο για μία πολιτική απόφαση, υπαγορευμένη από τις εθνικές κυβερνήσεις.

Άρα τί κάνουμε; Είναι η ευρωπαϊκή βιομηχανία καταδικασμένη;

Με την απουσία δυνατότητας συντονισμού με τους παραδοσιακούς γεωπολιτικούς μας εταίρους, τα πεδία δράσης είναι περιορισμένα αλλά υπαρκτά.

Πρώτα από όλα, θα πρέπει η ΕΕ να προσφύγει άμεσα στον ΠΟΕ για όλες τις περιπτώσεις όπου διαπιστώνονται αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Το Εφετείο του ΠΟΕ είναι εδώ και σχεδόν μία δεκαετία ανενεργό, λόγω της Αμερικανικής αντίθεσης στην λειτουργία του. Από το 2019, με πρωτοβουλία της ΕΕ, έχει θεσπιστεί εναλλακτικό όργανο εφέσεων από 60 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Κίνα. Υπάρχει επομένως πεδίο προσφυγής για να πιεστεί η Κίνα να εφαρμόσει τα κοινώς συμφωνηθέντα, ή τουλάχιστον να δοθεί στην ΕΕ το περιθώριο λήψης άλλων μέτρων αν η διαιτησία αποτύχει. Τυχόν μέτρα όπως η «ευρωπαϊκή προτίμηση» μπορούν επίσης να εφαρμοστούν αν σχεδιαστούν προσεκτικά και παραμένουν σε συμφωνία με τους κανόνες του ΠΟΕ (η συζήτηση είναι βεβάιως μεγάλη για το τί θεωρείται ευρωπαϊκό προϊόν, και οι απόψεις εντός της ΕΕ διίστανται αρκετά). Και βέβαια – και αυτό αφορά ιδιαίτερα την Ελλάδα – μπορούμε να επιβάλλουμε στην Κίνα αυτό που έχει επιβάλλει εκείνη στον υπόλοιπο κόσμο: την υποχρεωτική σύμπραξη με ντόπιους επενδυτές και την μεταφορά τεχνογνωσίας, κάθε φορά που θα θέλει να επενδύσει στην ΕΕ.

Ακόμη θα πρέπει να εξεταστούν και να επεκταθούν μέτρα όπως οι ρήτρες αντιντάμπινγκ, κατά των επιδοτήσεων και οι ρήτρες διασφάλισης. Υπάρχουν, σύμφωνα με έγκυρες μελέτες, τεχνικές δυσκολίες στην πλήρη εφαρμογή αυτών των μέτρων. Τέτοιες είναι το περιορισμένο προσωπικό για ελέγχους, οι χρονοβόρες διαδικασίες πριν την επιβολή κυρώσεων (σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου όταν διαπιστωθεί παράβαση αντιδρούν ταχύτατα), και το δυσβάσταχτο για τις θιγόμενες επιχειρήσεις κόστος των δικηγόρων. Σε όλους αυτούς τους τομείς η ΕΕ έχει αρχίσει να κινητοποιείται, με τους συνήθεις βέβαια ρυθμούς...

Τέλος, και αυτή είναι μία πρόταση που συναντά ισχυρές αντιδράσεις, υπάρχει η δυνατότητα χαλάρωσης του Green Deal. Η ΕΕ έχει μόνη της επιβάλει στον εαυτό της μέτρα ιδιαιτέρως αυστηρά, που έχουν οδηγήσει την βιομηχανία της σε σοβαρό συγκριτικό μειονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών της. Ίσως θα έπρεπε οι ηγέτες μας να επανεξετάσουν τις προτεραιότητες και το χρονοδιάγραμμα, και να εναρμονιστούν με τις επιδιώξεις άλλων χωρών εξίσου ανταγωνιστικών με εμάς. Αυτό θα ήταν μία ανάσα για την βιομηχανία μας.

Αν υπάρχει ένα θετικό από την μελέτη των γάλλων με τον ανησυχητικό τίτλο, είναι ότι άνοιξε η συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο με στοιχεία που αφορούν κάθε χώρα χωριστά. Αυτό είναι ίσως και το βασικό μας πρόβλημα στην ΕΕ: οι οικονομίες μας είναι διαφορετικές, οι δυνατότητες σύγκλισης περιορισμένες. Πάνω σε αυτή την αδυναμία πατούν οι ανταγωνιστές μας για να διχάσουν τους εταίρους – και το πετυχαίνουν κάποιες φορές. Τα παγκόσμια μηνύματα όμως είναι πλέον εκκωφαντικά. Καιρός να τα ακούσουμε.