- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ουκρανία: Ο καπελάνος που διέσωσε 8.000 ανθρώπους από τη Μαριούπολη
Πώς οργανώθηκε η μεγάλη απομάκρυνση από τη Μαριούπολη – Η μαρτυρία του στρατιωτικού ιερέα που συντόνισε την επιχείρηση
Ο Ασκόλντ Κβιατκόφσκι είναι ιερέας του ουκρανικού στρατού, διευθυντής παιδικού ιδρύματος και επικεφαλής ομάδας διάσωσης. Περιγράφει πώς από διοργανωτής γάμων βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του πυρός, διασώζοντας χιλιάδες ανθρώπους από την πολιορκημένη πόλη
Στις 14 Μαρτίου 2022, στην έξοδο της Μαριούπολης προς το Μελεκίνε, περίπου 20 χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης, είχε σχηματιστεί μια ουρά αυτοκινήτων. Οι οδηγοί περίμεναν ήδη τρεις ημέρες. Ο δρόμος ήταν ναρκοθετημένος. Γύρω τους κατεστραμμένα άρματα, διαλυμένα τεθωρακισμένα, καμένα οχήματα. Κανείς δεν τολμούσε να κινηθεί. Ο Ασκόλντ Κβιατκόφσκι έκανε υπομονή και μπήκε μπροστά. «Σταθήκαμε στην αρχή της ουράς και ξεκινήσαμε. Έτσι γίναμε οι πρώτοι που βγάλαμε κομβόι από τη Μαριούπολη». Αυτή τη διαδρομή την έκανε πολλές φορές.
Τέσσερα χρόνια μετά βρίσκεται στην Αθήνα – ήρθε για λίγες μέρες προκειμένου να διοργανώσει τη μεταφορά παιδιών από την Ουκρανία σε παιδική κατασκήνωση το καλοκαίρι. Τον έχω μπροστά μου και αφηγείται την περιπέτεια που έζησε το πρώτο διάστημα της εισβολής – μια ιστορία που τον σημάδευσε βαθιά.
Είναι στρατιωτικός ιερέας-καπελάνος της Μαριούπολης. Γεννημένος και μεγαλωμένος εκεί. Πριν από την εισβολή δούλευε ως διοργανωτής γάμων και βαπτίσεων. Παράλληλα, για περίπου δέκα χρόνια, συμμετείχε σε εκκλησιαστική ομάδα που επισκεπτόταν φυλακές και ορφανοτροφεία.
Στις 24 Φεβρουαρίου 2022, την ημέρα που ξεκίνησε η εισβολή, βρισκόταν στη Μαριούπολη. Την πρώτη εβδομάδα έμεινε στο σπίτι του και με το αυτοκίνητό του μετέφερε τρόφιμα και φάρμακα σε συγχωριανούς που είχαν καταφύγει σε κοντινά χωριά, όπως ο Σαρτανάς και το Τσερμαλίκ. Στην αρχή, λέει, δεν μπορούσε να πιστέψει τι συνέβαινε: «Ήταν σαν να έβλεπα ταινία. Δεν μπορούσα να χωνέψω ότι γινόταν πραγματική εισβολή». Μέχρι που μπροστά στα μάτια του έπεσε βόμβα σε πολυκατοικία. «Έβλεπα να φεύγουν έπιπλα και μαζί άνθρωποι». Η εικόνα αυτή τον στοίχειωσε.
Λίγο πριν από τα μέσα Μαρτίου πήρε την απόφαση που θα άλλαζε τη ζωή του. Είχε ήδη δει νεκρούς γείτονες. Είχε κατεβεί σε υπόγειο όπου βρίσκονταν η σύζυγός του και τα παιδιά του. Εκεί είδε περίπου 150 παιδιά, «βρόμικα, τρομαγμένα, πεινασμένα. Κάθονταν ήσυχα, σαν μικρά ποντικάκια». Είχε στο μυαλό του τα πτώματα που είχε δει στους δρόμους. «Σκεφτόμουν ότι σε λίγες μέρες μπορεί να έβλεπα κι αυτά τα παιδιά έτσι». Τότε, λέει, κατάλαβε ότι ήταν έτοιμος να δώσει και τη ζωή του για να τα βγάλει από την πόλη.
Η πρώτη απόπειρα εκκένωσης έγινε το πρωί της 14ης Μαρτίου. Στο πρώτο ρωσικό μπλόκο υπήρχαν περίπου 30 αυτοκίνητα που δεν τολμούσαν να περάσουν. Η περιοχή ήταν ναρκοθετημένη. Δεν υπήρχαν πλέον Ουκρανοί στρατιώτες εκεί. Μόνο ρωσικοί έλεγχοι. Εκείνος προχώρησε. «Όποιος προσπαθούσε να φύγει, κινδύνευε να πυροβοληθεί. Ήταν ρίσκο κάθε λεπτό», λέει όταν του ζητώ να γυρίσει πίσω τον χρόνο και να μου περιγράψει εικόνες από αυτή την επικίνδυνη αποστολή. «Και οι μεν και οι δε βομβάρδιζαν κι εμείς περνούσαμε ανάμεσα στα πυρά».
Όταν έφτασε στη Ζαπορίζια την πρώτη φορά, το τηλέφωνό του είχε γεμίσει από μηνύματα. Από συγγενείς, φίλους, ανθρώπους που τον γνώριζαν. Είχε περίπου 20.000 ακολούθους στο Instagram και πάνω από 5.000 επαφές στο κινητό. Τον παρακαλούσαν να επιστρέψει. Να πάρει γονείς, αδέλφια, παιδιά.
Έτσι οργανώθηκε μια ευρύτερη ομάδα. Συγκέντρωσαν χρήματα, νοίκιασαν λεωφορεία, τύπωσαν κάρτες, έφτιαξαν δίκτυο, βρήκαν οδηγούς, ζήτησαν βοήθεια. Μετέφερε τα παιδιά αρχικά σε κοντινά χωριά και στη συνέχεια προς τη Ζαπορίζια – περίπου 250 χιλιόμετρα διαδρομή, γεμάτη μπλόκα.
Τις πρώτες δύο εβδομάδες έκανε επτά τέτοιες διαδρομές. Με λεωφορεία και αυτοκίνητα μετέφερε περίπου 1.500 ανθρώπους – κυρίως παιδιά, γυναίκες και ηλικιωμένους. Στη Ζαπορίζια ο ουκρανικός στρατός είχε ενημερωθεί. Τους περίμεναν σε εκκλησίες, τους έδιναν ρούχα και τους διοχέτευαν σε άλλες περιοχές. Τρεις φορές, θυμάται, τον έβγαλαν από το όχημα για να τον εκτελέσουν. «Δεν ένιωσα φόβο για μένα. Ένιωσα φόβο για τα παιδιά που έπαιρναν αιχμάλωτα». Ο φόβος, όπως λέει, δεν τον παρέλυσε. «Με ενθάρρυνε να συνεχίσω να βοηθώ».
Σε κάθε διαδρομή περνούσαν από 21 σημεία ελέγχου. Έψαχναν τατουάζ, μηνύματα στα κινητά, οτιδήποτε μπορούσε να θεωρηθεί «ουκρανικό». Ένας άνδρας συνελήφθη επειδή είχε SMS από Ουκρανό στρατιώτη. «Τον έβγαλαν από το αυτοκίνητο και τον πήραν αιχμάλωτο». Τρεις μέρες αργότερα, επιστρέφοντας από τη Ζαπορίζια, τον είδε να περπατά στον δρόμο. Σταμάτησαν και τον πήραν μαζί τους.
Η επιχείρηση της εκκένωσης συνεχίστηκε για περίπου έναν χρόνο – έως τον Μάρτιο του 2023. Η απομάκρυνση των αμάχων από τα κατεχόμενα εδάφη ήταν ένας εφιάλτης – τον ρωτάω πώς κατάφερναν να περνάνε από τα ρωσικά μπλόκα. Με ρίσκο ζωής. Έπρεπε να συγκεντρώνει διαρκώς πληροφορίες και να δωροδοκεί τα ρωσικά μπλόκα για να περάσουν τα οχήματα. «Σε κάποια μπλόκα ζητούσαν χρήματα. Σε άλλα ζητούσαν αλκοόλ. Αν δεν τους έδινες κάτι, δεν περνούσες», λέει και συμπληρώνει: «Ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Αν έκανα ένα λάθος στις οδηγίες, οι άνθρωποι δεν θα έβγαιναν ποτέ», εξηγεί, προσθέτοντας ότι συχνά δεν υπήρχε καν πόσιμο νερό για τους εγκλωβισμένους.
Όσο μιλάει στα ουκρανικά και μεταφράζει η Αναστασία, μία νεαρή Ουκρανή που ζει στην Ελλάδα, τα μάτια του είναι υγρά – έχουν ένα ίχνος πόνου στον τρόπο που κοιτάζει. Αργότερα θα μάθω από τις διοργανώτριες της εκδήλωσης στην Αθήνα ότι ο Ασκόλντ δεν πρόλαβε να βγάλει από τη Μαριούπολη τον ίδιο του τον πατέρα – πέθανε στο σπίτι του λόγω έλλειψης φαρμάκων. Το σάκχαρό του ανέβηκε πάρα πολύ, προκαλώντας του σοβαρές επιπλοκές – τα χέρια και τα πόδια του μαύρισαν. Εξαιτίας των σφοδρών βομβαρδισμών δεν ήταν δυνατόν να φτάσει κοντά του για να τον βοηθήσει. Τελικά, τον έθαψε μια γειτόνισσα.
Τη μητέρα ενός φίλου του επίσης δεν κατάφερε να τη σώσει. Πέρασε τρεις φορές από το σημείο, αλλά δεν τόλμησε να σταματήσει, γιατί στο λεωφορείο υπήρχαν πολλοί άνθρωποι και στην περιοχή γίνονταν σκληρές μάχες. Δεν ήθελε να θέσει σε κίνδυνο τις ζωές άλλων ανθρώπων για να σώσει τη μητέρα του φίλου του. Κάθε φορά που περνούσε, έλεγε στον φίλο του ότι οι βομβαρδισμοί ήταν πολύ έντονοι και δεν μπορούσε να μπει στην περιοχή. Όταν τελικά βρήκε το κουράγιο και αποφάσισε να πάει να την πάρει, τον πήρε τηλέφωνο και του είπε: «Σήμερα θα πάρω τη μητέρα σου». Όμως ο φίλος του απάντησε ότι δεν χρειαζόταν πια – είχε ήδη πεθάνει.
Συνολικά, όπως υποστηρίζει, διασώθηκαν περίπου 8.000 άνθρωποι. «Όλοι ζωντανοί. Δεν υπάρχει ούτε ένας νεκρός από όσους έφυγαν μαζί μας».
Η πιο δύσκολη στιγμή εκείνης της περιόδου δεν ήταν όταν τον απείλησαν με εκτέλεση. Ήταν όταν, οδηγώντας ασταμάτητα, υπέστη σοβαρή αφυδάτωση και κατέρρευσε. «Ο οργανισμός μου δεν άντεξε. Έχασα τις αισθήσεις μου και με πήγαν στο νοσοκομείο». Το κινητό του είχε κλείσει από μπαταρία για μία ώρα, ενώ 50 άνθρωποι περίμεναν να σωθούν και τον καλούσαν αδιάκοπα. Η ψυχολογική πίεση ήταν έντονη. «Ήμουν όλη μέρα μέσα στο αυτοκίνητο».
Το σκοτάδι της μνήμης
Ζητώντας του να περιγράψει τη συμπεριφορά των Ρώσων στρατιωτών, δεν μασάει τα λόγια του. Τους χαρακτηρίζει «αγρίους» και «συμμορίτες», απόλυτα δηλητηριασμένους από την προπαγάνδα. Οι εικόνες που μεταφέρει είναι ανατριχιαστικές: «Μιλάμε για Σόδομα και Γόμορρα. Βίαζαν ηλικιωμένες γυναίκες, μικρά κορίτσια, ακόμα και αγοράκια. Παράλληλα, έκαναν πλιάτσικο. Έμπαιναν στα σπίτια, ξήλωναν τις λεκάνες της τουαλέτας ή έπαιρναν τα ψυγεία και τα έδεναν πάνω στα τανκς για να τα πάρουν μαζί τους». Τα είδε μπροστά του όλα αυτά κι έχουν αφήσει αποτύπωμα μέσα του. Όσο μιλάει, κοιτάζω τα μάτια του – είναι βουρκωμένα. Το βλέμμα του μοιάζει κάπως να ξεφεύγει, σαν να περνάει ξανά από μπροστά του ένα φιλμ που δεν θα ήθελε ποτέ να έχει δει.
Για εκείνον η σύγκρουση έχει και πνευματική διάσταση. «Ο άνθρωπος έχει δύο πλευρές. Του Θεού και του διαβόλου. Σε όποια στραφεί, εκεί θα καταλήξει». Πιστεύει ότι η απουσία τιμωρίας απελευθερώνει τη σκοτεινή πλευρά. Τελικά κατάφερε να βγάλει χιλιάδες παιδιά από την κόλαση. Πού βρίσκονται όμως σήμερα; Όπως εξηγεί, διασκορπίστηκαν σε όλη την ελεύθερη Ουκρανία: 600 στη Ζαπορίζια, 2.500 στο Ντνίπρο, 2.500 στο Κίεβο, 900 στο Λβιβ και 300 στην Οδησσό.
Κάποια ζουν σε ορφανοτροφεία, κάποια σε εκκλησίες, κάποια με γιαγιάδες και παππούδες. Μικρό ποσοστό δεν έχει κανέναν συγγενή.
Μπροστά στην έλλειψη οργανωμένης κρατικής μέριμνας στην αρχή, ο ίδιος πήρε ξανά την κατάσταση στα χέρια του. Πήγε στις τοπικές αρχές και ρώτησε τι πρόγραμμα υπάρχει για αυτά τα παιδιά. «Δεν είχαν σκεφτεί κάτι σταθερό». Πριν από τα Χριστούγεννα συγκέντρωσε χρήματα από δωρεές και μοίρασε δώρα. Στη συνέχεια ανάρτησε δημόσια έκκληση για να μεταφέρει παιδιά σε ευρωπαϊκές κατασκηνώσεις. Η Ευρώπη, λέει, ανταποκρίθηκε επειδή είχε δει το έργο των εκκενώσεων. Μέσα σε δύο χρόνια οργανώθηκαν 15 κατασκηνώσεις σε χώρες όπως η Πολωνία, η Ρουμανία, η Ελβετία και η Γερμανία. Στόχος του είναι να φέρει παιδιά και στην Ελλάδα.
Η δική του οικογένεια –τα δύο παιδιά και η σύζυγός του– έφυγε στην Ευρώπη. Εκείνος έμεινε. Ζει σήμερα στο Κίεβο. Περιγράφει συνθήκες δύσκολες, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα για ώρες, χωρίς θέρμανση πολλές φορές ενώ το ψύχος είναι δριμύ. Αλλά το μεγαλύτερο σκοτάδι το κουβαλάει μέσα του. «Πάσχω από διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD). Ψυχολογικά, δεν έχω φύγει ποτέ από τη Μαριούπολη. Κάθε μέρα κάνω ξανά την ίδια διαδρομή εκκένωσης στο μυαλό μου. Δεν ζω στο Κίεβο, ζω ακόμα εκεί», εξομολογείται. Η Μαριούπολη για εκείνον δεν είναι παρελθόν. Είναι εκκρεμότητα.
Στο τέλος της συζήτησής μας, ρωτάω αν πιστεύει ότι η Ουκρανία μπορεί να νικήσει σε αυτόν τον πόλεμο: «Η ρωσική αυτοκρατορία θα καταρρεύσει. Είμαι 100% σίγουρος ότι ο Θεός θα νικήσει τον διάβολο. Και ο Θεός είναι πάντα με το μέρος εκείνων που καταπιέζονται. Βαθιά μέσα μου ξέρω ότι θα έρθει η μέρα που θα επιστρέψω σε μια ελεύθερη, ουκρανική Μαριούπολη». Και κλείνει με τη φράση «Slava Ukraini».