- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Το Κυπριακό από την αρχή: Μέρος 2ο – Από την Ένωση στη σύγκρουση
Μια σειρά άρθρων που εξηγεί βήμα προς βήμα την ιστορία του Κυπριακού για όσους θέλουν να το καταλάβουν καλύτερα
Η σύγχρονη ιστορία της Κύπρου και του κυπριακού ζητήματος σε μια σειρά άρθρων
Το Κυπριακό μοιάζει συχνά σαν κάτι που, από τη μια, νομίζουμε πως το ξέρουμε ήδη κι από την άλλη, λειτουργούμε σαν να μην έχει πια σημασία να το καταλάβουμε, αφού τίποτε δεν φαίνεται να αλλάζει. Ίσως γιατί πονάει. Ίσως γιατί μας το παρέδωσαν έτοιμο, ως μια παγιωμένη υπόθεση, για να μην «χρειαστεί» να τη διαβάσουμε από την αρχή. Ίσως γιατί κάθε φάση του έκλεινε βιαστικά, σκεπάζοντας την προηγούμενη αντί να τη φωτίσει.
Τα άρθρα που ακολουθούν επιχειρούν κάτι απλό: να βάλουν τα γεγονότα σε μια καθαρή σειρά και να τα κοιτάξουν από απόσταση. Όχι μόνο για το τι έγινε και πότε, αλλά κυρίως για το σε ποια κατάσταση βρήκε κάθε ιστορική φάση την ίδια την κοινωνία της Κύπρου· πώς άλλαζαν οι φόβοι, οι προσδοκίες και οι ισορροπίες.
Από την Ένωση στη σύγκρουση
Η ΕΟΚΑ: ένοπλος αγώνας με διπλό στόχο
Μέσα σε ένα περιβάλλον με αποκλίνουσες προσδοκίες, αποικιακού αδιεξόδου και πολιτικής ασάφειας, το Κυπριακό περνά στα μέσα της δεκαετίας του 1950 σε μια νέα φάση. Η αίσθηση ότι τα αιτήματα δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν μέσα από πολιτικές διαδικασίες, σε συνδυασμό με την ενίσχυση του εθνικισμού και την απουσία κάθε θεσμικής προοπτικής υπό την βρετανική διοίκηση, δημιούργησε το υπόβαθρο για τη μετάβαση από τη διεκδίκηση στην ένοπλη δράση.
Σε αυτό το πλαίσιο δημιουργείται η ΕΟΚΑ, από κύκλους της ελληνοκυπριακής εθνικιστικής ηγεσίας, με τη στήριξη της Εκκλησίας —και του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου — και τη συναίνεση μεγάλου μέρους της ελληνοκυπριακής κοινωνίας. Η δράση της, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο εσωτερικό του νησιού: η Ελλάδα λειτουργεί ως βασικός πυρήνας καθοδήγησης, υποστήριξης και στρατιωτικής οργάνωσης. Καθοριστικό ρόλο στον ένοπλο αγώνα αναλαμβάνει ο Στρατηγός Γεώργιος Γρίβας.
Η ΕΟΚΑ ξεκινά ένοπλο αγώνα εναντίον της βρετανικής αποικιακής διοίκησης με στόχο τον τερματισμό της αποικιοκρατίας. Αυτό το στοιχείο είναι αδιαμφισβήτητο. Εκείνο που δεν ήταν ποτέ απολύτως ξεκάθαρο είναι η βούληση για το μετά. Για ένα μέρος της ηγεσίας και των υποστηρικτών της ΕΟΚΑ, ο τελικός στόχος ήταν η Ένωση με την Ελλάδα. Για άλλους, η ανεξαρτησία παρουσιαζόταν ως ενδιάμεσο στάδιο. Αυτή η ασάφεια δεν ήταν δευτερεύουσα· ήταν καθοριστική. Ο ένοπλος αγώνας ξεκίνησε χωρίς ένα σαφές, κοινά αποδεκτό πολιτικό σχέδιο για την επόμενη μέρα και σίγουρα, χωρίς πρόβλεψη για το πώς θα καθησυχάζονταν οι φόβοι της τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Η δράση της ΕΟΚΑ, αν και στρεφόταν κατά των Βρετανών, είχε ευρύτερες συνέπειες. Η βία και η ένταση ενίσχυσαν το αίσθημα ανασφάλειας στους Τουρκοκύπριους και επιτάχυναν τη συσπείρωσή τους σε ξεχωριστές δομές. Παράλληλα, έδωσαν στη Βρετανία τη δυνατότητα να παρουσιάσει το Κυπριακό όχι ως απλό ζήτημα αποικιοκρατίας, αλλά ως πρόβλημα «σύγκρουσης κοινοτήτων» που απαιτούσε εξωτερική διαχείριση.
Το κρίσιμο σημείο, πάντως, είναι πως με την ΕΟΚΑ το Κυπριακό παύει να είναι μόνο πολιτική διεκδίκηση και γίνεται ένοπλη σύγκρουση χωρίς κοινό πολιτικό ορίζοντα. Από εκεί και πέρα, κάθε επόμενη «πρόταση λύσης» θα προσπαθεί να κλείσει μια πληγή που άνοιξε χωρίς να έχει προηγηθεί συμφωνία για το πώς θα ζήσουν μαζί οι κάτοικοι του νησιού.
Την ίδια περίοδο, μέσα στην ελληνοκυπριακή κοινωνία αρχίζει να βαθαίνει και ένα εσωτερικό ρήγμα. Υπήρχαν, βέβαια, ήδη πολιτικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε Αριστερά και Δεξιά, όμως με την ΕΟΚΑ και την ηγεσία του Γεώργιου Γρίβα, η αντιπαράθεση αποκτά ιδεολογικό, αντικομμουνιστικό και με ψήγματα εθνικού χαρακτήρα.
Ας κάνουμε εδώ ένα βήμα πίσω για να δούμε πώς διαμορφώθηκε αυτή η κατάσταση: Στην αρχή της ΕΟΚΑ η ελληνοκυπριακή Αριστερά δεν απέρριψε την ιδέα για αγώνα απελευθέρωσης από την αποικιοκρατία. Το ΑΚΕΛ, μαζικό κόμμα με ισχυρή κοινωνική βάση, εξέφρασε διάθεση συμμετοχής, διατυπώνοντας όμως παράλληλα επιφυλάξεις για τον ένοπλο χαρακτήρα του και την απουσία πολιτικού σχεδίου. Η ηγεσία της ΕΟΚΑ, με έντονο αντικομμουνιστικό προσανατολισμό, δεν επιδίωξε τη σύμπραξη με την Αριστερά και επέλεξε έναν κλειστό, αυστηρά ελεγχόμενο τρόπο οργάνωσης του αγώνα.
Έτσι, ο αντι-αποικιακός αγώνας ο οποίος δεν εξελίσσεται σε κοινό πολιτικό μέτωπο των Κυπρίων -Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων- δεν λειτουργεί ούτε ενωτικά για την ελληνοκυπριακή κοινωνία, αλλά προσθέτει ένα δεύτερο επίπεδο σύγκρουσης στο ήδη φορτισμένο τοπίο. Η Αριστερά δεν εντάσσεται στον ένοπλο αγώνα και συχνά αντιμετωπίζεται ως πολιτικός αντίπαλος, ακόμη και ως εμπόδιο στον «εθνικό στόχο».
Προς το τέλος της δεκαετίας του 1950, και ιδιαίτερα το 1958, η ένταση στο νησί κλιμακώνεται επικίνδυνα. Η δράση της ΕΟΚΑ, η όξυνση του αιτήματος της Ένωσης και η αποικιακή διαχείριση της κρίσης οδηγούν σε σοβαρά διακοινοτικά επεισόδια. Υπήρξαν επιθέσεις, αντίποινα και νεκροί, τόσο Ελληνοκύπριοι όσο και Τουρκοκύπριοι. Για την τουρκοκυπριακή κοινότητα, το 1958 λειτούργησε ως καμπανάκι κινδύνου: η Ένωση έπαψε να είναι απλά ένα πολιτικό σύνθημα και άρχισε να γίνεται αντιληπτή ως άμεση απειλή για την ασφάλεια και τη θέση της στο νησί. Σε αυτό το κλίμα ενισχύθηκαν οι λογικές αυτοπροστασίας και οι οργανωμένοι μηχανισμοί άμυνας. Η καθημερινή συνύπαρξη άρχισε να υποχωρεί και η καχυποψία να γίνεται μόνιμο στοιχείο της ζωής στο νησί.
Από την ΕΟΚΑ στην ανεξαρτησία: ένας συμβιβασμός χωρίς κοινή βάση
Ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ δεν υπήρξε από μόνος του ο καθοριστικός λόγος για την αποχώρηση της Βρετανίας από την Κύπρο. Τη δεκαετία του 1950, η βρετανική αυτοκρατορία βρισκόταν ήδη σε φάση γενικευμένης αποαποικιοποίησης και η Κύπρος εντασσόταν σε αυτή τη διαδικασία. Ωστόσο, η ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία της εποχής —ένα σύνολο εκκλησιαστικών, στρατιωτικών και πολιτικών κέντρων χωρίς κανένα ενιαίο στρατηγικό συντονισμό— δυσκολεύτηκε να διαβάσει αυτή τη διεθνή συγκυρία ως ιστορικό παράθυρο ευκαιρίας.
Εκείνο που είχε πραγματική σημασία για το Λονδίνο δεν ήταν η διατήρηση της αποικίας, αλλά η διασφάλιση της στρατηγικής παρουσίας του στο νησί. Ο αγώνας λειτούργησε ως επιταχυντής και ως διαπραγματευτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο η Βρετανία πέτυχε να κατοχυρώσει τις κυρίαρχες βάσεις της, με τη συναίνεση της Ελλάδας και της Τουρκίας και χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των Κυπρίων στις αποφάσεις.
Οι Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου δεν προέκυψαν από κοινή απόφαση των Κυπρίων. Ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε τρία κράτη, με περιορισμένη και ουσιαστικά δευτερεύουσα συμμετοχή των ίδιων των κοινοτήτων. Η ανεξαρτησία παρουσιάστηκε ως αναγκαστικός συμβιβασμός· μια λύση που κανείς δεν θεωρούσε ιδανική, αλλά όλοι αποδέχθηκαν για να αποφευχθεί η πλήρης σύγκρουση.
Το νέο κράτος σχεδιάστηκε με βασική λογική την ισορροπία φόβων, όχι τη δημιουργία κοινής πολιτικής ζωής. Το Σύνταγμα προέβλεπε αυστηρό διαχωρισμό εξουσιών ανάμεσα στις δύο κοινότητες, δικαιώματα βέτο και ξεχωριστή πολιτική εκπροσώπηση. Αντί να λειτουργήσει ως μεταβατικό πλαίσιο που θα επέτρεπε τη σταδιακή οικοδόμηση εμπιστοσύνης και κοινής πολιτικής εμπειρίας, «πάγωσε» τη διαφορά σε μια άκαμπτη θεσμική μορφή. Η Κύπρος έγινε ανεξάρτητο κράτος χωρίς να έχει προηγηθεί μια ξεκάθαρη συμφωνία για το πώς θα λειτουργήσει ως κοινό πολιτικό σπίτι.
Έτσι, η ανεξαρτησία του 1960 δεν έκλεισε τις πληγές που άνοιξε η αποικιοκρατία και ο ένοπλος αγώνας. Τις μετέφερε μέσα στο ίδιο το κράτος. Και αυτό θα φανεί πολύ γρήγορα.
1960–1963: γιατί το κράτος δεν λειτούργησε
Η Κυπριακή Δημοκρατία γεννήθηκε το 1960 ως ανεξάρτητο κράτος, αλλά όχι ως αποτέλεσμα κοινής πολιτικής συμφωνίας των κατοίκων του νησιού. Ήταν προϊόν διεθνούς συμβιβασμού, σχεδιασμένου για να ισορροπεί φόβους και συμφέροντα. Το νέο Σύνταγμα δεν βασίστηκε στην έννοια της κοινής πολιτικής βούλησης, αλλά στη λογική της αμοιβαίας καχυποψίας: κάθε κοινότητα έπρεπε να προστατεύεται από την άλλη μέσω θεσμικών ασφαλιστικών δικλίδων.
Παρότι, όμως, το Σύνταγμα του 1960 δεν ήταν επιλογή των ίδιων των Κυπρίων, υπήρχαν πεδία όπου οι πολιτικές αποφάσεις έστελναν διαφορετικό μήνυμα. Ένα από αυτά ήταν η σχέση κράτους και Εκκλησίας. Η επιλογή ο θρησκευτικός ηγέτης της ελληνοκυπριακής κοινότητας να αναλάβει ταυτόχρονα και την Προεδρία της Δημοκρατίας δεν επέτρεψε στο νέο κράτος να εμφανιστεί ως ουδέτερο πλαίσιο για όλους τους πολίτες της. Χωρίς να εξετάζουμε εδώ τις προθέσεις, πρέπει να πούμε πως το κράτος γεννήθηκε με έναν συμβολισμό που ενίσχυε την κοινοτική καχυποψία αντί να τη μειώνει.
Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος εκλέγονταν από διαφορετικές κοινότητες και διέθεταν δικαίωμα βέτο. Η δημόσια διοίκηση, η Βουλή, ακόμη και οι ένοπλες δυνάμεις οργανώθηκαν με αυστηρά ποσοστιαίο τρόπο. Στην πράξη, το κράτος δεν ενθάρρυνε τη συνεργασία· την καθιστούσε δύσκολη. Κάθε σοβαρή απόφαση μπορούσε να μπλοκαριστεί, όχι επειδή ήταν κακή, αλλά επειδή θεωρείτο απειλή για την άλλη πλευρά.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική ηγεσία κλήθηκε να κυβερνήσει χωρίς πραγματικά εργαλεία διαχείρισης κρίσεων. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος βρέθηκε επικεφαλής ενός κράτους που δύσκολα θα μπορούσε να λειτουργήσει ομαλά.
Οι προτάσεις του Μακαρίου για συνταγματικές αλλαγές το 1963 – γνωστές ως «13 σημεία»- παρουσιάστηκαν από την ελληνοκυπριακή πλευρά ως προσπάθεια βελτίωσης της κυβερνησιμότητας. Ωστόσο, για τους Τουρκοκύπριους εκλήφθηκαν —και όχι αδικαιολόγητα—ως απόπειρα μετατόπισης της ισορροπίας ισχύος σε βάρος τους και αποδυνάμωσης των εγγυήσεων που είχαν εξασφαλίσει.
Η σύγκρουση που ακολούθησε δεν ήταν απλώς πολιτική. Η βία των ετών 1963–64 οδήγησε τους Τουρκοκύπριους στην αποχώρηση από τους κρατικούς θεσμούς και στη συγκέντρωσή τους σε εδαφικούς θύλακες —δηλαδή γεωγραφικά οριοθετημένες περιοχές με περιορισμένη πρόσβαση και ελεγχόμενη μετακίνηση. Το κράτος συνέχισε να υπάρχει τυπικά, αλλά έπαψε να λειτουργεί ως κοινό πολιτικό πλαίσιο. Η εδαφική ενότητα τυπικά παρέμεινε, η πολιτική ενότητα όμως είχε ήδη χαθεί.
1963–1964: Η κρίση γίνεται καθημερινότητα
Οι αδυναμίες του Συντάγματος από μόνες τους δεν αρκούν για να εξηγήσουν τη βία που ξέσπασε το 1963–64. Το πρόβλημα ήταν βαθύτερο. Το νέο κράτος δεν είχε αποκτήσει κοινή πολιτική νομιμοποίηση, ούτε κοινό όραμα για το μέλλον του. Για μεγάλο μέρος της ελληνοκυπριακής πλευράς, η ανεξαρτησία του 1960 εκλαμβανόταν ως μεταβατικό στάδιο. Για τους Τουρκοκύπριους, αντίθετα, αποτελούσε το ελάχιστο πλαίσιο ασφάλειας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αμοιβαίας καχυποψίας, κάθε θεσμική τριβή μετατράπηκε σε πολιτική σύγκρουση και κάθε πολιτική σύγκρουση σε κρίση ασφάλειας. Τα γεγονότα του 1963 δεν προέκυψαν απλώς από δυσλειτουργικούς θεσμούς, αλλά από ένα κράτος που δεν είχε ποτέ γίνει κοινό πολιτικό σπίτι.
Τα γεγονότα του 1963–64 δεν ήταν ένα ακαθόριστο «ξέσπασμα βίας» ούτε σύγκρουση ανάμεσα σε απλούς πολίτες. Ήταν η πρώτη πραγματική κατάρρευση της κοινής ζωής στην Κύπρο. Με αφορμή τη συνταγματική κρίση και τις προτάσεις για αλλαγές, ενεργοποιήθηκαν μηχανισμοί βίας που υπήρχαν ήδη στο νησί και λειτουργούσαν κάτω από την επιφάνεια. Οι συγκρούσεις δεν ξεκίνησαν από αυθόρμητη λαϊκή κινητοποίηση· ξεκίνησαν εκεί όπου υπήρχε οπλισμός, οργανωμένες ομάδες και αίσθηση ότι η ασφάλεια δεν ήταν πλέον εγγυημένη.
Ο οπλισμός δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Στο νησί υπήρχαν ακόμη όπλα από την περίοδο του ένοπλου αγώνα της ΕΟΚΑ, υπήρχαν παράνομα δίκτυα προμήθειας και υπήρχαν ομάδες που είχαν οργανωθεί με λογική «αυτοάμυνας». Σε ένα περιβάλλον όπου το κράτος δεν κατάφερνε να επιβάλει ενιαίο έλεγχο και εμπιστοσύνη, αυτά τα δίκτυα ενεργοποιήθηκαν. Οι ένοπλες ενέργειες δεν ήταν συμμετρικές ούτε ισοδύναμες, αλλά είχαν κοινό αποτέλεσμα: τη δημιουργία γενικευμένου φόβου και ανασφάλειας.
Ο οπλισμός δεν περιοριζόταν στη μία πλευρά. Στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, από τα τέλη της αποικιακής περιόδου, είχαν ήδη αρχίσει να συγκροτούνται οργανωμένοι μηχανισμοί αυτοάμυνας με ελαφρύ οπλισμό και απόλυτα σαφή κοινοτική στόχευση, όπως η ΤΜΤ. Οι δομές αυτές δεν εξέφραζαν τον πληθυσμό στο σύνολό του. Λειτουργούσαν μέσα σε κλίμα φόβου και ανασφάλειας, με βασικό στόχο την προστασία της κοινότητας. Μετά το 1963–64, η ύπαρξη θυλάκων και η αποχώρηση από τους κρατικούς θεσμούς θα μετατραπούν σταδιακά από αμυντική πρακτική σε στρατηγικό δεδομένο, με αυξανόμενη εμπλοκή της Τουρκίας.
Οι απλοί πολίτες της Κύπρου βρέθηκαν εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε ένοπλους μηχανισμούς που δεν έλεγχαν. Υπήρξαν επιθέσεις, αντίποινα, εκτοπισμοί και νεκροί. Η καθημερινότητα διαλύθηκε.
Οι Τουρκοκυπριακοί θύλακες δεν ήταν προσωρινή ταλαιπωρία. Ήταν πραγματικές, γεωγραφικά οριοθετημένες περιοχές, συχνά αποκομμένες, με περιορισμένη πρόσβαση σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Υπήρχαν δρόμοι που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, περιοχές που έγιναν απροσπέλαστες, διαδρομές που απαιτούσαν μεγάλες παρακάμψεις. Η Κύπρος άρχισε να τεμαχίζεται στην πράξη πολύ πριν το 1974. Η μετακίνηση ανθρώπων, εμπορευμάτων και υπηρεσιών δεν ήταν πλέον δεδομένη· η καθημερινή ζωή οργανώθηκε γύρω από σύνορα που δεν υπήρχαν στους χάρτες, αλλά καθόριζαν τα πάντα.
Σε αυτό το περιβάλλον αστάθειας, καθοριστικό ρόλο έπαιξε και ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε την ασφάλεια η ίδια η ελληνοκυπριακή ηγεσία. Ο Υπουργός Εσωτερικών Πολύκαρπος Γιωρκάτζης υπήρξε κεντρικό πρόσωπο στη συγκρότηση και ανοχή ένοπλων μηχανισμών που λειτουργούσαν παράλληλα με το κράτος. Η λογική ήταν η «αυτοπροστασία σε συνθήκες κρίσης». Στην πράξη, όμως, η ασφάλεια δεν ασκούνταν πλέον αποκλειστικά μέσα από θεσμούς με σαφή λογοδοσία και έλεγχο. Το όριο ανάμεσα στη θεσμική ασφάλεια και την παραστρατιωτική δράση θόλωσε, με συνέπειες καταστροφικές για την εμπιστοσύνη ανάμεσα στις κοινότητες.
Την ίδια στιγμή, η στάση των Βρετανών υπήρξε καθοριστική, όχι ως ενεργός υποκίνηση της σύγκρουσης, αλλά ως απουσία αποφασιστικής παρέμβασης. Παρότι διατηρούσαν στρατιωτική παρουσία στο νησί και γνώριζαν τη δυναμική της κρίσης, δεν λειτούργησαν ως εγγυητής της ασφάλειας. Αντί να επιδιώξουν την αποκατάσταση της κοινής τάξης, προχώρησαν σε μια προσωρινή διαχειριστική λύση: τη χάραξη μιας γραμμής κατάπαυσης της βίας στη Λευκωσία —της λεγόμενης «Πράσινης Γραμμής». Η γραμμή αυτή δεν σχεδιάστηκε ως σύνορο ούτε ως πολιτική διευθέτηση· ήταν ένα πρακτικό μέτρο αποκλιμάκωσης. Ωστόσο, στην πράξη, κατέγραψε για πρώτη φορά τον χωρικό διαχωρισμό στο νησί. Μετά την ανεξαρτησία, η προτεραιότητα των Βρετανών δεν ήταν η εσωτερική συνοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά η διασφάλιση των στρατιωτικών τους βάσεων. Το κενό ασφάλειας που δημιουργήθηκε δεν καλύφθηκε από κανέναν.