Κοσμος

Άγνωστες Ηρωίδες: Ευγενία Γκίνσμπουργκ, η γυναίκα που δεν μπορούσε να ξεχάσει

Οι αθέατες πρωτοπόροι της επιστήμης, των ιδεών, των τεχνών και των γραμμάτων: Αυτές είναι οι ιστορίες τους.

Κυριάκος Αθανασιάδης
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γυναίκες που άλλαξαν τον κόσμο

Η ιστορία γράφεται από άντρες, και συχνά παραλείπει τις γυναίκες εκείνες που υπήρξαν οι σιωπηλές αρχιτέκτονες της προόδου, αφήνοντας το έργο τους στο περιθώριο της συλλογικής μνήμης. Από τα εργαστήρια της πυρηνικής φυσικής και τα πεδία των μαχών έως τις κορυφές των ορέων και τις απαγορευμένες ζώνες του πνεύματος, οι γενναίες αυτές γυναίκες αψήφησαν τους περιορισμούς της εποχής τους και άλλαξαν τον ρου των γεγονότων. Η παρούσα σειρά κειμένων δεν επιχειρεί να αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια, αλλά να παρουσιάσει μικρά πορτρέτα με τη ζωή και τη δράση γυναικών που, παρά την καθοριστική συμβολή τους, παρέμειναν —αν όχι όλες, οι περισσότερες— επί πολύ χρόνο στην αφάνεια: μια μικρή αναδρομή σε ιστορίες γεμάτες θάρρος και ευφυΐα, που αποδεικνύουν ότι η εξέλιξη του κόσμου φέρει ανεξίτηλο, αν και συχνά αόρατο, γυναικείο αποτύπωμα.

Ένα πιστό κομματικό στέλεχος

Η Ευγενία Γκίνσμπουργκ γεννήθηκε στη Μόσχα στις 20 Δεκεμβρίου 1904, στους κόλπους μιας οικογένειας Ρωσοεβραίων της μεσαίας τάξης. Ο πατέρας της, Σολομών Γκίνσμπουργκ, ήταν φαρμακοποιός, και η μητέρα της, Ρεβέκκα, ήταν αφοσιωμένη στην οικογένεια και σε δουλειές του φαρμακείου. Το 1909 μετακόμισαν στο Καζάν, όπου η Ευγενία πέρασε την παιδική και νεανική της ηλικία.

Το Καζάν, πρωτεύουσα της αυτόνομης Δημοκρατίας του Ταταρστάν, βρίσκεται περίπου 800 χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας, στη συμβολή των ποταμών Βόλγα και Καζάνκα. Πρόκειται για μία μεγάλη και ιστορική πόλη, όπου συνυπάρχουν Τάταροι και Ρώσοι, με έντονη πολιτισμική και θρησκευτική ποικιλία. Οι Τάταροι αποτελούν τον βασικό αυτόχθονα πληθυσμό της περιοχής, με δική τους γλώσσα και παράδοση.

Αφοσιωμένο στέλεχος του Κομουνιστικού Κόμματος, καθηγήτρια πανεπιστημίου και δημοσιογράφος —αρθρογραφούσε τακτικά στην εφημερίδα «Κόκκινο Ταταρστάν»—, η Ευγενία συνέχισε να εργάζεται ενεργά και απρόσκοπτα. Μέχρι που όλα ήρθαν τα πάνω κάτω.

Η Ευγενία εντάχθηκε στο Κομουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης και σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Καζάν κοινωνικές επιστήμες και, κατόπιν, παιδαγωγικά. Εργάστηκε σαν δασκάλα σε rabfak της πόλης. Τα rabfak (σύντμηση των ρωσικών λέξεων рабочий факультет: εργατική σχολή) ήταν ένας τύπος εκπαιδευτικού ιδρύματος της Σοβιετικής Ένωσης που δημιουργήθηκε για να προετοιμάζει εργάτες και χωρικούς χωρίς τυπική βασική μόρφωση ώστε να έχουν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, με στόχο να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ της ανεπαρκούς σχολικής εκπαίδευσης του πληθυσμού και των απαιτήσεων των πανεπιστημιακών σπουδών.

Το 1934 έγινε επίκουρη καθηγήτρια ιστορίας του Κόμματος και επικεφαλής του νεοϊδρυθέντος τμήματος Ιστορίας του Λενινισμού. Παντρεύτηκε πολύ μικρή τον γιατρό Dmitriy Fedorov, με τον οποίο απέκτησε το 1926 έναν γιο, τον Alexei Fedorov. Ο Αλεξέι θα σκοτωνόταν το 1941 κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Λένινγκραντ. Το 1930 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, τον υψηλόβαθμο κομματικό αξιωματούχο Pavel Aksyonov. Το 1932 γεννήθηκε ο γιος της Vasily Aksyonov, που έζησε για πολλά χρόνια εξόριστος στις Ηνωμένες Πολιτείες και έμελλε να γίνει γνωστός αντικαθεστωτικός συγγραφέας.

Αφοσιωμένο στέλεχος του Κομουνιστικού Κόμματος, καθηγήτρια πανεπιστημίου και δημοσιογράφος —αρθρογραφούσε τακτικά στην εφημερίδα «Κόκκινο Ταταρστάν»—, η Ευγενία συνέχισε να εργάζεται ενεργά και απρόσκοπτα. Μέχρι που όλα ήρθαν τα πάνω κάτω. Το 1937, στο πλαίσιο του Μεγάλου Τρόμου του Στάλιν, η Γκίνσμπουργκ και ο σύζυγός της συνελήφθησαν με κατηγορίες για τροτσκισμό και αντισοβιετική δραστηριότητα.

Η φρίκη στην Κολιμά

Ένας συνάδελφός της είχε συλληφθεί προηγουμένως ως ύποπτος για τροτσκιστής και για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση. Επειδή στο παρελθόν είχε συνεργαστεί μαζί του, η Γκίνσμπουργκ κρίθηκε επίσης ύποπτη. Συνελήφθη, έτσι, για «ιδεολογική απόκλιση». Ανακρίθηκε επί ώρες. Οι ανακριτές απαίτησαν ομολογίες για εγκλήματα που —φυσικά— δεν είχε διαπράξει. Της είπαν ότι ήταν εχθρός του κόμματος και του κράτους. Της είπαν ότι της άξιζε ο θάνατος. Καταδικάστηκε συνολικά σε 10 χρόνια καταναγκαστικά έργα στην Κολιμά της Σιβηρίας: ένα γκουλάγκ που δεν είχε πουθενά το όμοιό του. Πριν όμως τη στείλουν εκεί, πέρασε σχεδόν δύο ολόκληρα χρόνια σε απομόνωση στη φυλακή της Γιαροσλάβλ.

Χωρίστηκε από τα παιδιά της. Εργάστηκε σε στρατόπεδα όπου η θερμοκρασία έπεφτε στους –60 βαθμούς. Παρακολουθούσε ανθρώπους να πεθαίνουν γύρω της. Υπέμεινε συστηματική βία και στερήσεις.

Στην Κολιμά, όπου οι συνθήκες επιβίωσης ήταν απάνθρωπες, η Ευγενία συνάντησε τον Anton Walter, γιατρό και συγκρατούμενό της, που αργότερα θα γινόταν ο τρίτος της σύζυγος. Αποφυλακίστηκε το 1947, αλλά το 1949 συνελήφθη ξανά, και καταδικάστηκε σε υποχρεωτική εγκατάσταση στη Μαγαντάν, όπου δίδασκε ρωσική γλώσσα και λογοτεχνία· ανάμεσα στους μαθητές της, ήταν και υπάλληλοι της μυστικής ασφάλειας.

Το Μαγαντάν, αξίζει να σημειωθεί, βρίσκεται στη ρωσική Άπω Ανατολή, στις ακτές της Θάλασσας του Οχότσκ, απέναντι από τη χερσόνησο της Καμτσάτκα. Απέχει 6.000 χιλιόμετρα από τη Μόσχα. Είναι η διοικητική πρωτεύουσα της περιφέρειας Μαγαντάν και τον καιρό εκείνο ήταν το βασικό διοικητικό κέντρο του συστήματος των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας της Κολιμά. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από ακραίο κλίμα, μακρύ και αδιανόητα βαρύ χειμώνα, και γεωγραφική απομόνωση.

Έτσι, η Ευγενία θα ζούσε τελικά επί 18 ολόκληρα χρόνια φυλακισμένη στα παγωμένα βάθη της Σιβηρίας. Χωρίστηκε από τα παιδιά της. Εργάστηκε σε στρατόπεδα όπου η θερμοκρασία έπεφτε στους –60 βαθμούς. Παρακολουθούσε ανθρώπους να πεθαίνουν γύρω της. Υπέμεινε συστηματική βία και στερήσεις. Αλλά έκανε και κάτι ακόμα: παρατηρούσε τα πάντα. Και όχι μόνο — συνειδητοποίησε ότι είχε ένα χάρισμα: τη μνήμη. Μπορούσε να συγκρατήσει λεπτομέρειες. Μπορούσε να δει μοτίβα. Μπορούσε να κατανοήσει τον παραλογισμό και την τραγωδία ταυτόχρονα.

Έτσι, έδωσε έναν όρκο: εάν τυχόν επιβίωνε, θα κατέγραφε τα πάντα. Θα γινόταν μάρτυρας. Δεν θα άφηνε τον κόσμο να ξεχάσει τι είχε συμβεί. Γιατί αυτό που είχε συμβεί δεν χωρούσε στο μυαλό του ανθρώπου. Ήταν η Κόλαση επί της γης.

Το ταξίδι μιας μαρτυρίας

Το 1955, μετά τον θάνατο του Στάλιν και μακροχρόνιες προσφυγές της στις Αρχές, η υπόθεσή της αναθεωρήθηκε, αναγνωρίστηκε έλλειψη στοιχείων για έγκλημα, και εντέλει —στα γενικά πλαίσια της αποσταλινοποίησης επί Χρουτσόφ— της επετράπη να επιστρέψει στη Μόσχα με πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Στη Μόσχα εργάστηκε σαν δημοσιογράφος σε διάφορα περιοδικά, αλλά η εβραϊκή καταγωγή της και το παρελθόν της την κράτησαν εκτός της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων, γεγονός που περιόριζε τις επαγγελματικές της δυνατότητες και προοπτικές. Αυτό όμως δεν την πείραζε πολύ, γιατί ταυτόχρονα έγραφε κάτι άλλο. Κάτι πολύ πιο σημαντικό.

Οι σοβιετικές Αρχές δεν θα άφηναν βέβαια ποτέ να δημοσιευτεί κάτι τέτοιο. Έτσι, με κίνδυνο της ζωής της, η Γκίνσμπουργκ έβγαλε λαθραία το χειρόγραφο από τη χώρα. Το βιβλίο θα έκανε δέκα ολόκληρα χρόνια να εκδοθεί.

Η Ευγενία Γκίνσμπουργκ θα μπορούσε βέβαια να ξεχάσει. Ή, έστω, να προσπαθήσει να ξεχάσει. Ή να επιλέξει να ξεχάσει. Θα μπορούσε να προχωρήσει στη ζωή της, να κλείσει τα μάτια, να σκύψει το κεφάλι. Σχεδόν όλοι αυτό έκαναν, άλλωστε. Αντ’ αυτού, η Ευγενία επέλεξε να θυμάται.

Δουλεύοντας τα βράδια, σχεδόν στα σκοτεινά, και υπό συνθήκες απόλυτης μυστικότητας, έγραψε τα απομνημονεύματά της: το περίφημο «Ταξίδι στον Ανεμοστρόβιλο». Ήταν μια λεπτομερής, γεμάτη ακλόνητα στοιχεία αφήγηση της σύλληψης, της ανάκρισης και της φυλάκισής της. Ήταν λογοτεχνία, αλλά και μαρτυρία μαζί. Ήταν απόδειξη. Οι σοβιετικές Αρχές δεν θα άφηναν βέβαια ποτέ να δημοσιευτεί κάτι τέτοιο. Έτσι, με κίνδυνο της ζωής της, η Γκίνσμπουργκ έβγαλε λαθραία το χειρόγραφο από τη χώρα. Το βιβλίο θα έκανε δέκα ολόκληρα χρόνια να εκδοθεί. Θα έβγαινε όμως τελικά το 1967, σε μετάφραση (από τον Mondadori στο Μιλάνο και κατόπιν από τον Possev στη Φρανκφούρτη), για να γίνει αμέσως ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα για την απάνθρωπη σταλινική εποχή. Στα ρωσικά δεν θα δημοσιευόταν πριν περάσουν ακόμη είκοσι χρόνια…

Το «Ταξίδι στον Ανεμοστρόβιλο», που κάλυπτε τα χρόνια 1934-1939 (θα ακολουθούσε αργότερα και ένα δεύτερος τόμος), περιγράφοντας με ντοκουμενταρίστικη λεπτομέρεια την εμπειρία της στο σοβιετικό «σωφρονιστικό» σύστημα, δεν είναι τα απομνημονεύματα ενός θύματος, αλλά το έργο ενός μεγάλου καλλιτέχνη και μάρτυρα. Η Γκίνσμπουργκ γράφει για τους συγκρατούμενούς της με τρυφερότητα και ακρίβεια. Αποτυπώνει την ανθρώπινη φύση των εγκλείστων σε απάνθρωπες συνθήκες. Βρίσκει χιούμορ στον τρόμο. Βρίσκει αλληλεγγύη στην απομόνωση. Δείχνει ότι, ακόμη και στα φρικώδη γκουλάγκ, κάποιοι άνθρωποι συνέχισαν να είναι άνθρωποι: δημιουργούσαν φιλίες, απήγγελλαν ποίηση από μνήμης, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους.

Οι διώξεις δεν περιορίστηκαν στην πολιτική ελίτ, αλλά επεκτάθηκαν με σφοδρότητα στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού, όπου εξοντώθηκε το μεγαλύτερο μέρος της ανώτατης ηγεσίας του, καθώς και σε διανοούμενους, θρησκευτικές ομάδες και εθνικές μειονότητες

Η Ευγενία Γκίνσμπουργκ, μία από τις σημαντικότερες φωνές της αντιφρονούσας γραμματείας, πέθανε το 1977, με την κατάθεσή της ολοκληρωμένη. Το βιβλίο της, μια συγκλονιστική μαρτυρία για τον ολοκληρωτισμό του 20ού αιώνα γραμμένη με λυρισμό αλλά και ιστορική ακρίβεια, άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος κατανοούσε την απολυταρχία, και έδειξε ότι η μεγαλύτερη αντίσταση στην τυραννία είναι μερικές φορές απλώς η άρνηση να ξεχάσεις.

Πέθανε στη Μόσχα το 1977, πέρα για πέρα ικανοποιημένη. Είχε κοιτάξει στα μάτια το τέρας, και το είχε νικήσει.

ΥΓ1. Εκτός από τα ιταλικά και τα γερμανικά, το «Ταξίδι στον Ανεμοστρόβιλο» έχει μεταφραστεί στα βουλγαρικά, στα τσεχικά, στα δανικά, στα ολλανδικά, στα φινλανδικά, στα γαλλικά, στα ιαπωνικά, στα περσικά, στα πολωνικά, στα πορτογαλικά, στα ρουμανικά, στα ισπανικά, στα σουηδικά και στα τουρκικά. Με άλλα λόγια, το έργο της έχει κυκλοφορήσει τουλάχιστον στις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες και σε μερικές ακόμη, γεγονός που επιβεβαιώνει τη διεθνή αποδοχή του και τη διάδοσή του πέρα από τον αγγλόφωνο και ρωσικό χώρο. Δεν έχει εκδοθεί στα ελληνικά.

ΥΓ2. Η Μεγάλη Εκκαθάριση, γνωστή και ως Μεγάλος Τρόμος, υπήρξε μια εκτεταμένη εκστρατεία πολιτικής καταστολής και διώξεων στη Σοβιετική Ένωση που κορυφώθηκε κατά τη διετία 1937-38 υπό την ηγεσία του Ιωσήφ Στάλιν. Κύριος στόχος της επιχείρησης ήταν η εδραίωση της απόλυτης εξουσίας του Στάλιν μέσω της εξόντωσης των πραγματικών ή υποτιθέμενων πολιτικών του αντιπάλων, καθώς και η απαλλαγή του Κομουνιστικού Κόμματος από διαφωνούντα στοιχεία. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από τις Δίκες της Μόσχας, όπου κορυφαία στελέχη των Μπολσεβίκων και παλιοί συνοδοιπόροι του Λένιν εξαναγκάστηκαν, συχνά μέσω βασανιστηρίων, να ομολογήσουν εγκλήματα προδοσίας, κατασκοπείας και σαμποτάζ που δεν είχαν διαπράξει ποτέ. Οι διώξεις δεν περιορίστηκαν στην πολιτική ελίτ, αλλά επεκτάθηκαν με σφοδρότητα στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού, όπου εξοντώθηκε το μεγαλύτερο μέρος της ανώτατης ηγεσίας του, καθώς και σε διανοούμενους, θρησκευτικές ομάδες και εθνικές μειονότητες. Ο μηχανισμός της καταστολής λειτούργησε μέσω της μυστικής αστυνομίας (Νι-Κα-Βε-Ντε, Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων). Οι καταδίκες εκδίδονταν συχνά από εξωδικαστικά όργανα, τις περιβόητες τρόικες, και κατέληγαν είτε σε άμεσες εκτελέσεις είτε σε εγκλεισμό στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, τα γκουλάγκ. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια των εκκαθαρίσεων εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες τουλάχιστον 600.000 άνθρωποι, ενώ οι συλλήψεις και οι εκτοπισμοί επηρέασαν εκατομμύρια πολίτες. Πολλές εκατοντάδες χιλιάδες κρατούμενοι άφησαν επίσης την τελευταία τους ανάσα στα στρατόπεδα εκτοπισμού. Η εκστρατεία άρχισε να εξασθενεί στα τέλη του 1938, αφήνοντας πίσω της μια κοινωνία υπό καθεστώς απόλυτου φόβου και μια κρατική δομή πλήρως ελεγχόμενη από τον Στάλιν.

ΥΓ3. Το 2009 κυκλοφόρησε το ιστορικό-βιογραφικό φιλμ «Within the Whirlwind», σε σκηνοθεσία της Marleen Gorris, με την Έμιλι Γουάτσον στον ρόλο της Ευγενίας Γκίνσμπουργκ. Λόγω του ξεσπάσματος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης εκείνη τη χρονιά, η ταινία δεν βρήκε τον δρόμο της στους κινηματογράφους. Παίχτηκε όμως σε διάφορα διεθνή φεστιβάλ.

* * *

Η Ευγενία Γκίνσμπουργκ (Евге́ния Соломо́новна Ги́нзбург, 1904-1977), δασκάλα και δημοσιογράφος στο Καζάν, ήταν πιστή κομουνίστρια. Δεν είχε κάνει τίποτα κακό. Αλλά η αφοσίωση δεν σήμαινε τίποτα κατά τη διάρκεια της σταλινικής τρομοκρατίας. Ούτε η αλήθεια. Άλλωστε, το κόμμα δεν νοιαζόταν για την αλήθεια. Καταδικάστηκε σε 18 χρόνια καταναγκαστικά έργα στην Κολιμά της Σιβηρίας, ένα από τα πιο βάναυσα σοβιετικά στρατόπεδα συγκέντρωσης που υπήρξαν ποτέ. Αλλά έκανε και κάτι ακόμα: όταν ελευθερώθηκε, φρόντισε να μάθει όλος ο κόσμος την αλήθεια.