Κοσμος

Διάσκεψη Ασφαλείας Μονάχου: Ευρώπη, Αμερική και η δύναμη της ταυτότητας

Η ομιλία του Ρούμπιο λειτούργησε με τρόπο που έκανε επίκληση στην Ιστορία και όχι στα απομονωμένα γεγονότα

Σοφία Καλαμαντή
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου και η στάση της Ευρώπης σε θέματα ταυτότητας

Πέρυσι τέτοιο καιρό η συζήτηση κινούταν στις ίδιες γραμμές προβληματισμού: η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, με φλέγοντα ζητήματα προς επίλυση για το ίδιο το μέλλον και την ευημερία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επισκιάστηκε από την αμερικανική παρουσία και τοποθέτηση.  Αυτήν την φορά, βέβαια, όχι με την αυστηρή και άκρως επικριτική τοποθέτηση του Αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, τον οποίο είχαμε δει πέρυσι να εμφανίζεται ως «Σερίφης» που ήρθε να βάλει τάξη, αλλά με εκείνη του περισσότερο «διδακτικού» Υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο. Η διαφορά στο ύφος ήταν αρκετά εμφανής, εξαιτίας και της χρονολογικής διαφοράς, με την ορμή του Βανς να προερχόταν πέρυσι μεταξύ άλλων και από την φρέσκια προεδρία Τραμπ, η οποία δεν είχε δοκιμαστεί όσο τώρα σε εσωτερικό και εξωτερικό. Όπως και να έχει ωστόσο, η ομιλία Ρούμπιο ήταν σε εξίσου σκληρή γραμμή, λιγότερο συγκαταβατική αλλά με ίδια διάθεση να «ταρακουνήσει».

«Πατρικός» (φαινομενικά τουλάχιστον) ο τόνος του Αμερικανού Υπ. Εξωτερικών: «ο Πρόεδρος Τραμπ απαιτεί σοβαρότητα και αμοιβαιότητα από τους ευρωπαίους «φίλους», τόνισε ο Ρούμπιο. «Επειδή νοιάζεται» συνέχισε. «Νοιαζόμαστε ως Αμερική για το μέλλον σας αλλά και για το δικό μας, επειδή μας συνδέουν ρίζες όχι απλώς στρατιωτικές ή οικονομικές, αλλά πνευματικές και πολιτισμικές». Στη συνέχεια ο Ρούμπιο χτύπησε την ευαίσθητη φλέβα πολλών. Αναφέρθηκε στα διακυβεύματα εκείνα που έχουν ήδη κάνει πολλούς εκλογείς να γυρίσουν την πλάτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις συστημικές δυνάμεις, θεωρώντας πως η αργόσυρτη, τεχνοκρατική και στερημένη από κάποιο βαθύτερο πολιτικό όραμα ευρωπαϊκή ηγεσία, όχι απλώς δεν ενδιαφέρεται, ίσως πλέον και να μην τα διακρίνει καν. Μίλησε για αξίες ο Αμερικανός Υπ. Εξωτερικών: για πολιτισμική παρακαταθήκη, για «τρόπο ζωής», για ιδεώδη που ανήκουν και αποτελούν αδιαπραγμάτευτο κληροδότημα αυτού που ονομάζουμε εν συνόλω «Δύση». Οι αρχές του Φιλελευθερισμού, του Κράτους Δικαίου, η έκρηξη της επιστημονικής προόδου και η άνθηση των Τεχνών, όλα αυτά μας ανήκουν, είναι δικά μας και χρήζουν διαφύλαξης και προστασίας. Προστασία από την μαζική μετανάστευση, την από-βιομηχανοποίηση, την κατάλυση των συνόρων, αλλά και από όσους κρύβονται πίσω από αφηρημένες έννοιες Διεθνούς Δικαίου, οι οποίες διαρκώς καταπατώνται. Ισχύς και θέληση είναι τα δύο βασικά συστατικά, σύμφωνα με το πλέον εγκαθιδρυμένο αμερικανικό δόγμα λειτουργίας στη διεθνή σκηνή, τα οποία η Αμερική περιμένει να δει από την Ευρώπη, στις διατλαντικές σχέσεις και όχι μόνο.

Τι κι αν ο Υπουργός Άμυνας της Γερμανίας, Μπόρις Πιστόριους, προέβη σε μία νηφάλια, περισσότερο «πραγματιστική» τοποθέτηση-απάντηση στη δική του ομιλία; Υπογράμμισε ότι η Ευρώπη χρειάζεται σαφείς διαβεβαιώσεις για το ότι είναι δυνατόν να διατηρήσει μία άνευ εκπλήξεων, αξιόπιστη συνεργασία με τις ΗΠΑ, η οποία δεν μπορεί να συνεχίσει να δρα μονομερώς στο διεθνές σκηνικό. Η μεταρρύθμιση των θεσμών διεθνούς ελέγχου και τάξης πράγματι αναγκαία, η κατάλυσή τους ωστόσο απαγορευτική. Σωστά όλα τα παραπάνω και μετρημένα, ιδιαίτερα στην εποχή συνεχούς αβεβαιότητας και πολλαπλών κρίσεων. Δεν αρκούν ωστόσο για να λειτουργήσουν ως πρόταγμα σε εκείνο που αγκάλιασε με τα λεγόμενά του ο Ρούμπιο, το οποίο φωλιάζει πολύ ευκολότερα στη συνείδηση και, ίσως σημαντικότερα, στο θυμικό πολλών Ευρωπαίων: την ταυτότητα. Υπάρχει λόγος που οι μεταϋλιστικές αξίες κερδίζουν συνεχώς έδαφος τα τελευταία χρόνια· γίνονται η βάση για ιδεολογικές συγκρούσεις, τριβές μεταξύ παλιού και νέου κατεστημένου, για κλονισμό εδραιωμένων πολιτικών δυνάμεων, για συλλήβδην ανάδυση νέων διαιρετικών τομών, που επαναπροσδιορίζουν εκλογικούς χάρτες και πολιτικά στρατόπεδα. Η ομιλία Ρούμπιο έκανε ακριβώς αυτό: λειτούργησε με τρόπο που έκανε επίκληση στην Ιστορία και όχι στα απομονωμένα γεγονότα, στις αξίες και όχι στους βραχυπρόθεσμους «τεχνικούς» στόχους, στο εσωτερικευμένο «είναι» των ανθρώπων που αντιλαμβάνονται τη Δύση ως εγγενές κομμάτι της ύπαρξης τους και όχι ως ένα ουδέτερο προσδιοριστικό σημείο γεωγραφικού ενδιαφέροντος. Βεβαίως, τίποτε δεν είναι απολύτως αθώο· σε αυτήν την ιδεολογική επίκληση συνέχειας και πολιτισμικής επιβίωσης έχουν χτιστεί από αντικαθεωστικές/αντισυστημικές ρητορικές, μέχρι λαϊκιστικές/συνωμοσιολογικές δυνάμεις, που φτάνουν να απειλήσουν κάθε είδους ορθολογικής κρίσης και ψύχραιμης προσέγγισης. Τα ευήκοα ώτα παρασύρονται (και) από τις μηδενιστικές οπτικές, που δεν έχουν παρά μόνο τη δική τους πολιτική επιβίωση ως προτεραιότητα.

Τι πρέπει να κάνει λοιπόν η Ευρώπη; Να κουνήσει συγκαταβατικά το κεφάλι και να δεχθεί αγόγγυστα και το φετινό «κατσάδιασμα», ως συνέχεια του περσινού; Ή μήπως να γυρίσει καθολικά την πλάτη στο αδιαμφισβήτητα ισχυρό ρεύμα ανάγκης για ταυτοτική επιβεβαίωση και υπεράσπιση των αξιών της, το οποίο χαρακτηρίζει πλέον μεγάλο μέρος των πολιτών της, επειδή αυτός που τα λέει μας είναι λίγο-πολύ «ασυμπάθιστος»; Η πιο ψύχραιμη απάντηση θα ήταν τίποτε από τα δύο. Αυτό που έχει ανάγκη η Ευρώπη την παρούσα στιγμή είναι να επανακτήσει το «narrative» που αξιωματικά δικαιούται. Να πάψει να επιτρέπει σε άλλους παίκτες να μιλούν εκ μέρους της, διαμορφώνοντας το αφήγημα για λογαριασμό της. Να γίνει η ίδια αυτό που πάντα ήταν: ο κυρίαρχος φορέας των δυτικών αξιών, που έδωσαν το φως τους για να γίνει τελικά εκείνη η άγρια, αχανής έκταση η μεγαλύτερη υπερδύναμη του πλανήτη στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Αυτό φυσικά ούτε με ευχολόγια θα γίνει, ούτε με μονίμως αμυντική προσέγγιση, με τους Ευρωπαίους αξιωματούχος να δίνουν μισές απαντήσεις κι αυτές μόνο όταν κάποιος τους στήσει στον «ιδεολογικό τοίχο». Απαιτείται όραμα και απαιτείται επίσης αναγνώριση των σφαλμάτων, των παραλείψεων και της παραμέλησης στοιχείων που έφτασαν να αποσιωπούνται στη Γηραιά Ήπειρο, ως «προβληματικά». Ας φροντίσει λοιπόν η ευρωπαϊκή ηγεσία, του χρόνου τέτοιον καιρό, να μη γίνουμε στο ίδιο έργο θεατές. Να είναι εκείνη που θα ορίσει την πορεία της συζήτησης, θα θέσει τα ερωτήματα, δε θα πασχίζει να βρει τις απαντήσεις, θα υψώσει αξιακό ανάστημα, με γνώμονα την προσήλωση στον δυτικό πολιτισμό, τον ορθολογισμό, την Ιστορία και τις κοινές αξίες.