- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Το Κυπριακό από την αρχή: Μέρος 1ο – Από την αποικιοκρατία στον «εθνικό στόχο»
Μια σειρά άρθρων που εξηγεί βήμα προς βήμα την ιστορία του Κυπριακού για όσους θέλουν να το καταλάβουν καλύτερα
Η σύγχρονη ιστορία της Κύπρου και του κυπριακού ζητήματος σε μια σειρά άρθρων
Το Κυπριακό μοιάζει συχνά σαν κάτι που, από τη μια, νομίζουμε πως το ξέρουμε ήδη κι από την άλλη, λειτουργούμε σαν να μην έχει πια σημασία να το καταλάβουμε, αφού τίποτε δεν φαίνεται να αλλάζει. Ίσως γιατί πονάει. Ίσως γιατί μας το παρέδωσαν έτοιμο, ως μια παγιωμένη υπόθεση, για να μην «χρειαστεί» να τη διαβάσουμε από την αρχή. Ίσως γιατί κάθε φάση του έκλεινε βιαστικά, σκεπάζοντας την προηγούμενη αντί να τη φωτίσει.
Τα άρθρα που ακολουθούν επιχειρούν κάτι απλό: να βάλουν τα γεγονότα σε μια καθαρή σειρά και να τα κοιτάξουν από απόσταση. Όχι μόνο για το τι έγινε και πότε, αλλά κυρίως για το σε ποια κατάσταση βρήκε κάθε ιστορική φάση την ίδια την κοινωνία της Κύπρου· πώς άλλαζαν οι φόβοι, οι προσδοκίες και οι ισορροπίες.
***
Παρά το γεγονός ότι τα πρώτα στοιχεία ανθρώπινης παρουσίας στην Κύπρο καταγράφονται ήδη από τη νεολιθική εποχή (6000 π.Χ.), ενιαίο και ανεξάρτητο κυπριακό κράτος γεννήθηκε μόλις το 1960 — και κράτησε μόλις 14 χρόνια. Αν δεν έχει κανείς αυτό το στοιχείο στο μυαλό του, δύσκολα μπορεί να καταλάβει τη στάση και τις αντιδράσεις της κυπριακής κοινωνίας απέναντι στο κράτος και τους θεσμούς του.
Επιπλέον, για να καταλάβουμε γιατί το κυπριακό κράτος γεννήθηκε με ενσωματωμένες αδυναμίες, χρειάζεται να κοιτάξουμε λίγο πιο πίσω από το 1960. Όχι για μια γενική ιστορική αναδρομή, αλλά για να δούμε μέσα σε ποια πολιτική εμπειρία —ή μάλλον απουσία πολιτικής εμπειρίας— διαμορφώθηκε η κυπριακή κοινωνία πριν αποκτήσει, για πρώτη φορά, δικό της κράτος.
Η Κύπρος και η άφιξη των Βρετανών
Η εμπειρία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Κύπρο δεν είναι ίδια με εκείνη στον ελλαδικό χώρο. Ξεκινά αργότερα και τελειώνει πολύ αργότερα. Όταν στην Ελλάδα έχει ήδη συγκροτηθεί ανεξάρτητο κράτος, η Κύπρος παραμένει οθωμανική επαρχία — μέρος μιας αυτοκρατορίας που όμως, βρίσκεται πια σε παρακμή.
Μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877–78, οι Οθωμανοί βρέθηκαν υπό έντονη διεθνή πίεση. Ως αντάλλαγμα για τη στήριξη που αναζήτησαν από τη Βρετανική Αυτοκρατορία, παραχώρησαν στους Βρετανούς τη διοίκηση της Κύπρου, διατηρώντας τυπικά μόνο την κυριαρχία. Στην πράξη, οι Βρετανοί ανέλαβαν πλήρως τον έλεγχο του νησιού· η Κύπρος τους ενδιέφερε στρατηγικά: βρίσκεται σε κομβικό σημείο της Ανατολικής Μεσογείου, κοντά στη Μέση Ανατολή και στους δρόμους προς την Ινδία. Μόλις το 1925, η Βρετανία προσάρτησε επίσημα την Κύπρο, καθιστώντας την αποικία του Στέμματος. Από εκείνη τη στιγμή, η Κύπρος έπαψε να διοικείται από μια παραδοσιακή αυτοκρατορική εξουσία και μπήκε σε ένα αποικιακό σύστημα δυτικού τύπου — μια αλλαγή που θα επηρέαζε βαθιά την πολιτική της εξέλιξη.
Η αποικιακή διοίκηση και η πολιτικοποίηση των κοινοτήτων
Η βρετανική διοίκηση έφερε στην Κύπρο σύγχρονους θεσμούς: δημόσια διοίκηση, δικαστήρια, εκπαίδευση, φορολογικό σύστημα. Αυτές οι αλλαγές βελτίωσαν ορισμένες πτυχές της καθημερινής ζωής, συνοδεύτηκαν, όμως, από μια βασική στρατηγική: οι Βρετανοί δεν προσπάθησαν να διαμορφώσουν μια κοινή πολιτική ταυτότητα για τους κατοίκους του νησιού. Αντίθετα, οργάνωσαν τη διοίκηση διακρίνοντας με απόλυτο τρόπο τις δύο κοινότητες. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι αντιμετωπίζονταν ως ξεχωριστά σύνολα, με διαφορετική εκπροσώπηση και διαφορετικά κανάλια επικοινωνίας με την αποικιακή εξουσία.
Αυτή η πρακτική δεν ήταν τυχαία. Ήταν κλασική αποικιακή πολιτική της Βρετανικής Αυτοκρατορίας: η διαχείριση της διαφοράς θεωρούνταν πιο ασφαλής από την καλλιέργεια ενός κοινού πολιτικού χώρου που θα μπορούσε να διεκδικήσει αυτονομία ή ανεξαρτησία. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι θρησκευτικές και πολιτισμικές διαφορές άρχισαν σταδιακά να αποκτούν πολιτικό περιεχόμενο. Οι κοινότητες δεν έμαθαν να λειτουργούν μαζί μέσα από θεσμούς, αλλά να διαπραγματεύονται χωριστά με την εξουσία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στους κατοίκους της Κύπρου. Υπήρχαν, αλλά είχαν κυρίως θρησκευτικό χαρακτήρα και μάλιστα ήπιο και δεν μεταφράζονταν σε πολιτική αντιπαράθεση. Οι μουσουλμάνοι είχαν προνόμια έναντι των χριστιανών, όμως η οθωμανική εξουσία βρισκόταν έξω από την κοινωνία χωρίς να περνά μέσα από θεσμούς όπου οι κοινότητες θα έπρεπε να συνυπάρξουν ή να ανταγωνιστούν πολιτικά. Με την έλευση των Βρετανών και την εισαγωγή θεσμών περιορισμένης πολιτικής εκπροσώπησης, μέσα στους οποίους οι κοινότητες συμμετείχαν χωριστά, αυτή η παλιά διαφορά μεταφέρθηκε στο πεδίο της πολιτικής και άρχισε να καθορίζει το μέλλον του νησιού.
Στο ίδιο διάστημα, η εκπαίδευση λειτούργησε ως βασικός φορέας εθνικών αφηγήσεων. Τα σχολεία των Ελληνοκυπρίων ενίσχυαν τη σύνδεση με την Ελλάδα, ενώ τα σχολεία των Τουρκοκυπρίων τη σύνδεση με τον τουρκικό κόσμο. Η αποικιακή διοίκηση ανέχθηκε —και συχνά διευκόλυνε— αυτή τη διαδικασία, όχι από αδιαφορία, αλλά επειδή δεν απειλούσε τον έλεγχό της και, αντιθέτως, τον καθιστούσε ευκολότερο. Έτσι, πριν ακόμη τεθεί το ζήτημα της ανεξαρτησίας, είχε ήδη διαμορφωθεί μια κοινωνία όπου οι πολιτικές προσδοκίες των δύο κοινοτήτων κινούνταν σε διαφορετικές κατευθύνσεις.
Αυτή η… κληρονομιά θα αποδειχθεί καθοριστική αργότερα. Όταν θα έρθει η στιγμή να συζητηθεί το μέλλον της Κύπρου, δεν θα υπάρχει ένα κοινό πολιτικό σημείο εκκίνησης. Θα υπάρχουν δύο διαφορετικές αγωνίες, δύο διαφορετικά οράματα και μια αποικιακή εμπειρία που δίδαξε τον διαχωρισμό, όχι τη συνύπαρξη.
Η Ένωση: ένα αίτημα χωρίς πολιτικό σχέδιο
Η σχέση των Ελληνοκυπρίων με τον ελληνικό κόσμο δεν γεννήθηκε τον 20ό αιώνα. Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, και ιδιαίτερα την περίοδο της Ελληνικής επανάστασης, υπήρχε ισχυρή θρησκευτική και πολιτισμική ταύτιση. Οι Ελληνοκύπριοι ένιωθαν μέρος του ίδιου κόσμου με τους υπόλοιπους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και πλήρωσαν βαρύ τίμημα γι’ αυτό, με διώξεις και εκτελέσεις. Το ελληνικό κράτος, όμως, βρισκόταν τότε στα πρώτα του βήματα και η Κύπρος δεν θα μπορούσε να αποτελεί αντικείμενο κάποιας συγκεκριμένης κρατικής διεκδίκησης.
Το αίτημα της Ένωσης, ως ξεκάθαρος πολιτικός στόχος, διαμορφώνεται σταδιακά πολύ αργότερα, κυρίως τον 20ό αιώνα, μέσα στο πλαίσιο της βρετανικής αποικιοκρατίας και της ανόδου των εθνικισμών. Για μεγάλο μέρος της ελληνοκυπριακής κοινωνίας, η Ένωση παρουσιάστηκε ως η φυσική απάντηση στην αποικιακή κυριαρχία: ένας τρόπος απελευθέρωσης και ένταξης σε ένα εθνικό κράτος με το οποίο υπήρχε ήδη ισχυρός δεσμός. Η ιδέα αυτή απέκτησε μαζικό χαρακτήρα και σταδιακά κυριάρχησε στην πολιτική σκέψη της ελληνοκυπριακής πλευράς.
Για τους Τουρκοκύπριους, όμως, η ίδια ιδέα είχε εντελώς διαφορετικό νόημα. Η Ένωση με την Ελλάδα δεν εκλαμβανόταν ως ουδέτερη πολιτική επιλογή, αλλά ως απειλή για την ασφάλεια, τα δικαιώματα και την ίδια την παρουσία τους στο νησί. Στην αρχή, η τουρκοκυπριακή στάση δεν ήταν επιθετική ούτε συγκροτημένη με κάποιο εθνικό σχέδιο και με αναφορά στην Τουρκία. Οι Τουρκοκύπριοι είχαν ισχυρή αίσθηση διαφοράς σε σχέση με τους Ελληνοκύπριους, χωρίς όμως αυτή να έχει ακόμη μετατραπεί σε συγκροτημένη εθνική ταυτότητα. Η ιδέα της διπλής ένωσης δεν απέκτησε ποτέ μαζική κοινωνική δυναμική. Αντίθετα, η διχοτόμηση άρχισε να προβάλλει σταδιακά ως πρακτική απάντηση στον φόβο που γεννούσε το ενδεχόμενο της Ένωσης με την Ελλάδα — μια επιλογή που αργότερα υιοθετήθηκε και ενισχύθηκε από την Τουρκία ως κρατική στρατηγική.
Συχνά αναφέρεται το ελληνοκυπριακό δημοψήφισμα του 1950 ως απόδειξη καθολικής βούλησης υπέρ της Ένωσης, ακόμη και με τη συμμετοχή Τουρκοκυπρίων. Πρέπει όμως εδώ να γίνει κατανοητό πως το δημοψήφισμα δεν ήταν επίσημη, κρατική διαδικασία, αλλά πρωτοβουλία της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας και αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά την ελληνοκυπριακή κοινότητα. Η συμμετοχή Τουρκοκυπρίων ήταν ελάχιστη και ατομική και δεν εξέφραζε συλλογική κοινοτική θέση. Δεν υπήρξε ποτέ δικοινοτική συναίνεση υπέρ της Ένωσης.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν καθοριστικό: ένα αίτημα που για τη μία κοινότητα παρουσιαζόταν ως λύση, για την άλλη μετατράπηκε σε υπαρξιακή απειλή. Από αυτό το σημείο και μετά, η πολιτική πορεία της Κύπρου κινείται πάνω σε δύο αποκλίνουσες γραμμές. Η διαφορά δεν είναι πια απλώς πολιτισμική· γίνεται ανοιχτή αντιπαράθεση για το μέλλον του νησιού.