Δύο υποψήφιοι με διαμετρικά αντίθετες πολιτικές θέσεις αναμετρώνται την Κυριακή 8/2 στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στην Πορτογαλία: ο μετριοπαθής σοσιαλιστής António José Seguro και ο ηγέτης της ακροδεξιάς André Ventura.
Η αναμέτρηση συμπυκνώνει δύο διαφορετικά πολιτικά σχέδια για τη χώρα: από τη μία μια κεντρώα, θεσμική εκδοχή της αριστεράς και από την άλλη έναν λαϊκιστικό λόγο «νόμου και τάξης», που έχει τροφοδοτήσει την εκλογική άνοδο της ακροδεξιάς στην Πορτογαλία τα τελευταία χρόνια.
Το φαβορί για την προεδρική εκλογή στην Πορτογαλία: Ένας κεντρώος σοσιαλιστής
Το 2014, ύστερα από αδελφοκτόνα εσωκομματική μάχη, αντικαταστάθηκε στην ηγεσία του PS από τον σημερινό πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον οποίο κατηγορούσε τότε ως υπερβολικά συμβιβαστικό απέναντι στη δημοσιονομική λιτότητα που εφάρμοζε η δεξιά υπό την εποπτεία των πιστωτών της Πορτογαλίας.
Με τη διακριτική στήριξη της τωρινής ηγεσίας των Σοσιαλιστών, η εκστρατεία του αξιοποίησε μια θετική δυναμική για να συσπειρώσει ψηφοφόρους της αριστεράς που φοβούνταν ότι στον δεύτερο γύρο δεν θα υπήρχε υποψήφιος της δικής τους πολιτικής οικογένειας.
Υποστηρίζοντας ότι εκπροσωπεί μια «σύγχρονη και μετριοπαθή» αριστερά, ο Σεγκούρο ακολούθησε κλασική κομματική διαδρομή: επικεφαλής της νεολαίας των Σοσιαλιστών στις αρχές της δεκαετίας του 1990, εξελέγη βουλευτής και στη συνέχεια διετέλεσε υπουργός Αθλητισμού επί πρωθυπουργίας António Guterres, σημερινού Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ.
Δεύτερος στο ψηφοδέλτιο που παρουσίασε ο ιδρυτής του PS Mário Soares, πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων, εξελέγη ευρωβουλευτής το 1999.
Ο κεντρώος Σεγκούρο είχε αναγκαστεί να αποσυρθεί όταν πρωθυπουργός ήταν ο σοσιαλιστής José Sócrates, ο οποίος οδήγησε τη χώρα στο χείλος της χρεοκοπίας προτού κατηγορηθεί για διαφθορά. Μετά την αποχώρηση του Σόκρατες ανέλαβε τα ηνία του PS και, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν παρεμπόδισε την εφαρμογή της δημοσιονομικής λιτότητας που απαίτησαν οι πιστωτές με αντάλλαγμα πρόγραμμα οικονομικής «διάσωσης».
Ο πρωτεργάτης της ώθησης της ακροδεξιάς
Στον αντίποδα, ο 43χρονος Αντρέ Βεντούρα είναι ο ηγέτης της πορτογαλικής ακροδεξιάς. Το κόμμα του, το Chega («Αρκετά»), αύξησε θεαματικά την επιρροή του αφότου ιδρύθηκε και πέρυσι αναδείχθηκε πρώτη δύναμη της αντιπολίτευσης απέναντι στη δεξιά κυβέρνηση του Luís Montenegro.
Καθηγητής Νομικής, ο Βεντούρα έγινε αρχικά γνωστός από επιθετικές παρεμβάσεις ως τηλεοπτικός σχολιαστής ποδοσφαίρου — είναι οπαδός της Benfica. Προερχόμενος από λαϊκή οικογένεια, μεγάλωσε σε προάστιο της πρωτεύουσας, φοίτησε για μικρό διάστημα σε καθολική ιερατική σχολή και εργάστηκε ως οικονομικός επιθεωρητής, προτού αξιοποιήσει το επικοινωνιακό του ταλέντο για να περάσει στα ΜΜΕ και κατόπιν στην πολιτική.
Αρχικά υποψήφιος σε δημοτικές εκλογές με τα χρώματα του βασικού κεντροδεξιού κόμματος, έγινε ευρύτερα γνωστός με ξενοφοβικές επιθέσεις κατά της κοινότητας των Ρομά. Σε μια χώρα όπου η λαϊκιστική δεξιά δεν είχε έως τότε καταγράψει σημαντική πρόοδο, αποχώρησε από τον πρώτο πολιτικό σχηματισμό του και ίδρυσε το Chega το 2019.
Με αιχμή τη ρητορική κατά της διαφθοράς και της μετανάστευσης —και προτάσεις όπως ο χημικός ευνουχισμός παιδεραστών— εισήλθε στο κοινοβούλιο εκείνη τη χρονιά ως ο μοναδικός βουλευτής του κόμματός του. Στις προεδρικές εκλογές του 2021 κατετάγη τρίτος, σχεδόν 500.000 ψήφους πίσω από τον σοσιαλιστή υποψήφιο, με ποσοστό 11,9%.
Έκτοτε, το Chega επιβεβαίωσε την απότομη άνοδό του: από 12 έδρες το 2022 έφτασε τις 50 το 2024 και στη συνέχεια τους 60 βουλευτές με σχεδόν 23% των ψήφων τον περασμένο Μάιο, αντικαθιστώντας το Σοσιαλιστικό Κόμμα ως αξιωματική αντιπολίτευση.
Την Κυριακή, οι Πορτογάλοι καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές διαδρομές — με το αποτέλεσμα να ξεπερνά τα στενά όρια της προεδρικής κάλπης.