Κοσμος

Η «Καπέλα Σιξτίνα» του New Deal κινδυνεύει

Αγωνία για τα ιστορικά murals στο κτίριο Κόεν

Newsroom
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η «Καπέλα Σιξτίνα» του New Deal κινδυνεύει

Ένα από τα σημαντικότερα σύνολα δημόσιας τέχνης στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, γνωστό στους ιστορικούς ως η «Καπέλα Σιξτίνα του New Deal», βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο καταστροφής. Πρόκειται για τα σπάνια murals των Φίλιπ Γκάστον, Μπεν Σαν και Σέιμουρ Φόγκελ, που κοσμούν το Wilbur J. Cohen Federal Building στην Ουάσινγκτον – ένα εμβληματικό κτίριο της δεκαετίας του 1940, άρρηκτα συνδεδεμένο με την κοινωνική πολιτική του New Deal.

Το κτίριο, πρώην έδρα της Υπηρεσίας Κοινωνικής Ασφάλισης της κυβέρνησης του Φράνκλιν Ρούσβελτ, έχει ενταχθεί από την General Services Administration στη λίστα «επιταχυνόμενης εκποίησης» ομοσπονδιακών ακινήτων. Αυτό σημαίνει ότι προορίζεται για πώληση, υπό την προϋπόθεση να εκκενωθεί πλήρως, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά αβέβαιο το μέλλον των έργων τέχνης που είναι ενσωματωμένα στους τοίχους του.

Η ανησυχία στον κόσμο του πολιτισμού έχει ενταθεί μετά τις πρόσφατες παρεμβάσεις της κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ σε ιστορικούς και πολιτιστικούς χώρους, όπως η κατεδάφιση της Ανατολικής Πτέρυγας του Λευκού Οίκου για την κατασκευή νέας αίθουσας εκδηλώσεων και το κλείσιμο του Κέντρου Κένεντι για εκτεταμένη «ανακατασκευή». Πολλοί φοβούνται ότι τα θεσμικά «δίχτυα ασφαλείας» για την προστασία της δημόσιας τέχνης μπορούν πλέον να παρακαμφθούν.

Τα murals στο κτίριο Κόεν δημιουργήθηκαν την περίοδο 1942–1943, στο πλαίσιο προγραμμάτων του αμερικανικού Δημοσίου που στόχευαν στη στήριξη καλλιτεχνών και στη διαμόρφωση μιας νέας, δημοκρατικής ταυτότητας μετά τη Μεγάλη Ύφεση. Ο Φόγκελ αποτύπωσε μια ουτοπική εκδοχή της κοινωνικής ασφάλειας και της ευημερίας, ο Γκάστον παρουσίασε μια πιο σύνθετη και υπαρξιακή εικόνα της οικογένειας και της εργασίας, ενώ ο Σαν κατέγραψε με ωμό ρεαλισμό τη φτώχεια, την ανεργία και την κοινωνική αδικία πριν από την καθιέρωση της κοινωνικής ασφάλισης.

Ιστορικοί τέχνης τονίζουν ότι τα έργα αυτά δεν είναι απλώς διακοσμητικά. Αποτελούν πρωτογενή ιστορικά τεκμήρια μιας εποχής κατά την οποία το αμερικανικό κράτος επένδυσε συνειδητά στη δημόσια τέχνη ως μέσο κοινωνικής συνοχής και ηθικής ανασυγκρότησης. Η απομάκρυνσή τους ή η καταστροφή τους θα ισοδυναμούσε, όπως σημειώνεται, με πολιτιστική διαγραφή ενός κρίσιμου κεφαλαίου της αμερικανικής ιστορίας.

Οργανώσεις, ιστορικοί και καλλιτέχνες έχουν ξεκινήσει εκστρατείες και ανοικτές επιστολές για τη διάσωση του κτιρίου και των murals, ζητώντας να διατηρηθούν ανέπαφα και προσβάσιμα στο κοινό. Το επιχείρημά τους είναι σαφές: σε μια περίοδο έντονου πολιτικού διχασμού, τα έργα αυτά υπενθυμίζουν αξίες όπως η αξιοπρέπεια της εργασίας, η κοινωνική αλληλεγγύη και η ηθική της φροντίδας.

Το αν θα επικρατήσει η λογική της οικονομικής αξιοποίησης ή η προστασία της δημόσιας μνήμης παραμένει ανοιχτό. Για πολλούς, όμως, το διακύβευμα υπερβαίνει ένα κτίριο: αφορά το αν η σύγχρονη Αμερική είναι διατεθειμένη να διαφυλάξει την πολιτιστική κληρονομιά που κάποτε όρισε τον κοινωνικό της ορίζοντα.

Πηγή: The New York Times