Κοσμος

Πράγα: Οι καρέκλες του Χάβελ και η ποιότητα της δημοκρατίας

Όταν η αμηχανία δεν είναι από σύμπτωση αλλά από πρόθεση

Βίβιαν Αβρααμίδου Πλούμπη
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Havel’s Place, από τον Bořek Šípek. Η δημοκρατία ως συνύπαρξη και ήρεμη παράθεση αντιλόγου

Χθες βρέθηκα στο CAMP στην Πράγα, το Κέντρο Αρχιτεκτονικής και Μητροπολιτικού Σχεδιασμού της πόλης, στην έκθεση DEVADE: Prague’s Architecture Amidst Austerity and Disco. Μια έκθεση που παρατηρεί την αρχιτεκτονική της Πράγας σε μια εποχή αντιφάσεων — λιτότητα και υπερβολή, περιορισμοί και πειραματισμοί, καθημερινότητα και ιδεολογία. Aν συνεχίσετε να διαβάζετε αυτό το άρθρο, θα καταλάβετε πως δεν είχα καθόλου στο μυαλό μου πως η έκθεση θα μου γεννούσε τόσο απρόσμενους συνειρμούς, ώστε να με οδηγήσει στο σημερινό μου θέμα. Πάντως, όλα ξεκίνησαν από μια καρέκλα.

Σε μια από τις ενότητες της έκθεσης βρίσκονται οι περίφημες καρέκλες «Όλγα» του Τσέχου καλλιτέχνη και αρχιτέκτονα Bořek Šípek, σχεδιασμένες αρχικά για τους χώρους του προεδρικού μεγάρου. Ο Šípek είχε στο μυαλό του την Olga Havlová, πρώτη σύζυγο του Václav Havel — όχι ως ρόλο ή σύμβολο, αλλά ως χαρακτήρα: αυστηρό, λιτό, ανθεκτικό, βαθιά ανθρώπινο. Δεν πρόκειται για καρέκλες που σε καλωσορίζουν. Δεν είναι «ωραίες» με τη συνηθισμένη έννοια. Κάτι πάνω τους σε κρατά σε απόσταση. Κι όμως, όσο τις κοιτάς —και όσο μαθαίνεις τις σκέψεις του δημιουργού τους— αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι αυτή η αμηχανία δεν είναι συμπτωματική, αλλά πρόθεση.

Από εκεί ξεκίνησε και η δική μου σκέψη. Από μια καρέκλα που δεν σχεδιάστηκε για να εντυπωσιάζει, αλλά για να εξυπηρετεί μια ανάγκη — έστω κι αν αυτή δεν γίνεται αμέσως κατανοητή. Και από το ερώτημα όχι τι «λέει» μια τέτοια αισθητική, αλλά πώς αντιλαμβανόμαστε την οργανομικότητα ενός αντικειμένου: αν και πώς μια καρέκλα στηρίζει το σώμα, τι είδους στάση μάς επιβάλλει ή μας προτείνει, ποια ανάγκη προσπαθεί να καλύψει. Και, τελικά, τι σημαίνει αυτό για τον χώρο μέσα στον οποίο καλείται να λειτουργήσει.

Ζούμε σε μια εποχή όπου ο διάλογος συρρικνώνεται. Όχι επειδή λείπουν οι απόψεις — αντιθέτως, περισσεύουν — αλλά επειδή όλο και συχνότερα αντικαθίστανται από τη λογική της επιβολής. Από τη βεβαιότητα ότι δεν χρειάζεται να συζητήσουμε, αλλά να επιβληθούμε. Οι συζητήσεις γίνονται κραυγές, οι θέσεις ταυτότητες, η διαφωνία εκλαμβάνεται ως απειλή. Χάνεται η αντίληψη της συντροφικότητας, η ιδέα ότι μπορούμε —και πρέπει— να κινούμαστε, έστω με διαφορές, προς μια κοινή κατεύθυνση. Και ίσως, τελικά, αυτό που χάνεται πρώτο δεν είναι ο λόγος, αλλά η διάθεση να καθίσουμε μαζί.

Σε αυτή τη συγκυρία, θυμήθηκα και το παράδοξο «μνημείο» του ίδιου δημιουργού, που δεν υψώνεται ούτε επιβάλλεται. Αντίθετα, ζητά συμμετοχή. Το έργο Havel’s Place, σχεδιασμένο από τον Bořek Šípek: δύο καθίσματα, συνδεδεμένα με ένα μικρό τραπεζάκι ανάμεσά τους, που περιβάλλουν με φροντίδα στο κέντρο τους ένα ζωντανό δέντρο. Οι καρέκλες δεν είναι αυστηρά αντικριστές· δεν στήνουν μια μετωπική αντιπαράθεση, αλλά μια σχέση όπου η ένταση υπάρχει, χωρίς να μετατρέπεται αυτομάτως σε σύγκρουση. Το δέντρο είναι ο πυρήνας: συμβολίζει τη ζωή, τη συνέχεια, τον χρόνο που περνά και την ευθύνη να τον φροντίζουμε. Ένα σημείο όχι απλώς για να καθίσεις, αλλά για να συνυπάρξεις. Να συζητήσεις. Να εκφράσεις αντίλογο χωρίς να χρειάζεται να ακυρώσεις τον άλλον.
Η δουλειά του Šípek κινείται συστηματικά στο όριο μεταξύ λειτουργικότητας και πρόκλησης, άνεσης και αμηχανίας. Τα καθίσματά του συχνά δεν «υπακούουν» αμέσως στο σώμα· ζητούν χρόνο, προσαρμογή, μια μικρή αλλαγή στάσης. Ο ίδιος πίστευε ότι ο χώρος δεν οφείλει να μας καθησυχάζει από την πρώτη στιγμή, αλλά να μας καλεί σε σχέση. Κάπως έτσι —σκέφτομαι— λειτουργεί και η δημοκρατία: όχι ως άνεση, αλλά ως συνύπαρξη και ήρεμη παράθεση αντιλόγου.

Αυτή η στάση διαπερνούσε και τα έργα που δημιούργησε για τον Havel. Τίποτα δεν ήταν αυτονόητο, τίποτα επιδεικτικά «άνετο». Η αισθητική του Šípek δεν επιβαλλόταν ως τετελεσμένο· λειτουργούσε ως ανοιχτή πρόταση, που απαιτούσε χρόνο και εξοικείωση. Ο ίδιος ο Havel το είχε παραδεχτεί με χαρακτηριστική ειλικρίνεια: «Στην αρχή δυσκολεύτηκα πολύ να αποδεχτώ τα καθίσματα και γενικότερα την αισθητική του Bořek Šípek. Μου φαίνονταν ξένα, σχεδόν ενοχλητικά. Σήμερα όμως τα έχω συνηθίσει τόσο, ώστε όχι μόνο δεν μπορώ να φανταστώ τον χώρο χωρίς αυτά, αλλά τα αναζητώ.» Η φράση αυτή δεν αφορά απλώς το γούστο. Αφορά μια βαθύτερη στάση απέναντι στο νέο, το ανοίκειο, το μη αυτονόητο. Όπως και η δημοκρατία, έτσι και οι χώροι μέσα στους οποίους «μιλά» ο Šípek δεν γίνονται αμέσως «σπίτι». Γίνονται, όμως, χώροι στους οποίους μαθαίνεις να ζεις και τελικά να σκέφτεσαι.

Το γυαλί, τόσο χαρακτηριστικό σε άλλα έργα του Šípek για τους εσωτερικούς χώρους του προεδρικού, δεν λειτουργούσε ως διακοσμητικό υλικό, αλλά ως υπενθύμηση διαφάνειας και ευθραυστότητας: ότι η εξουσία οφείλει να φαίνεται και να αντέχει το φως. Δεν είναι τυχαίο ότι παρόμοιες ιδέες για τη σχέση εξουσίας και διαφάνειας εμφανίστηκαν και αλλού, όπως στη γυάλινη κουπόλα του Reichstag στο Βερολίνο, σχεδιασμένη από τον Norman Foster, όπου οι πολίτες κινούνται πάνω από το κοινοβούλιο, βλέποντας και φερόμενοι στο φως, ως υπενθύμηση ότι η εξουσία οφείλει να παραμένει εκτεθειμένη.

Το Havel’s Place δεν σχεδιάστηκε ως ένα μοναδικό αντικείμενο που απλώς αναπαράγεται. Υλοποιήθηκε σε διαφορετικές πόλεις και δημόσιους χώρους σε όλο τον κόσμο, κάθε φορά ως πλήρης και ισότιμη εκδοχή του ίδιου έργου. Όχι για να τιμήσει έναν άνθρωπο με τον ίδιο τρόπο παντού, αλλά για να δημιουργήσει επανειλημμένα έναν χώρο συνάντησης μέσα σε διαφορετικά κοινωνικά και πολιτικά περιβάλλοντα. Πάντα σε δημόσιο χώρο, ποτέ σε μουσείο· εκεί όπου η δημοκρατία δοκιμάζεται στην καθημερινότητα. Εκεί όπου η μνήμη δεν λειτουργεί ως τελετουργία, αλλά ως ζωντανή πρόκληση.

Ίσως λοιπόν το πρόβλημα της εποχής μας να μην είναι μόνο πολιτικό ή επικοινωνιακό. Ίσως να είναι και ζήτημα στάσης. Να μπορούμε να καθίσουμε απέναντι ο ένας στον άλλον —όχι απαραίτητα αντικριστά, αλλά χωρίς να υψώνουμε τείχη. Και βέβαια, να μην αρκούμαστε στο να βολευόμαστε στον καναπέ, αφήνοντας τη συζήτηση, τη σύγκρουση και την ευθύνη να εξελίσσονται ερήμην μας. Γιατί η δημοκρατία δεν λειτουργεί ούτε από απόσταση ούτε σε κατάσταση άνεσης· απαιτεί παρουσία και συμμετοχή. Κι αν υπάρχουν στιγμές που ο διάλογος δεν αρκεί, στιγμές που κάποιος επιχειρεί να μιλήσει και να αποφασίσει ερήμην μας, που ξεπερνά τα όρια της δημοκρατίας, εκεί δεν αρκεί ούτε η καρέκλα ούτε το τραπέζι. Εκεί χρειάζεται να σταθούμε όρθιοι. Όχι για να φωνάξουμε πιο δυνατά, αλλά για να δηλώσουμε παρουσία. Η δημοκρατία χρειάζεται συνθήκες για να λειτουργήσει, αλλά χρειάζεται και πολίτες που ξέρουν πότε να καθίσουν και πότε να σηκωθούν.