Κοσμος

«Θούλη-γκέιτ»: Ο ψυχροπολεμικός σκελετός στην ντουλάπα των σχέσεων ΗΠΑ-Δανίας

Η συμφωνία του 1951 και η παρουσία των ΗΠΑ στη Γροιλανδία

Γιάννης Στεφανίδης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Θούλη-γκέιτ»: Η επέτειος μιας παρ’ ολίγον πυρηνικής καταστροφής στη Γροιλανδία του 1968 και το σημερινό θέατρο παραλόγου γύρω από τη διεκδίκηση Τραμπ

Στις 21 Ιανουαρίου του 1968, ένα βομβαρδιστικό Β-52, το οποίο μετέφερε τέσσερις θερμοπυρηνικές βόμβες με ισχύ 1,1 μεγατόνους η καθεμία (ισοδύναμη με 55 βόμβες τύπου Χιροσίμας), κατέπεσε ακυβέρνητο στον παγωμένο κόλπο Νορθ Σταρ, στη βορειοδυτική Γροιλανδία, σε μικρή απόσταση από την αμερικανική βάση της Θούλης (σημ. Διαστημική Βάση Πιτουφίκ). Πέντε από τα έξι μέλη του πληρώματος διασώθηκαν, το έκτο, όμως, έχασε τη ζωή του κατά την εγκατάλειψη του αεροσκάφους. Κατά την πρόσκρουση εξερράγησαν τα ισχυρά συμβατικά εκρηκτικά που θα χρησίμευαν στην πυροδότηση των βομβών. Ωστόσο, ασφαλιστικές δικλείδες που διαθέτουν τα όπλα αυτά, δεν επέτρεψαν να «φυτρώσει» το πυρηνικό μανιτάρι. Δεν αποφεύχθηκε, βέβαια, η οικολογική καταστροφή: Τα περιβλήματα των βομβών διερράγησαν και ραδιενεργά υλικά διεσπάρησαν σε μια έκταση 7,5 τετραγωνικών χιλιομέτρων.

Αντιμέτωπες με δύσκολες ερωτήσεις, Ουάσιγκτον και Κοπεγχάγη υποστήριξαν ότι το Β-52 έπεσε στο συγκεκριμένο σημείο επειδή είχε βγει εκτός πορείας, έπειτα από φωτιά στο πιλοτήριο

Ακολούθησε κοινή αμερικανοδανέζικη επιχείρηση για τον εντοπισμό και την ανάκτηση των ραδιενεργών υλικών, ορισμένα από τα οποία είχαν βρεθεί στον πάτο του ωκεανού. Αντιμέτωπες με δύσκολες ερωτήσεις, Ουάσιγκτον και Κοπεγχάγη υποστήριξαν ότι το Β-52 έπεσε στο συγκεκριμένο σημείο επειδή είχε βγει εκτός πορείας, έπειτα από φωτιά στο πιλοτήριο. Αποσιώπησαν το γεγονός ότι τέτοιες πτήσεις στον εναέριο χώρο της Γροιλανδίας αποτελούσαν καθημερινή ρουτίνα, καθώς και ότι τα φορτωμένα με πυρηνικές βόμβες βομβαρδιστικά είχαν πρόσθετη αποστολή να επιτηρούν την περιοχή σε μεγάλη ακτίνα από τη βάση της Θούλης.

Η πραγματική έκταση του επεισοδίου παρέμεινε θαμμένη κάτω από παχύ στρώμα σιωπής, μέχρι που, τη δεκαετία του 1990, έλιωσαν οι πάγοι του Ψυχρού Πολέμου. Τότε, το άνοιγμα στην έρευνα των αμερικανικών αρχείων από την επίμαχη περίοδο πυροδότησε πολιτική τρικυμία στην Κοπεγχάγη, που δεν άφησε ανεπηρέαστες τις σχέσεις με την ατλαντική υπερδύναμη.

Το 1951, ΗΠΑ και Δανία υπέγραψαν τη Συμφωνία για την Άμυνα της Γροιλανδίας, βάσει της οποίας οι Αμερικανοί μπορούσαν να εγκαταστήσουν βάσεις και να σταθμεύουν δυνάμεις οπουδήποτε στο αρκτικό νησί για σκοπούς του ΝΑΤΟ

Ας αρχίσουμε με το συμβατικό πλαίσιο: Το 1951, οι ΗΠΑ και η Δανία υπέγραψαν τη Συμφωνία για την Άμυνα της Γροιλανδίας. Με βάση αυτή, οι Αμερικανοί μπορούν, κοινή συναινέσει, να εγκαταστήσουν βάσεις και να σταθμεύουν δυνάμεις οπουδήποτε στο αρκτικό νησί για σκοπούς του ΝΑΤΟ. Όταν, το 1957, η προεδρία Αϊζενχάουερ προσέφερε στην Ευρώπη πυραύλους ικανούς να πλήξουν με πυρηνικά τη Σοβιετική Ένωση, το κοινοβούλιο της Δανίας υιοθέτησε ψήφισμα κατά της εγκατάστασης πυρηνικών όπλων στα εδάφη της χώρας (επομένως και στη Γροιλανδία). Η απαγόρευση αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να ισχύει και για υπερπτήσεις αεροσκαφών ή ελλιμενισμό πολεμικών πλοίων που μετέφεραν πυρηνικά.

Είκοσι επτά χρόνια αργότερα, το άνοιγμα των αμερικανικών αρχείων έδειξε ότι η Κοπεγχάγη, τουλάχιστον μέχρι το 1968, ανεχόταν να παραβιάζεται συστηματικά το «αντιπυρηνικό» της δόγμα. Αντιμέτωπος με τις αποκαλύψεις, ο Δανός υπουργός Εξωτερικών διαβεβαίωσε ότι ουδέποτε είχαν εγκατασταθεί αμερικανικά πυρηνικά όπλα στη Γροιλανδία. Ωστόσο, λίγες μέρες αργότερα, ένα απόρρητο έγγραφο από τον υπουργό Άμυνας της κυβέρνησης Κλίντον πληροφορούσε τον Δανό ομόλογό του ότι αμερικανικά θερμοπυρηνικά όπλα είχαν όντως αποθηκευτεί στη Βάση της Θούλης, μεταξύ 1958 και 1965. Οι Αμερικανοί ζήτησαν να μείνει η πληροφορία μυστική, όμως η κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Ράσμουσεν την έδωσε στη δημοσιότητα, προς μεγάλη δυσαρέσκεια της Ουάσιγκτον.

Αποθήκευση πετρελαίου στη βάση της Θούλης © Bettmann Archive/Getty Images

Έπειτα από δεκαετίες συγκάλυψης, το Κοινοβούλιο της Δανίας ανέθεσε σε ένα ερευνητικό ίδρυμα να συντάξει εμπεριστατωμένο πόρισμα γι’ αυτό που ονομάστηκε «Θούλη-γκέιτ». Το συμπέρασμα από την εις βάθος έρευνα ήταν ότι η κυβέρνηση της Κοπεγχάγης, όταν συζητούσε τους όρους λειτουργίας της Βάσης στη Θούλη με τους Αμερικανούς, είχε αποφύγει να αναφερθεί στην επίσημη πολιτική της χώρας, που από το 1957 απαγόρευε την παρουσία πυρηνικών στο δανέζικο έδαφος. Μάλιστα, ο τότε Δανός πρωθυπουργός είχε περιοριστεί στο να δηλώσει στους Αμερικανούς ότι το θέμα των «εφοδίων πυρομαχικών ειδικής μορφής» (ευφημισμός για τα πυρηνικά) δεν είχε ανακύψει κατά τις διμερείς συζητήσεις. Με αυτόν τον τρόπο, κατέληγε το πόρισμα, η Κοπεγχάγη υιοθετούσε στάση «μη ρωτάς, μη λες». Για τους Αμερικανούς, αυτό ισοδυναμούσε με σιωπηρή συγκατάθεση να εγκαθιστούν πυρηνικά όπλα και εξαρτήματα στη Βάση της Θούλης, αλλά και να τα διακινούν από τον εναέριο χώρο και τα λιμάνια της Γροιλανδίας.

Για δικούς τους λόγους, οι Αμερικανοί είχαν απομακρύνει τα πυρηνικά από τη Βάση της Θούλης ήδη από το 1965

Η άμεση συνέπεια του δυστυχήματος του 1968 ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες να τερματίσουν μια επιχείρηση (η ονομασία της, "Chrome Dome", θυμίζει έντονα τον «αναβαθμισμένο» "Golden Dome" του προέδρου Τραμπ), στο πλαίσιο της οποίας βομβαρδιστικά Β-52, εξοπλισμένα με θερμοπυρηνικές βόμβες, πετούσαν διαρκώς πάνω από την Αλάσκα, αλλά και τον αρκτικό Καναδά και τη Γροιλανδία, έτοιμα να πλήξουν στόχους στη Σοβιετική Ένωση, αν ξεσπούσε πυρηνικός πόλεμος. Οι υπερπτήσεις πάνω από τη Γροιλανδία σταμάτησαν, όχι γιατί το ζήτησε η φιλοξενούσα κυβέρνηση, αλλά επειδή η Ουάσιγκτον τις έκρινε επικίνδυνες. Για δικούς τους λόγους, άλλωστε, οι Αμερικανοί είχαν απομακρύνει τα πυρηνικά από τη Βάση της Θούλης ήδη από το 1965.

Το γεγονός είναι ότι, μετά τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες μείωσαν δραστικά τη στρατιωτική τους παρουσία στο αρκτικό νησί. Συμφωνία του 2004, με την οποία οι ΗΠΑ, η Δανία αλλά και η «αυτοκυβερνώμενη» Γροιλανδία ανανέωσαν την προηγούμενη του 1951 για την άμυνα της νήσου, κατονόμαζε τη Βάση της Θούλης ως «τη μοναδική αμυντική περιοχή (δηλ. βάση) στη Γροιλανδία». Βέβαια, άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο δημιουργίας άλλων βάσεων στο μέλλον. Έκτοτε, καμία αμερικανική κυβέρνηση δεν επιδίωξε κάτι τέτοιο, παρά το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις της Δανίας διαχρονικά, ακόμα και παραβλέποντας πράξεις του κοινοβουλίου ή την κοινή γνώμη της χώρας, επέτρεπαν στην Ουάσιγκτον να μεταχειρίζεται το αρκτικό νησί ως τμήμα του αμερικανικού αμυντικού χώρου. Με αυτά τα δεδομένα, η απάντηση για την εμμονή του προέδρου Τραμπ στην εδαφική διεκδίκηση της Γροιλανδίας πρέπει να αναζητηθεί σε πεδίο πέραν της ιστορίας και της πολιτικής· ούτε καν της οικονομίας.