Από τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο και την κρίση στο εσωτερικό της ΕΕ, μέχρι τις διεργασίες στο Ηνωμένο Βασίλειο
Οι 10+1 σημαντικότερες διεθνείς προκλήσεις του 2026
Κληρονομώντας την αβεβαιότητα των προηγούμενων δώδεκα μηνών, το 2026 αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα πλέον ταραχώδη έτη της μεταψυχροπολεμικής Ιστορίας
Με βάσει όσα προηγήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος και – κυρίως – όλες τις κρίσεις που είτε δε λύθηκαν σε αυτό το διάστημα, είτε προέκυψαν και έχουν τη δυνατότητα να αποσταθεροποιήσουν περαιτέρω το διεθνές σύστημα, η εκτίμηση πως το 2026 θα αποτελέσει ένα από τα καθοριστικότερα έτη της μεταψυχροπολεμικής Ιστορίας σε ό,τι αφορά τις διεθνείς εξελίξεις μοιάζει εξαιρετικά ασφαλής, αν όχι αυταπόδεικτη. Σήμερα ξημερώνει ένας εξαιρετικά αβέβαιος κόσμος, με τη διεθνή κοινότητα να βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά κρίσεων που υποδεικνύουν πως το ζητούμενο φέτος θα είναι ξανά και το κατά τα άλλα στοιχειώδες: η επιστροφή μιας έστω και υποτυπώδους σταθερότητας.
Ωστόσο, οι ενδείξεις δεν είναι ενθαρρυντικές. Από το παρατεταμένο τέλμα στο οποίο βρίσκονται οι διαπραγματεύσεις αναφορικά με τον τερματισμό του ρώσο-ουκρανικού πολέμου και την εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ του Ισραήλ και της Χαμάς στη Μέση Ανατολή, μέχρι το ενδεχόμενο μιας πρωτοφανούς στρατηγικής πρόκλησης στην Ερυθρά Θάλασσα και ενός πολυδιάστατου AI shock, οι επόμενοι δώδεκα μήνες αναμένονται ακόμα περισσότερο ταραχώδεις από τους δώδεκα που προηγήθηκαν, ακόμα και εν τη ελλείψει ενός μεμονωμένου γεγονότος, όπως ήταν η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο πριν από έναν χρόνο. Παρότι στον τρέχοντα πολιτικό χρόνο οποιαδήποτε εκτίμηση είναι παρακινδυνευμένη, εντούτοις σήμερα φαίνεται πως οι παρακάτω δέκα κρίσεις αναμένονται να βρεθούν στο επίκεντρο της προσοχής της διεθνούς κοινότητας.
Το αβέβαιο τέλος του ρώσο-ουκρανικού πολέμου
Αδιαμφησβήτητα, η σημαντικότερη κρίση του 2026 είναι και εκείνη που κληρονομεί από τα τέσσερα χρόνια που προηγήθηκαν μετά και την εισβολή των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022. Παρά τις μεγαλεπήβολες προεκλογικές του εξαγγελίες, ο Τραμπ δεν κατάφερε κατά το πρώτο έτος της θητείας του να δώσει ένα τέλος στη μεγαλύτερη – και μακράν επικινδυνότερη – μεταπολεμική σύγκρουση στην Ευρώπη μετά το τέλος του ΒΠΠ, ενώ τίποτα δεν προδιαθέτει πως οι ατέρμονες έμμεσες τριμερείς διαπραγματεύσεις θα έχουν άμεσα θετική κατάληξη. Κατά το δεύτερο μισό του 2025, η Ουάσιγκτον πραγματοποίησε αρκετές προσπάθειες ώστε το Κίεβο και η Μόσχα να καταλήξουν σε έναν αμοιβαίως αποδεκτό συμβιβασμό, παλινδρομώντας ανάμεσα στις θέσεις και των δύο, χωρίς ωστόσο να έχει σημειωθεί οποιαδήποτε ουσιαστική πρόοδος.
Το δομικό πρόβλημα των έμμεσων τριμερών διαπραγματεύσεων είναι πως οι πάγιες ρωσικές θέσεις ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια των ουκρανικών κόκκινων γραμμών, τη στιγμή που – σε αντίθεση με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι – ο Βλαντιμίρ Πούτιν δε φαίνεται πρόθυμος να μετακινηθεί στο ελάχιστο από αυτές. Στην πράξη, η στάση της Ουάσιγκτον αναμένεται να αποδειχθεί καθοριστική, καθώς η προσέγγιση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι σε μια σειρά ζητημάτων – με εκείνο της παροχής ισχυρών εγγυήσεων ασφαλείας στην ουκρανική κυβέρνηση, σε συνδυασμό με την πίεσή του προς το Κρεμλίνο ώστε να μετριάσει κάπως τις εδαφικές του απαιτήσεις – θα κρίνει τις εξελίξεις· η ικανοποίηση της πρώτης συνθήκης φαίνεται συνεχώς πιθανότερη, η δεύτερη ωστόσο παραμένει αποκαρδιωτικά αβέβαιη. Φυσικά, ακόμα και αν επιτευχθεί μια συμφωνία μεταξύ του Κιέβου και της Μόσχας, η αμέσως επόμενη κρίση που θα διαδεχθεί τον ρώσο-ουκρανικό πόλεμο θα αφορά τόσο την μεταπολεμική ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, όσο όμως και τις δικλείδες ασφαλείας ως προς τον περιορισμό του ρωσικού επεκτατισμού στην Ανατολική Ευρώπη σε δεύτερο χρόνο.
Η συνέπεια της «Συμμαχίας των Προθύμων»
Κατά τη διάρκεια του καινούργιου έτους η – κατά τα άλλα – εξαιρετικά ενθαρρυντική πρωτοβουλία των συνολικά τριάντα-πέντε κρατών-μελών της λεγόμενης «Συμμαχίας των Προθύμων» αναμένεται να δοκιμαστεί στην πράξη. Με δεδομένο πως η Γαλλία, η Γερμανία, και το Ηνωμένο Βασίλειο θα εξακολουθήσουν να αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις του εγχειρήματος, η «Συμμαχία των Προθύμων» θα κληθεί να αποδείξει αν όντως μπορεί να αποτελέσει τη μόνη πραγματική στρατηγική επιλογή εκείνων των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων οι οποίες θεωρούν την ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατηγικής και αμυντικής αυτονομίας ως τον κοινό τους υπαρξιακό αυτοσκοπό. Φυσικά, η πρώτη πρόκληση για τη «Συμμαχία των Προθύμων» θα είναι να διατελέσει επιτυχώς τον ρόλο για τον οποίο συστάθηκε εξαρχής, ήτοι να συνδιαμορφώσει τις εξελίξεις ως προς τον τερματισμό του ρώσο-ουκρανικού πολέμου, υποστηρίζοντας μέχρι τέλους τις ουκρανικές θέσεις· μέχρι και σήμερα, και παρά τις επίμονες προσπάθειες των ισχυρότερων κρατών-μελών της Συμμαχίας, ο συγκεκριμένος στόχος δεν φαίνεται ιδιαίτερα επιτεύξιμος.
Σε κάθε περίπτωση, και ανεξάρτητα από τις λεπτομέρειες μιας πιθανής ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ της Ουκρανίας και της Ρωσίας, ο ρωσικός γεωπολιτικός επεκτατισμός θα εξακολουθήσει να αποτελεί με τη σειρά του υπαρξιακή απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Στην παρούσα φάση, μόνο το συγκεκριμένο εγχείρημα φαίνεται ικανό ώστε να ανταποκριθεί στη συγκεκριμένη πρόκληση, καθώς η δεδομένη επιθυμία του Τραμπ ώστε να επανεντάξει τη Ρωσία στο διεθνές σύστημα ποικιλοτρόπως – η οποία εξάλλου διατυπώθηκε και στη νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ – αυτομάτως υποβαθμίζει το βαθμό στον οποίο μπορεί να βασίζεται πλέον στο ΝΑΤΟ ή στα υπάρχοντα όργανα της ΕΕ, των οποίων κράτη-μέλη παραμένουν και οι συνεπείς ευρωπαϊκοί δορυφόροι της Μόσχας, Ουγγαρία και Σλοβακία.
Η εμπορική συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και της Mercosur
Η επικύρωση της Ιστορικής διμερούς συμφωνίας μεταξύ της Κοινής Αγοράς της ΕΕ, και της αντίστοιχης λατινοαμερικανικής κοινής αγοράς, Mercosur, αποτελεί μια από τις πλέον υποτιμημένες προκλήσεις τις οποίες αντιμετωπίζει παρατεταμένα η Ευρωπαϊκή Κομισιόν, και την οποία θα κληθεί να διαχειριστεί μέσα στις πρώτες εβδομάδες του νέου έτους. Θεωρητικά, η διμερής συμφωνία – η οποία θα δημιουργήσει τη μεγαλύτερη κοινή αγορά εντός του διεθνούς συστήματος, καθώς θα άρει τις δασμολογικές επιβαρύνσεις για σχεδόν 800 εκατομμύρια καταναλωτές – είναι εξασφαλισμένη, μετά και τη σύναψή της το 2019, αλλά και την επικαιροποίηση της το 2024. Ωστόσο, καθόλη τη διάρκεια του περασμένου έτους, τόσο η γαλλική, όσο όμως και η ιταλική και η πολωνική κυβέρνηση, εξέφρασαν δημοσίως την αντίθεσή τους στη σύναψή της, ζητώντας από την Κομισιόν να προχωρήσει σε σημαντικές μετατροπές ώστε να προστατευτούν οι πρωτογενείς τομείς των τριών συγκεκριμένων κρατών, οι οποίοι αναμένονται να πληγούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από την απελευθέρωση των λατινοαμερικανικών εξαγωγών προς την Κοινή Αγορά, έστω και αν αυτή γίνει σε ποσόστωση· αντιθέτως, άλλα κράτη-μέλη όπως η Γερμανία και η Ισπανία άσκησαν κάθε επιρροή ώστε η σύναψη της συμφωνίας να εξασφαλιστεί το ταχύτερο δυνατόν.
Ο λόγος για τον οποίο η σύναψη της συμφωνίας αποτελεί μια ενδεχόμενη κρίση για την ΕΕ δεν είναι άλλος από το γεγονός πως ένας πιθανός εκτροχιασμός της θα οφείλεται στην αδυναμία των κρατών-μελών ώστε να υιοθετήσουν μια κοινή γραμμή, επενδύοντας στα συνολικά οφέλη της απελευθέρωσης του εμπορίου με τη Mercosur, αντί στην προτεραιοποίηση των αμιγώς εθνικών τους συμφερόντων. Αυτονοήτως, μια ενδεχόμενη αποτυχία της Κομισιόν ώστε να επισημοποιήσει μια συμφωνία η οποία φαινόταν εξασφαλισμένη, πέρα από τις προφανείς οικονομικές επιπτώσεις, θα βυθίσει την ΕΕ στην εσωστρέφεια, πλήττοντας παράλληλα την ήπια ισχύ της.
Μια ευρύτερη κρίση στο εσωτερικό της ΕΕ
Στην πραγματικότητα, οι δύο προαναφερθείσες κρίσεις αποτελούν απλώς αναπόσπαστα σκέλη της βαθύτερης υπαρξιακής περιδίνησης στην οποία βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, και η οποία φυσικά κορυφώθηκε το 2025. Θέτοντάς το συνοπτικά, οι εξελίξεις εντός του διεθνούς συστήματος – τόσο σε γεωπολιτικό, όσο όμως και σε εμπορικό επίπεδο, ιδιαίτερα μετά τη στροφή του Τραμπ προς την υιοθέτηση μιας αμιγώς προστατευτικής εμπορικής πολιτικής – απέδειξαν ακόμα και στους ενθερμότερους φιλοευρωπαίους πως η τρέχουσα δομή της ΕΕ δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στις πολυδιάστατες προκλήσεις τις οποίες αντιμετωπίζει. Οι διαπραγματεύσεις ως προς τον τερματισμό του ρώσο-ουκρανικού πολέμου, το ενδεχόμενο της ρευστοποίησης των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων τα οποία βρίσκονται εντός της ευρωπαϊκής επικράτειας, αλλά και οι επιμέρους διαφωνίες των κρατών-μελών οι οποίες απειλούν τη σπουδαιότερη εμπορική συμφωνία την οποία θα έχει συνάψει ποτέ η Κομισιόν καθιστά αυταπόδεικτη μια συνθήκη την οποία οι Βρυξέλλες δεν μπορούν πλέον να αγνοούν: ακόμα και στην τρέχουσα ιστορική συγκυρία, τα κράτη-μέλη της ΕΕ εξακολουθούν να προτεραιοποιούν τα εθνικά τους συμφέροντα, έναντι των κοινών ευρωπαϊκών.
Σε αυτό το πλαίσιο – και με δεδομένες τις παράλληλες προκλήσεις στις οποίες θα κληθεί να ανταποκριθεί η πολιτική Ευρώπη – ο κίνδυνος μιας συστημικής ευρωπαϊκής κρίσης ελλοχεύει. Μέσα στο 2026, η ΕΕ στην ουσία θα κληθεί να αποδείξει αν θα εξακολουθήσει να παραμένει μια κάπως ανέμπνευστη και – ειρωνικά περιορισμένων δυνατοτήτων – βραδυκίνητη ρυθμιστική αρχή, ή αν θα μετατραπεί, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σε μια πρώτης τάξεως οικονομική και, σταδιακά, γεωπολιτική υπερδύναμη· ακριβώς επειδή η πρώτη επιλογή φαίνεται πλέον καταδικαστική, η δεύτερη μετατρέπεται αυτομάτως σε απόλυτη αναγκαιότητα.
Η ευαίσθητη εκεχειρία στη Μέση Ανατολή
Σε αντίθεση με το 2025, το 2026 δεν κληρονομεί μια παράλληλη περιφερειακή σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μεταξύ του Ισραήλ και της Χαμάς, καθώς χάρη στις πρωτοβουλίες της αμερικανικής κυβέρνησης, η ισραηλινή κυβέρνηση και η τρέχουσα ηγεσία της παλαιστινιακής τρομοκρατικής οργάνωσης αποδέχτηκαν επί της αρχής ένα ειρηνευτικό σχέδιο, το οποίο μπορεί δυνητικά να επιτρέψει την επιστροφή μιας έστω και στοιχειώδους σταθερότητας στη Λωρίδα της Γάζας. Κρίσιμα, από τον περασμένο Οκτώβριο μέχρι και σήμερα – και παρά τις σποραδικές ανταλλαγές πυρών – οι δύο πλευρές έχουν τηρήσει σε μεγάλο βαθμό τους όρους της συμφωνίας, πλην ενός: η Χαμάς εξακολουθεί να αρνείται να παραδώσει τον οπλισμό της, σε μια συνθήκη την οποία ωστόσο τόσο το Τελ Αβίβ, όσο και η Ουάσιγκτον κρίνουν απολύτως απαραίτητη ώστε να πραγματοποιηθεί ασφαλώς η μετάβαση στη δεύτερη φάση του αμερικανικού ειρηνευτικού σχεδίου, και στη μετάβαση της διακυβέρνησης της Λωρίδας της Γάζας σε μια πολιτική αρχή.
Φυσικά, κανένα σενάριο δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο καταστροφικό από την επανέναρξη μιας μεγάλης κλίμακας εχθροπραξιών μεταξύ των δύο πλευρών, καθώς πέραν του ολέθρου που αυτή θα προκαλούσε στο πεδίο, παράλληλα θα αποτελούσε και μια καθηλωτική απειλή για την ευρύτερη περιφερειακή σταθερότητα στη Μέση Ανατολή. Υπενθυμίζεται πως στην παρούσα φάση, η ευαίσθητη ισορροπία αναφορικά με το μέλλον της Λωρίδας της Γάζας είναι καθοριστική για την πολυεπίπεδη πορεία των εξελίξεων στην περιοχή, καθώς επηρεάζει σημαντικά την εξωτερική πολιτική των κρατών του Αραβικού Κόλπου, όπως όμως και την εσωτερική ισορροπία των δυνάμεων σε κρίσιμες τρίτες χώρες όπως τον Λίβανο και την Αίγυπτο. Στη συγκεκριμένη κρίση κρίσιμοι παράγοντες ενδεχομένως να αποτελέσουν τόσο οι εσωτερικές εξελίξεις στο Ιράν – όπου το καθεστώς της Τεχεράνης προσπαθεί να μαζέψει τα πυρηνικά και μη κομμάτια του – όσο όμως και οι προγραμματισμένες για τον Οκτώβριο εθνικές ισραηλινές εκλογές, όπου παίζεται τόσο το πολιτικό μέλλον, όσο και η προσωπική ελευθερία του Ισραηλινού Πρωθυπουργού, Μπέντζαμιν Νετανιάχου.
Ο σίνο-αμερικανικός ανταγωνισμός και η πενταετής κινεζική στρατηγική
Παρότι αποτράπηκε τελικά ένας πρωτοφανής εμπορικός πόλεμος μεταξύ των δύο ισχυρότερων οικονομικών υπερδυνάμεων του διεθνούς συστήματος, μετά και την ανακήρυξη της ημέρας της οικονομικής ανεξαρτησίας των ΗΠΑ από τον Τραμπ τον Απρίλιο του 2025, εν τούτοις δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως ο ανταγωνισμός μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας θα ενταθεί περαιτέρω κατά τη διάρκεια των επόμενων δώδεκα μηνών. Βλέποντάς το τεχνοκρατικά – και με δεδομένα τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα τα οποία απολαμβάνουν και οι δύο υπερδυνάμεις η μία έναντι της άλλης σε ορισμένους κρίσιμους τομείς, όπως για παράδειγμα οι ΗΠΑ στον τομέα του AI, και η Κίνα στον κλάδο των κρίσιμων γαιών – μια σίνο-αμερικανική εμπορική σύγκρουση δεν συμφέρει καμία από τις δύο πλευρές, γι’ αυτό εξάλλου και απεφεύχθη, διαψεύδοντας τις πλέον δυσοίωνες σχετικές προβλέψεις.
Όμως, η σύναψη της διμερούς αμυντικής συμφωνίας μεταξύ των ΗΠΑ και της Ταϊβάν προ ολίγων εβδομάδων – της οποίας η αξία ξεπερνά τα έντεκα δισεκατομμύρια δολάρια, και προβλέπει την παροχή τελευταίας τεχνολογίας βαλλιστικών και αντιαεροπορικών αμερικανικών συστημάτων στην Ταϊπέι – υπενθυμίζει στη διεθνή κοινότητα πως η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο παραμένουν σε τροχιά σύγκρουσης, όπως κάθε δίπολο υπερδυνάμεων από τους Πελοποννησιακούς Πολέμους και μετά. Ο κίνδυνος στο επίπεδο των σίνο-αμερικανικών σχέσεων για το 2026 δεν αφορά τόσο το ξέσπασμα ενός εμπορικού πολέμου, ή ακόμα και μιας – εξαιρετικά απίθανης – μεταξύ τους σύρραξης στη Νότια Σινική Θάλασσα, αλλά αντιθέτως την κλιμάκωση του μεταξύ τους εμπορικού και γεωπολιτικού ανταγωνισμού, η οποία θα δημιουργήσει ένα τετελεσμένο που με τη σειρά του θα περιορίσει δραστικά τις στρατηγικές επιλογές τόσο του Τραμπ, όσο και του Κινέζου ομολόγου του, Σι Τζινπίνγκ, σε βάθος χρόνου· υπενθυμίζεται πως σύντομα η κινεζική κυβέρνηση θα εκδώσει τη νέα της πενταετή στρατηγική, στον πυρήνα της οποίας δεδομένα θα βρίσκεται ο πολυεπίπεδος ανταγωνισμός του Πεκίνου εναντίον της Ουάσιγκτον, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον των σινοαμερικανικών σχέσεων.
To «Συμπλήρωμα Τραμπ» στο Δόγμα Μονρόε
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων του 2025, ο Αμερικανός Πρόεδρος κλιμάκωσε κατακόρυφα την πίεση των ΗΠΑ εναντίον του βενεζολάνικου καθεστώτος του Νικολάς Μαδούρο, φτάνοντας στο σημείο να εξετάσει τη θεωρητική εφαρμογή μιας αμερικανικής ένοπλης επέμβασης στη χώρα, παρά τις τεράστιες αντικειμενικές δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος. Στην παρούσα φάση, το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό έχει αναπτύξει πρωτοφανείς δυνάμεις ανοιχτά των βενεζολανικών ακτών, ενώ έχει ήδη προχωρήσει σε επιτάξεις πλοίων του σκιώδους βενεζολάνικου στόλου τα οποία δεν τηρούν τους διεθνείς κανόνες ναυσιπλοΐας ακριβώς επειδή μεταφέρουν παρανόμως βενεζοελάνικο πετρέλαιο προς μια σειρά αντιδυτικών ενεργειακών πελατών του Καράκας, όπως το Ιράν και την Κίνα. Ωστόσο, οποιαδήποτε έμμεση ή άμεση προσπάθεια ώστε ο Μαδούρο να απομακρυνεί οικειωθελώς ή μη από το αξίωμά του δεν αφορά αποκλειστικά τη Βενεζουέλα, αλλά αντιθέτως τη συνειδητή προσπάθεια του Τραμπ ώστε να επαναπροσδιορίσει το σύνολο του δυτικού ημισφαιρίου ως την «πίσω αυλή των ΗΠΑ».
Η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι εσφαλμένα συνυφασμένη με τον αμερικανικό ψυχροπολεμικό παρεμβατισμό, ωστόσο θεμελιώθηκε για πρώτη φορά από τον Τζέιμς Μονρόε στο μακρινό 1823, μένοντας στην ιστορία ως το πρώτο ομόνυμο δόγμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Όμως, η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ κάνει συγκεκριμένα λόγο για ένα «Συμπλήρωμα Τραμπ» στο Δόγμα Μονρόε, προοικονομώντας μια σειρά παρεμβάσεων τόσο απέναντι σε φιλικές, όσο όμως και απέναντι σε εχθρικές προς την Ουάσιγκτον κυβερνήσεις· οι περιπτώσεις της υποστήριξης των ΗΠΑ στην Αργεντινή του Χαβιέρ Μιλέι, και της επιβολής κυρώσεων στη Βραζιλία του Λούλα ντα Σίλβα – ο οποίος αντιμετωπίζει την πρόκληση της επανεκλογής του μέσα στη χρονιά – είναι ενδεικτικές της αναδιανομής της περιφερειακής ισορροπίας των δυνάμεων την οποία επιθυμεί να πετύχει ο Τραμπ. Παρότι κάθε πρόβλεψη είναι εντελώς παρακινδυνευμένη, το «Συμπλήρωμα Τραμπ» στο Δόγμα Μονρόε δεδομένα θα προκαλέσει αναστάτωση τόσο στη Λατινική Αμερική, όσο και στην Καραϊβική, σε μια χρονιά ευρύτερων ζυμώσεων στο δυτικό ημισφαίριο, λόγω και της διεξαγωγής του παγκοσμίου κυπέλλου στις ΗΠΑ, τον Καναδά, και το Μεξικό.
Οι ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές
Κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους μακράν η σημαντικότερη εκλογική διαδικασία είναι και εκείνη των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών, καθώς αυτές θα αποτελέσουν το πρώτο πραγματικό πολιτικό τεστ του Ντόναλντ Τραμπ στη δεύτερη θητεία του στον Λευκό Οίκο, μετά και τη – τόσο πολιτικά, όσο όμως και σε προσωπικό επίπεδο – θριαμβευτική επιστροφή του στην Ουάσιγκτον τον Νοέμβριο του 2024. Σε εκείνη την εκλογική διαδικασία, ο Τραμπ είχε επί της ουσίας ηγηθεί στην ανακατάληψη τόσο της εκτελεστικής, όσο όμως και της νομοθετικής εξουσίας από το σύγχρονο ρεπουμπλικανικό κόμμα, του οποίου ο ίδιος αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο – και μοναδικό, πλέον – ιδεολογικό πόλο. Ωστόσο, με την επίδοση της δεύτερης κυβερνητικής θητείας του Τραμπ να κινείται σε μια παρατεταμένη μετριότητα – έχοντας να επιδείξει τόσο επιτυχίες, όσο όμως και αποτυχίες κατά τη διάρκεια του πρώτου από τα τέσσερα τελευταία χρόνια του 45ου και 47ου Αμερικανού Προέδρου στην Ουάσιγκτον – ο κίνδυνος μιας αλλαγής ισορροπίας των δυνάμεων τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όσο και στη Γερουσία είναι ορατός.
Σύμφωνα με την τρέχουσα δημοσκοπική εικόνα, το ποσοστό αποδοχής του Τραμπ έχει συρρικνωθεί στο 42% από το 52% όπου κυμαινόταν προ δώδεκα μηνών, με τη συγκεκριμένη πτώση να οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αδυναμία της κυβέρνησής του ώστε να ανταποκριθεί στη διαρκώς δυσχερέστερη οικονομική πραγματικότητα την οποία αντιμετωπίζει ο μέσος Αμερικανός ψηφοφόρος. Την ίδια στιγμή, οι περισσότερες σχετικές δημοσκοπήσεις προβλέπουν την ανακατάληψη της πλειοψηφίας για τους Δημοκρατικούς στη Βουλή των Αντιπροσώπων, τη στιγμή που το συγκεκριμένο ενδεχόμενο συγκεντρώνει αρκετές πιθανότητες και για τη Γερουσία. Αναμφισβήτητα, η απώλεια και των δύο σωμάτων θα καταστήσει τα δύο τελευταία χρόνια του Τραμπ στον Λευκό Οίκο εξαιρετικά δύσκολα· ο ίδιος αυτό το γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα, και με δεδομένο πως οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές θα διεξαχθούν τον Νοέμβριο, αναμένονται με ενδιαφέρον οι κινήσεις στις οποίες θα προχωρήσει τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όσο όμως και σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, ώστε να ενισχύσει το προσωπικό πολιτικό του προφίλ και να αποτρέψει μια πολιτική ανασυγκρότηση των Δημοκρατικών, η οποία πέρσι φαινόταν εξαιρετικά απίθανη.
Η πολιτική κρίση στο Ηνωμένο Βασίλειο
Κάνοντας λόγο για δημοσκοπήσεις, ακόμα και οι μεθοδολογικά αρτιότερες εξ αυτών συχνά αδυνατούν να συλλάβουν ορισμένες ψυχοδυναμικές μεταβλητές οι οποίες επηρεάζουν το θυμικό του εκάστοτε εκλογικού σώματος, με τα σχετικά παραδείγματα των τελευταίων ετών να είναι πλέον αμέτρητα. Ωστόσο, η συγκεκριμένη συνθήκη σε καμία περίπτωση δεν ισχύει στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς τόσο οι αθροιστικές δημοσκοπήσεις του τελευταίου έτους, όσο όμως και η πραγματικότητα με την οποία έρχεται αντιμέτωπος οποιοσδήποτε κινείται εντός της βρετανικής κοινωνίας, αποδεικνύουν πως η αρχαιότερη σύγχρονη δημοκρατία του διεθνούς συστήματος βρίσκεται σε μια βαθύτατη πολιτική κρίση. Ενδεικτικά, μέσα σε μόλις έναν χρόνο, το ευρωσκεπτικιστικό και υπερσυντηρητικό Reform UΚ του ιδεολογικού αρχιτέκτονα του Brexit, Νάιτζελ Φάρατζ, έχει μετατραπεί στην αδιαμφισβήτητη ισχυρότερη πολιτική δύναμη της χώρας, συγκεντρώνοντας πλέον ένα ποσοστό της τάξεως του 30%, τη στιγμή που στο ίδιο χρονικό διάστημα το κυβερνών Εργατικό Κόμμα κινείται μόλις στο 17% καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση, πίσω ακόμα και από τους ιδεολογικά και οργανωτικά κατακερματισμένους Συντηρητικούς.
Φυσικά, οι επόμενες εθνικές βρετανικές εκλογές δεν αναμένονται να διεξαχθούν πριν από το 2029, όμως η πίεση την οποία άσκησε – επιτυχημένα – ο Φάρατζ στον Βρετανό Πρωθυπουργό, Κιρ Στάρμερ, κατά το περασμένο έτος, αναπόφευκτα θα δρομολογήσει μια σειρά εξελίξεων στη χώρα. Η κρίση την οποία αντιμετωπίζει η βρετανική κυβέρνηση αποτελεί ένα textbook παράδειγμα αντιστοιχίας μεταξύ της δημοκρατικής νομιμοποίησης στην οποία απολαμβάνει ως αποτέλεσμα των εκλογών του 2024, αλλά και της αναντιστοιχίας αυτής με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα στη χώρα. Τη δεδομένη χρονική στιγμή, μια αντικατάσταση του Στάρμερ συγκεντρώνει πραγματικές πιθανότητες, σε μια εξέλιξη η οποία ενδεχομένως να επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την ήδη υπάρχουσα πολιτική κρίση στη χώρα, με την πορεία των εξελίξεων να είναι σοκαριστικά αβέβαιη· εύλογα, η επιβάρυνση της πολιτικής κρίσης στο Ηνωμένο Βασίλειο ενδεχομένως να έχει εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες για τη θέση της χώρας στη «Συμμαχία των Προθύμων» αλλά και την ευρύτερη επαναπροσέγγιση την οποία επιχειρεί ο Στάρμερ με την ΕΕ, καθώς παράλληλα τρέχει να προλάβει τον Φάρατζ, αλλά και να παραμείνει κάτοικος της Downing Street.
Ο Σουδανικός Εμφύλιος και η Ερυθρά Θάλασσα
Η συγκεκριμένη σύγκρουση αποτελεί την καλύτερα κρυμμένη από τα φώτα εθνοκάθαρση της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας, ενώ αποτελεί τον τρίτο κατά σειρά πολυετή εμφύλιο πόλεμο στο Σουδάν από την ανεξαρτητοποίηση της χώρας και μετά. Οι συγκλονιστικά βίαιες εχθροπραξίες μεταξύ των Σουδανικών Ενόπλων Δυνάμεων (Sudanese Armed Forces – SAF) και των Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης (RSF – Rapid Support Forces) βαίνουν αμείωτες από το 2023 μέχρι σήμερα, με τον Σουδανικό Εμφύλιο να έχει μετατραπεί σε έναν πόλεμο φθοράς, χωρίς καμία συνθήκη να προμηνύει τόσο την αποκλιμάκωση του, πόσο μάλλον δε την επίλυση του. Ως αποτέλεσμα, ο Σουδανικός Εμφύλιος απειλεί με περαιτέρω αποσταθεροποίηση την ευρύτερη γεωπολιτική περιοχή της Βόρειας Υποσαχάριας Αφρικής, στην οποία επικρατεί έτσι κι αλλιώς παρατεταμένη αναστάτωση, ιδιαίτερα λόγω της παράλληλης εθνοκάθαρσης στη Νιγηρία.
Ωστόσο, μέσα στο 2026, ο Σουδανικός Εμφύλιος πόλεμος πιθανώς να αναχθεί σε απειλή για την ευρύτερη περιφερειακή και διεθνή ισορροπία των δυνάμεων, καθώς η ρωσική κυβέρνηση έχει ήδη συμφωνήσει με τις Σουδανικές Ένοπλες Δυνάμεις στην κατασκευή της πρώτης ρωσικής ναυτικής βάσης στην αφρικανική ήπειρο, σε μια άμεση εμπλοκή της Μόσχας στην τρέχουσα σύγκρουση, στην οποία η Δύση έχει μέχρι στιγμής αποφύγει οποιαδήποτε ανάμειξη. Κρίσιμα, η ρωσική βάση πρόκειται να κατασκευαστεί στο Port Sudan στις δυτικές όχθες της Ερυθράς Θάλασσας, λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από τις αμερικανικές και τις γαλλικές βάσεις στο Τζιμπουτί. Με αυτό τον τρόπο, και πέραν του ολέθρου ο οποίος συντελείται στο εσωτερικό της χώρας, ο Σουδανικός Εμφύλιος πιθανώς να αποτελέσει μέσα στο 2026 το προγεφύρωμα του ρωσικού παρεμβατισμού σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη γεωπολιτική περιοχή, και της μελλοντικής δυνατότητας της Ρωσίας να διαταράξει τον διάπλου προς τη Διώρυγα του Σουέζ, από την οποία εξαρτάται περίπου το 12% του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά και σε μεγάλο βαθμό η ασφάλεια των ευρωπαϊκών εφοδιαστικών αλυσίδων.
Μπόνους: Ένα πιθανό AI shock
Το 2025 αποτέλεσε την πρώτη χρονιά όπου η χρήση – αλλά και η εμπορική αξιοποίηση – της τεχνητής νοημοσύνης απέκτησε μαζικό χαρακτήρα, σε παγκόσμια κλίμακα. Αναπόφευκτα, το συγκεκριμένο μομέντουμ αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω μέσα στο 2026, τη στιγμή που φαίνεται πως δεν υπάρχει ορατό όριο στις δυνατότητες τις οποίες προσθέτει κάθε νέο γλωσσικό μοντέλο το οποίο προστίθεται στην αγορά. Όμως, η δραματική ανάπτυξη του AI τόσο σε εύρος, όσο και σε ταχύτητα, έχει οδηγήσει σε μια εκτόξευση της χρηματιστηριακής αξίας των τεχνολογικών κολοσσών του αμερικανικού Big Tech οι οποίες δραστηριοποιούνται στον κλάδο, στην οποία οφείλονται τα εντυπωσιακά κέρδη τα οποία σημείωσαν οι κραταιοί δείκτες NASDAQ και S&P500, καλλιεργώντας ένα ευνοϊκό επενδυτικό κλίμα το οποίο επηρέασε θετικά και τις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές.
Φυσικά, όπως σε κάθε άλλο αντίστοιχο φαινόμενο στο παρελθόν, πολύς λόγος έχει γίνει διεθνώς για το ενδεχόμενο αυτού του τύπου η συμπεριφορά των συγκεκριμένων μετοχών να αποτελεί ένδειξη μιας πρωτοφανούς επιπέδου και συνεπειών φούσκας· ασφαλώς, ο μέσος σοβαρός επενδυτής γνωρίζει πως κανείς ποτέ δεν μπορεί να ξέρει πώς ακριβώς θα συμπεριφερθούν οι μετοχές, ιδιαίτερα σε μεμονωμένο επίπεδο. Το πραγματικό AI shock δεν αφορά το ενδεχόμενο ενός συγκλονιστικού – γιατί τέτοιο θα είναι, αν συμβεί – χρηματιστηριακού κραχ μέσα στο 2026, αλλά αντιθέτως η συστηματοποίηση της ασυμμετρίας την οποία προκαλεί ήδη η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, όπου η κινητικότητα των χρηματιστηριακών δεικτών δεν ανταποκρίνεται στους δείκτες της πραγματικής οικονομίας των ΗΠΑ, την ίδια στιγμή που αμφισβητεί τα κατά τα άλλα κραταιά επιχειρηματικά μοντέλα των περισσότερων κλάδων της. Στην πραγματικότητα, η ισχυρότερη οικονομία του κόσμου δεν έχει βρεθεί ποτέ στο παρελθόν αντιμέτωπη με μια παρόμοια συνθήκη, και κανείς δε μπορεί να απαντήσει με ασφάλεια αν το AI boom θα απαιτήσει ή όχι μια δραματική διόρθωση, τόσο σε επίπεδο χρηματαγορών, όσο και στην πραγματική οικονομία.
Δειτε περισσοτερα
Δυνατά κείμενα, μεγάλοι σκηνοθέτες, σπουδαίες ερμηνείες
Ατομικές ή συλλογικές, καλλιτέχνες που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα ή μή, σε μεγάλα μουσεία και ιδρύματα ή σε μικρότερους χώρους, δείτε τις εκθέσεις που θα θυμόμαστε
Από τέσσερις εφήβους του 19ου αιώνα στον ιστορικό & αρχαιότερο πολιτιστικό σύλλογο της Αθήνας
Ένας οδηγός για τις εκθέσεις που αξίζει να δεις σε μουσεία, γκαλερί, ιδρύματα και χώρους τέχνης
Γιατί η προσωπική ατμόσφαιρα που γεννιέται από αρώματα, ήχους και μυρωδιές