Κοσμος

Εντυπώσεις από την ομιλία Μπάιντεν στο Κογκρέσο

Η «επίθεση», τα δύσκολα θέματα και οι πρώτες αντιδράσεις

Νικόλας Μολφέτας
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τζο Μπάιντεν: Σχόλιο για τα θέματα της ομιλίας του στο Κογκρέσο και τις αντιδράσεις

Η καθιερωμένη —και επιβεβλημένη από το Σύνταγμα— ετήσια ομιλία του Προέδρου των ΗΠΑ για την «Κατάσταση της Ένωσης» ήταν φέτος πιο φορτισμένη και πολιτικοποιημένη από ποτέ. Σε αυτό φαίνεται να συμφωνούν οι σχολιαστές και των δύο ιδεολογικών παρατάξεων, όπως και στο ότι ο Πρόεδρος Μπάιντεν έδειξε μεγάλη ζωντάνια και ενέργεια, κάτι απαραίτητο για να αντιστρέψει την εικόνα του υποτονικού ογδοντάχρονου, που είναι σταθερά στα βασικά ευρήματα των δημοσκοπήσεων. Έκανε επίσης αρκετές φορές διάλογο «εκτός σεναρίου» με τους Ρεπουμπλικανούς στην αίθουσα, κάτι που μάλλον τον προστάτευσε από κατηγορίες ότι το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να διαβάζει από έτοιμο κείμενο. Παρόλο που αυτές οι ομιλίες καταλήγουν συνήθως να είναι μια εκτενής λίστα επιτευγμάτων και στόχων της κυβέρνησης (και η φετινή δεν αποτέλεσε εξαίρεση), ο Μπάιντεν έκανε μια σαφή ομαδοποίηση των θεμάτων, ξεκινώντας επιθετικά και καταλήγοντας σε αυτά όπου υπολείπεται στην κοινή γνώμη.

Η «επίθεση»: Ουκρανία, ΝΑΤΟ, Δημοκρατία, αμβλώσεις

Η ομιλία ήταν πολύ δυνατή ήδη από το ξεκίνημα, καθώς ο Μπάιντεν έκανε παραλληλισμό ανάμεσα στην αντίστοιχη ομιλία του Προέδρου Φράνκλιν Ρούζβελτ το 1941, όταν οι ΗΠΑ έβλεπαν ακόμα τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από απόσταση, και τη σημερινή κατάσταση στην Ουκρανία μετά τη Ρωσική εισβολή. Παραδόξως μάλιστα απέσπασε και το χειροκρότημα του Ρεπουμπλικανού Προέδρου της Βουλής Μάικ Τζόνσον, ο οποίος καθόταν πίσω του (κι ο οποίος έχει μπλοκάρει την ψήφιση στη Βουλή του πακέτου βοήθειας προς την Ουκρανία).

Χειροκρότημα από τους Ρεπουμπλικανούς απέσπασε και με την αναφορά του στην ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, πιθανόν βέβαια επειδή παρών στον Κογκρέσο ήταν και ο ίδιος ο πρωθυπουργός της Σουηδίας, Ουλφ Κρίστερσον. Παράλληλα όμως, φρόντισε να κάνει την αντιδιαστολή ανάμεσα στην ιστορική ρήση του Προέδρου Ρέιγκαν στο Βερολίνο, «Κύριε Γκορμπατσόφ, γκρεμίστε αυτό το τείχος», έναντι της πρόσφατης αναφοράς τού πρώην Προέδρου Τραμπ ότι θα πει στον Πούτιν «να κάνει ό,τι θέλει» σε χώρες του ΝΑΤΟ που δεν επενδύουν αρκετά στην άμυνά τους.

Η συνέχεια ήταν ακόμα πιο πολωτική, καθώς αναφέρθηκε στην απειλή προς τη Δημοκρατία από την εισβολή στο Καπιτώλιο την 6η Ιανουαρίου 2021 και την αμφισβήτηση του εκλογικού αποτελέσματος του 2020. Αυτές οι αναφορές πιθανότατα έγιναν στην αρχή της ομιλίας για να προσελκύσουν παραδοσιακούς (Ρεϊγκανικούς) Ρεπουμπλικανούς που ψήφισαν τη Νίκι Χέιλι στις προκριματικές εκλογές του κόμματος, και τώρα πιθανόν να νιώθουν «άστεγοι» με την αποχώρησή της από τη διεκδίκηση του χρίσματος.

Η «επίθεση» του Μπάιντεν με θέματα όπου έχουν σαφές πλεονέκτημα οι Δημοκρατικοί, ολοκληρώθηκε με μια εκτενή αναφορά στο θέμα της εξωσωματικής γονιμοποίησης, η πρόσβαση στην οποία απειλείται στην Αλαμπάμα (και πιθανόν σε άλλες Πολιτείες στη συνέχεια) λόγω πρόσφατης δικαστικής απόφασης που αναγνωρίζει νομικά ως «ανήλικα παιδιά» τα γονιμοποιημένα ωάρια σε κατάψυξη. Συνέδεσε αυτό το ζήτημα και με την προπέρσινη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αναίρεσε την προστασία στις αμβλώσεις, λέγοντας μάλιστα, «με κάθε σεβασμό» στους δικαστές που καθόντουσαν ακριβώς μπροστά του, ότι είχαν γράψει στην περιβόητη απόφαση του 2022 πως «οι γυναίκες δεν στερούνται εκλογικής και πολιτικής δύναμης». Ξεφεύγοντας από το γραπτό κείμενο της ομιλίας, προσέθεσε: «Θα διαπιστώσετε σύντομα πόσο δίκιο είχατε σε αυτό».

Το κεντρικό τμήμα της ομιλίας ήταν η συνήθης λίστα επιτευγμάτων και υποσχέσεων για την οποία λέγαμε παραπάνω, ξεκινώντας από το θέμα της οικονομίας. Τόνισε τα καλά νέα για την πτώση του πληθωρισμού, τη χαμηλή ανεργία και τη συνεχή αύξηση των θέσεων εργασίας, την οποία συνέδεσε με τα προγράμματα επενδύσεων που ψηφίστηκαν με πρωτοβουλία του, τόσο για κλασικές υποδομές (δρόμοι, λιμάνια, τηλεπικοινωνίες κλπ.) όσο και για εργοστάσια προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Για αυτό το σημείο δέχτηκε αργότερα κριτική από αρκετούς σχολιαστές και των δύο πλευρών, καθώς δεν αναγνώρισε τις δυσκολίες που περνά τώρα η μέση αμερικανική οικογένεια και παρουσίασε μια υπερβολικά ρόδινη εικόνα.

Τα δύσκολα θέματα: Μεταναστευτικό, εγκληματικότητα, Παλαιστίνη, ηλικία

Ο Πρόεδρος Μπάιντεν άφησε για το τέλος τα θέματα για τα οποία τού επιτίθενται οι πολιτικοί του αντίπαλοι, με πρώτο το πρόβλημα του μεταναστευτικού κύματος στα σύνορα με το Μεξικό. Εκεί προσπάθησε να δείξει την αντίφαση λόγων και πράξεων των Ρεπουμπλικανών, οι οποίοι, ενώ ζητούσαν επίμονα ένα νομοσχέδιο για ενίσχυση των συνόρων, τελικά ακολούθησαν τις εντολές του Τραμπ και δεν έθεσαν προς ψήφιση το πακέτο που ετοίμασε κοινή ομάδα και των δύο κομμάτων.

Η ομιλία παρεκτράπηκε για λίγο σε εκείνο το σημείο από τις φωνές της βουλευτού των Ρεπουμπλικανών Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, η οποία (κατά παράβαση του κανονισμού της Βουλής) φορούσε ρούχα με πολιτικά συνθήματα και κονκάρδες, μια από τις οποίες είχε δώσει στον Μπάιντεν την ώρα που έμπαινε στην αίθουσα. Η Γκριν ζητούσε από τον Πρόεδρο να πει δυνατά το όνομα της 22χρονης Λέικεν Ράιλι, για τη δολοφονία της οποίας κατηγορείται ένας παράτυπος μετανάστης. Ο Μπάιντεν είπε το όνομά της και ότι νιώθει τον πόνο της οικογένειάς της γιατί έχει χάσει κι αυτός δύο παιδιά, αλλά ότι δολοφονίες γίνονται και από «νόμιμους [κατοίκους των ΗΠΑ]».

Μιλώντας για την εγκληματικότητα στις πόλεις, παρουσίασε τα στοιχεία για τη μείωση των βίαιων εγκλημάτων, με έντονες αντιδράσεις και πάλι από την πλευρά των Ρεπουμπλικανών, και συνέχισε γυρίζοντας τη συζήτηση στο θέμα του περιορισμού της οπλοκατοχής, η οποία δεν προχωρά λόγω των λόμπι. Εδώ ο Πρόεδρος της Βουλής ήταν πλέον φανερά ενοχλημένος και έκανε μορφασμούς που σύντομα θα κάνουν το γύρο του διαδικτύου.

Στο θέμα της Παλαιστίνης ξεκίνησε μιλώντας για την επίθεση της Χαμάς και την ανάγκη να απελευθερωθούν οι όμηροι, αποσπώντας θερμό χειροκρότημα και από τα δύο κόμματα. Παρών στην αίθουσα ήταν και ο πατέρας μιας κοπέλας που απελευθερώθηκε από τη Χαμάς τον Νοέμβριο, ενώ ο σύζυγός της σκοτώθηκε στην τρομοκρατική επίθεση της 7ης Οκτωβρίου. Ο Μπάιντεν μίλησε όμως και για την υποχρέωση του Ισραήλ να σεβαστεί τους αμάχους και να αφήσει την ανθρωπιστική βοήθεια να περάσει, αναφέροντας τη δημιουργία προσωρινού λιμανιού για πρόσβαση της αμερικανικής βοήθειας από τη θάλασσα. Η κάμερα εκεί έδειξε την παλαιστινιακής καταγωγής βουλευτή των Δημοκρατικών Ρασίντα Τλαΐμπ από το Μίσιγκαν, μαζί με δύο συναδέλφους της να κρατούν σήματα με τη φράση «Διαρκής εκεχειρία τώρα». Η αραβική κοινότητα, αν και μικρή συνολικά, έχει σημαντική εκλογική δύναμη στην αμφίρροπη Πολιτεία του Μίσιγκαν, κάτι που φάνηκε στις προκριματικές εκλογές της προηγούμενης εβδομάδας, όπου πάνω από εκατό χιλιάδες Δημοκρατικοί ψήφισαν την επιλογή «αναποφάσιστος» αντί να στηρίξουν τον Μπάιντεν. Στις εκλογές του 2020 η διαφορά από τον Τραμπ ήταν 155 χιλιάδες ψήφοι· θα μπορούσε λοιπόν εύκολα να ανατραπεί φέτος αν οι αραβικής καταγωγής ψηφοφόροι απέχουν.

Τέλος, ο Μπάιντεν έκλεισε μιλώντας για την ηλικία του, η οποία αποτελεί το σημαντικότερο ίσως εμπόδιο στην επανεκλογή του. Ξεκίνησε αστειευόμενος πως, όταν εξελέγη πρώτη φορά Γερουσιαστής, δεχόταν κριτική για το πόσο νέος ήταν, προσπάθησε να τονίσει την εμπειρία που του έδωσαν τα χρόνια, και κατέληξε πως σημασία έχει πόσο νέες είναι οι ιδέες που φέρνει ο καθένας στην πολιτική. «Το μίσος, ο θυμός, η εκδίκηση και η τιμωρία είναι παλιές ιδέες», είπε, σε μια σαφή αναφορά στον Τραμπ. Στην πράξη βέβαια, σημασία δεν θα έχουν τόσο τα επιχειρήματά του, αλλά η εικόνα που θα δίνει στον κόσμο.

Οι πρώτες αντιδράσεις

Παρόλο που όλοι αναγνωρίζουν ότι έδειξε ζωντάνια και ενέργεια, σχολιαστές της συντηρητικής πλευράς, όπως ο Σον Χάνιτι, παρουσιαστής του Φοξ Νιουζ, και ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Μάρκο Ρούμπιο, μίλησαν για «θυμωμένο» Μπάιντεν που «ούρλιαζε». Ο Πρόεδρος της Βουλής Μάικ Τζόνσον είπε πως, σε αντίθεση με τα όσα ισχύουν σε αυτές τις ομιλίες, δεν υπήρχε καμία στιγμή διακομματικής σύμπνοιας — κάτι το οποίο όμως διαψεύδεται από το γεγονός ότι ο ίδιος χειροκρότησε σε αρκετά σημεία, και μάλιστα δύο φορές σηκώθηκε όρθιος (στην αναφορά στον μακαρίτη βουλευτή Τζον Λούις που αγωνίστηκε για τα εκλογικά δικαιώματα των Αφροαμερικανών, και στην αναφορά στους ομήρους της Χαμάς).

Ταυτόχρονα, οι σχολιαστές της προοδευτικής πλευράς αναγνώρισαν ότι ήταν η πιο πολιτικοποιημένη ομιλία «Για την κατάσταση της Ένωσης» και είχε σαφή προεκλογικό χαρακτήρα, κάτι που δεν συνηθίζεται. Αναγνώρισαν επίσης ότι η εκφορά του λόγου του Μπάιντεν σε αρκετά σημεία δεν ήταν καθαρή, κάτι το οποίο βέβαια οφείλεται εν μέρει στο τραύλισμα που έχει από παιδί, αλλά έχει χειροτερέψει τα τελευταία χρόνια και ενισχύει την εικόνα τού πολύ ηλικιωμένου.

Όσον αφορά το πόσο αποτελεσματική πιθανόν να είναι η ομιλία, μια πρώτη ιδέα παίρνουμε από δημοσκόπηση του CNN, όπου το 62% των ερωτηθέντων είπαν ότι έχοντας δει την ομιλία θεωρούν πως ο Μπάιντεν οδηγεί τη χώρα προς τη σωστή κατεύθυνση. Πριν δουν την ομιλία, το 45% των ίδιων ερωτηθέντων είχε αυτή την άποψη, άρα ένα 17% επηρεάστηκε θετικά. Είναι σημαντικό όμως να σημειώσουμε ότι υπήρχε υπερεκπροσώπηση των Δημοκρατικών με 37% στο δείγμα (έναντι 29% στον γενικό πληθυσμό), ενώ άλλο ένα 30% ήταν Ρεπουμπλικανοί και το υπόλοιπο 33% ανεξάρτητοι.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι οι περισσότεροι ψηφοφόροι δεν θα δουν ούτε ολόκληρη την ομιλία, ούτε καν κάποιο μεγάλο τμήμα της. Τα τελευταία χρόνια την παρακολουθούν από 27 μέχρι 37 εκατομμύρια πολίτες, δηλαδή γύρω στο 10% του πληθυσμού κατά μέσο όρο. Μικρά αποσπάσματα όμως μεταδίδονται από δελτία ειδήσεων και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και γι’ αυτό γίνεται πάντα μια προσπάθεια να υπάρχουν στην ομιλία αναφορές σε κάθε θέμα που απασχολεί τους ψηφοφόρους, ώστε να φτιάχνονται τα κατάλληλα κλιπ. Αυτό σημαίνει ότι πρακτικά το αποτέλεσμα της ομιλίας θα φανεί σταδιακά στις δημοσκοπήσεις των επόμενων δύο-τριών εβδομάδων.

Όπως είχε σχολιάσει τις προάλλες στο CNN ο γνωστός αναλυτής και συχνός σύμβουλος των Ρεπουμπλικανών, Φρανκ Λαντζ, σε αυτές τις εκλογές —περισσότερο από ποτέ— ένα μεγάλο μέρος των πολιτών δεν θα ψηφίσει με βάση ποιον θέλει για Πρόεδρο, αλλά με βάση ποιον δεν θέλει: ο Μπάιντεν δεν ξεσηκώνει μεν τους οπαδούς του, αλλά στηρίζεται κι από όσους απεχθάνονται τον Τραμπ, και αντίστοιχα ο Τραμπ είναι μεν δημοφιλής στη στενή βάση του κόμματός του, αλλά, επειδή αυτή δεν είναι από μόνη της αρκετή για τη νίκη, πρέπει να κερδίσει και όσους δεν θέλουν την πολιτική του Μπάιντεν.

Οι δημοσκοπήσεις βέβαια δίνουν σταθερό προβάδισμα στον Τραμπ από τον Οκτώβριο και μετά, και, μολονότι κανένας σοβαρός αναλυτής στις ΗΠΑ δεν κάνει το λάθος να τις θεωρεί προβλέψεις αποτελέσματος οκτώ μήνες πριν τις εκλογές, τα χρονικά περιθώρια σίγουρα στενεύουν για τον Μπάιντεν. Ευτυχώς για αυτόν, η καμπάνια του είναι σε πολύ καλύτερη οικονομική κατάσταση από αυτή του Τραμπ (ο οποίος επιπλέον έχει τώρα να πληρώσει και περίπου μισό δισ. δολάρια από τις δικαστικές του ήττες), και το Δημοκρατικό κόμμα συνολικά βρίσκεται σε καλή πορεία, με μεγάλη πιθανότητα να ανακτήσει τον έλεγχο της Βουλής (στη Γερουσία είναι πολύ πιο δύσκολη και απρόβλεπτη η κατάσταση).

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν ο ίδιος ο Μπάιντεν μπορεί να αντιστρέψει την εικόνα που έχει δημιουργηθεί από την προχωρημένη του ηλικία, να πείσει για τις συνεχώς βελτιούμενες επιδόσεις της οικονομίας, και να θυμίσει στους ψηφοφόρους τους κίνδυνους που ελλοχεύουν από μια πιθανή επιστροφή του «προκατόχου» του, όπως τον αποκάλεσε 13 φορές χθες, χωρίς να αναφέρει το όνομά του. Με την ομιλία του σίγουρα έκανε μια καλή αρχή σε όλα αυτά. Όμως όλα θα κριθούν στη συνέχεια.