Κοσμος

H γενοκτονία στη Ρουάντα και ο ρόλος της Γαλλίας

Tριάντα χρόνια από τις σφαγές στην αφρικανική χώρα

Σώτη Τριανταφύλλου
12’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Γενοκτονία των Τούτσι: Το χρονικό των σφαγών στην περιοχή Ρουάντας-Ουγκάντας-Μπουρούντι πριν από τριάντα χρόνια και η ευθύνη της Γαλλίας

Ένα βιβλίο 640 σελίδων του Vincent Duclert με τίτλο «La France face au génocide des Tutsi» φέρνει στο φως το πώς και το γιατί οι γαλλικές κυβερνήσεις δεν ήταν άμοιρες ευθυνών για τα τρομερά γεγονότα της Ρουάντα στη δεκαετία του 1990. Σ’ αυτή την περίκλειστη χώρα της κεντρικής Αφρικής, όπου, πριν από τριάντα χρόνια, μέλη της φυλής των Χούτου σφαγίασαν πάνω από 500.000 (ή και 800.000) μέλη της φυλής των Τούτσι, η πολιτική του Φρανσουά Μιττεράν, η πολιτική της Γαλλίας γενικότερα, δεν κατέγραψε την καλύτερη στιγμή της. Ο Duclert ισχυρίζεται ότι η προεδρία Μιττεράν συνέβαλε στην εξαγρίωση των ήδη δυσαρεστημένων Χούτου.

Ρουάντα: Το χρονικό του εμφυλίου και πώς φτάσαμε στη γενοκτονία των Τούτσι

Να πώς έχουν τα γεγονότα. Μέχρι το 1895 τη χώρα κυβερνούσε μια μοναρχία των Τούτσι, εφαρμόζοντας μέτρα ολοένα και πιο εχθρικά εναντίον των Χούτου. Οι Χούτου είναι μια εθνοτική ομάδα Μπαντού που αποτελεί το 85% του πληθυσμού στη Ρουάντα, ενώ οι Τούτσι θεωρούνται αιθιοπικής χαμιτικής καταγωγής (ακούγεται επιστημονικό αλλά είναι μια αυθαίρετη ανθρωπολογική ταμπέλα) και αποτελούν το 10% περίπου του πληθυσμού· οι υπόλοιποι είναι πυγμαίοι Τούα. Το 1895 η χώρα έγινε γερμανική επαρχία και μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τον έλεγχο της Ρουάντα απέκτησε το Βέλγιο υπό την εντολή της Κοινωνίας των Εθνών. Οι Βέλγοι βασίστηκαν αρχικά στην παραδοσιακή ιεραρχία και στις υπάρχουσες κοινωνικές δομές, συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης του βασιλιά Τούτσι, τον οποίον αποδέχονταν τόσο οι Χούτου όσο και οι Τούτσι. Το 1926, υπό τη βελγική κυριαρχία, εισήχθησαν τα υποχρεωτικά δελτία ταυτότητας, τα οποία περιελάμβαναν τoν εθνοτικό (tribal), χαρακτηρισμό: σε ποια φυλή ανήκε ο καθένας. Αυτό έκανε ακόμα πιο δύσκαμπτο το σύστημα της tribal ταυτότητας που καθοριζόταν από τη γέννηση.

Xιλιάδες Τούτσι δολοφονήθηκαν και πάνω από 100.000 αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε γειτονικές χώρες, στην Ουγκάντα κυρίως

Οι Βέλγοι ήταν άγαρμποι αποικιοκράτες και τα διακυβεύματα τούς ξεπερνούσαν· το 1957, όταν δημοσιεύτηκε το Μανιφέστο των Χούτου που κατήγγελλε τους Τούτσι και τη θεωρούμενη κυρίαρχη θέση τους στην ηγεσία και στις ελίτ της Ρουάντας, δεν καταλάβαν τίποτα. Κι όταν το 1959 πέθανε ο βασιλιάς, υποστήριξαν τους Χούτου που ξεσηκώθηκαν εναντίον της ηγετικής ομάδας των Τούτσι. Τότε, χιλιάδες Τούτσι δολοφονήθηκαν και πάνω από 100.000 αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε γειτονικές χώρες, στην Ουγκάντα κυρίως. Και το 1962, όταν μέσα στη φούρια του παναφρικανισμού η Ρουάντα ανεξαρτητοποιήθηκε, ήρθε η στιγμή να ανατραπούν όλα τα δεδομένα: το ότι, για 500 περίπου χρόνια η φυλή των Τούτσι καταπίεζε τους Χούτου με τη στήριξη των Γερμανών και των Βέλγων. Η υποτιθέμενη εύνοια των Δυτικών έναντι των Τούτσι οφειλόταν σε δύο χαρακτηριστικά: το πρώτο ήταν η εμφάνισή τους — το λιγότερο «σκούρο» χρώμα τους από εκείνο των Χούτου και η όχι και τόσο πλακουτσωτή μύτη (τα κριτήρια των αποικιοκρατών ήταν τύπου ‘’colorism’’)· το δεύτερο ήταν ο βαθμός προθυμίας ή απροθυμίας τους για συνεργασία. Αμφότερες οι φυλές είχαν και έχουν παρόμοιο θρήσκευμα —είναι ανιμιστές και Ρωμαιοκαθολικοί— άρα, δεν ετίθετο ζήτημα θρησκευτικού μίσους: οι διαφορές ήταν πάντοτε tribal. Ως αποτέλεσμα της εύνοιας των Δυτικών για τους Τούτσι, οι Τούτσι μορφώθηκαν περισσότερο και εξελίχθηκαν, πράγμα που όξυνε τις αντιθέσεις: το 1959 ξέσπασαν ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των δύο φυλών στις οποίες έχασαν τη ζωή τους 15.000 άτομα· και το 1994, με αφορμή τον θάνατο του τότε προέδρου της χώρας, οι ταραχές οδήγησαν στη γενοκτονία.

Σταδιακά, ο Χαμπιαριμάνα επανέφερε πολλές από τις πρακτικές του προκατόχου του, ευνοώντας τους Χούτου έναντι των Τούτσι

Προτού περιγράψω τα γεγονότα γύρω από τη γενοκτονία, αναφέρω μερικές πληροφορίες για την μετα-αποικιακή κατάσταση της Ρουάντας και των γειτονικών της χωρών, η μοίρα των οποίων είναι λίγο πολύ κοινή. Μετά την αποαποικιοποίηση έγιναν εκλογές που κατέληξαν σε μια αντιπροσωπευτική κυβέρνηση στην οποία πλειοψηφούσαν οι Χούτου υπό τον πρόεδρο Γκρεγκουάρ Καγιμπάντα. Εκείνη την εποχή οι Χούτου φαίνονταν να προτιμούν το δημοκρατικό πολίτευμα ενώ οι Τούτσι ήταν μοναρχικοί υπό την έννοια των Αφρικανών πριγκίπων. Επί Καγιμπάντα η αστάθεια και οι εθνοτικές και πολιτικές εντάσεις επιδεινώνονταν μέρα με τη μέρα: έτσι, το 1973 ο υπουργός Άμυνας Ζουβενάλ Χαμπιαριμάνα ανέτρεψε τον Καγιμπάντα, κατέλαβε την εξουσία, διέλυσε το Κόμμα Χειραφέτησης των Χούτου «Parmehutu» (του οποίου ήταν μέλος) και ίδρυσε το Mouvement Révolutionaire National pour le Développement ως τον μοναδικό νόμιμο πολιτικό σχηματισμό της χώρας. Μέχρι το 1990 το καθεστώς του Χαμπιαριμάνα δεν επέτρεπε τη λειτουργία άλλων κομμάτων: αν και το Εθνικό Επαναστατικό Κίνημα για την Ανάπτυξη είχε στόχο την προώθηση της ειρήνης, της ενότητας και της εθνικής ανάπτυξης, το Σύνταγμα που ψηφίστηκε καθιστούσε τη χώρα μονοκομματικό κράτος· η μονοκομματικότητα εγκρίθηκε σε δημοψήφισμα τον Δεκέμβριο του 1978. (Δεν έχουμε ιδέα αν και κατά πόσον αυτό το δημοψήφισμα ήταν αδιάβλητο.) Στη συνέχεια, στις προεδρικές εκλογές, ο Χαμπιαριμάνα, ως πρόεδρος του MRND, ήταν ο μοναδικός υποψήφιος στο ψηφοδέλτιο. Επανεξελέγη το 1983 και ξανά το 1988, κάθε φορά ως μοναδικός υποψήφιος. Ωστόσο, ως μικρή παραχώρηση στη δημοκρατία, το ’88 δόθηκε στους ψηφοφόρους η επιλογή δύο υποψηφίων του ιδίου κόμματος. Αρχικά, ο Χαμπιαριμάνα κατάργησε το σύστημα ποσοστώσεων (οι Χούτου συνιστούν την πλειοψηφία, οι Τούτσι μια μειοψηφία), αποκτώντας κάποια δημοτικότητα μεταξύ των Τούτσι. Αλλά οι Χούτου αντέδρασαν: το 1974, η υπερεκπροσώπηση των Τούτσι σε επαγγελματικούς τομείς όπως η ιατρική και η εκπαίδευση προκάλεσε κατακραυγή· χιλιάδες Τούτσι αναγκάστηκαν να παραιτηθούν από τέτοιες θέσεις, πολλοί εξορίστηκαν και εκατοντάδες έχασαν τη ζωή τους σε βίαια επεισόδια. Σταδιακά, ο Χαμπιαριμάνα επανέφερε πολλές από τις πρακτικές του προκατόχου του, ευνοώντας τους Χούτου έναντι των Τούτσι.

Σε ολόκληρη τη μετα-αποικιακή περίοδο, η κατάσταση στη Ρουάντα επηρεαζόταν από εκείνη στο γειτονικό Μπουρούντι. Αν και αμφότερες οι χώρες είχαν πλειοψηφία Χούτου, στο Μπουρούντι η κυβέρνηση που επί δεκαετίες ήλεγχε ο στρατός εκπροσωπούσε κυρίως τους Τούτσι. Μετά τη δολοφονία του Τούτσι Μπουρουντιανού πρωθυπουργού Λουί Ρουαγκασόρε (ο οποίος είχε αναδειχθεί στο αξίωμα έναν μήνα νωρίτερα) —τον καθάρισε ο Έλληνας Ζαν Καραγιώργης: άλλο σίριαλ αυτό— το κόμμα του διαχωρίστηκε σε φατρίες Τούτσι και Χούτου. Στη συνέχεια, εναλλάσσονταν πρωθυπουργοί Τούτσι και πρωθυπουργοί Χούτου· το 1965 ο Χούτου Πιερ Νγκενταντούμουε δολοφονήθηκε από έναν εξτρεμιστή Τούτσι και τον διαδέχθηκε ένας άλλος Χούτου, ο Ζοζέφ Μπαμίνα. Λίγους μήνες αργότερα, οι Χούτου κέρδισαν 23 από τις 33 έδρες στις εθνικές εκλογές, αλλά ο μονάρχης της χώρας ακύρωσε τις εκλογές και ο Μπαμίνα εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες· η οικογένεια του Μπαμίνα διέφυγε στην Κένυα. Τότε, ο μονάρχης (Τούτσι κι αυτός) τοποθέτησε τον προσωπικό του γραμματέα στη θέση του πρωθυπουργού, πράγμα που οδήγησε σε πραξικόπημα των Χούτου: πολιτικοί έφυγαν τρέχοντας από τη χώρα κι όταν στρατός, στον οποίον επικρατούσαν οι Τούτσι, απάντησε βάναυσα με επικεφαλής τον Μισέλ Μικομπέρο, σχεδόν όλοι οι αξιωματούχοι των Χούτου θανατώθηκαν. Ο Μικομπέρο ανέλαβε τον έλεγχο της κυβέρνησης και δυο-τρεις μήνες αργότερα καθαίρεσε τον νέο μονάρχη Τούτσι (γιο του προηγούμενου μονάρχη) καταργώντας τον ρόλο της μοναρχίας. Ύστερα απείλησε να εισβάλει στη Ρουάντα. Η στρατιωτική δικτατορία παρέμεινε στο Μπουρούντι για άλλα 27 χρόνια, μέχρι τις εκλογές του 1993: ο Μικομπέρο θεωρείται ένας από τους πλέον παράφρονες τυράννους στην ιστορία της Αφρικής.

 Το 1988, στην έκρηξη βίας των Χούτου εναντίον των Τούτσι στο βόρειο Μπουρούντι απάντησε ο στρατός των Τούτσι σφαγιάζοντας καμιά εικοσαριά χιλιάδες Χούτου

Ακολούθησαν επτά χρόνια σποραδικής βίας μεταξύ των Χούτου και των Τούτσι στο Μπουρούντι. Το 1969 ο στρατός των Τούτσι επιχείρησε εκκαθάριση των Χούτου οι οποίοι το 1972 εξεγέρθηκαν: τότε συνέβη γενοκτονία με θύματα τους Χούτου· 100.000 νεκροί, ίσως πολύ περισσότεροι. Κατά κάποιον τρόπο, η ιστορία επαναλήφθηκε στη Ρουάντα το 1993-4, αυτή τη φορά με θύματα του Τούτσι. Στο μεταξύ, το κύμα βίας στο Μπουρούντι οδήγησε σε διασυνοριακές ροές προσφύγων στη Ρουάντα. Το 1988, στην έκρηξη βίας των Χούτου εναντίον των Τούτσι στο βόρειο Μπουρούντι απάντησε ο στρατός των Τούτσι σφαγιάζοντας καμιά εικοσαριά χιλιάδες Χούτου. Και πάλι, χιλιάδες Χούτου αναγκάστηκαν να εξοριστούν στην Τανζανία και το Κονγκό. Αυτά για το Μπουρούντι.

Η κατάσταση ήταν εξίσου έκρυθμη στην Ουγκάντα. Πολλοί εξόριστοι Ρουαντέζοι Τούτσι στην Ουγκάντα εντάχθηκαν στις αντάρτικες δυνάμεις του Γιουέρι Μουσέβενι στον λεγόμενο εμφύλιο «πόλεμο των θαμνότοπων» της Ουγκάντας και μετά τη νίκη των ανταρτών προσχώρησαν στον ουγκαντέζικο στρατό (το 1986). Μεταξύ αυτών ήταν ο Φρεντ Ρουιγκιέμα και ο Πολ Καγκάμε, οι οποίοι αναδείχθηκαν στο Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντα (RPF), μια ομάδα ανταρτών που αποτελείται κυρίως από βετεράνους Τούτσι του πολέμου της Ουγκάντας. Την 1η Οκτωβρίου 1990, το RPF (υπενθυμίζω: Τούτσι) εισέβαλε στη Ρουάντα από τη βάση του στην Ουγκάντα κατηγορώντας την κυβέρνηση του Χαμπιαριμάνα ότι απέτυχε να εκδημοκρατίσει και να επιλύσει τα προβλήματα περίπου 500.000 προσφύγων Τούτσι που ζουν στη διασπορά σε όλο τον κόσμο. Η σύρραξη κατέληξε σε αδιέξοδο και το 1993 οι δύο πλευρές υπέγραψαν τις συμφωνίες της Αρούσα (Τανζανία), οι οποίες προέβλεπαν καταμερισμό της εξουσίας μεταξύ Τούτσι και Χούτου. Αλλά οι ακραίοι Χούτου δεν δέχτηκαν τις συμφωνίες.

Όπως ήταν φυσικό, η εισβολή των Τούτσι προκάλεσε παροξυσμό των εθνοτικών εντάσεων. Τον Απρίλιο του 1994 ο Χαμπιαριμάνα σκοτώθηκε όταν καταρρίφθηκε το ιδιωτικό τζετ στο οποίο επέβαινε μαζί με τον πρόεδρο του Μπουρούντι, Σιπριάν Νταριαμιρά. Εκείνη την εποχή τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία ήλεγχαν εξτρεμιστές Χούτου, ισχυρίστηκαν ότι το αεροπλάνο καταρρίφθηκε κατόπιν εντολής του Τούτσι ηγέτη του Πατριωτικού Μετώπου της Ρουάντα και μετέπειτα πρόεδρου της χώρας, Πολ Καγκάμε. Ακούγεται απολύτως λογικό: ο Καγκάμε είχε φύγει από τη χώρα του σε πολύ μικρή ηλικία, μετά την εξέγερση των Χούτου το 1959, εγκαταστάθηκε στην Ουγκάντα μαζί με άλλους πρόσφυγες Τούτσι και φαινόταν ενταγμένος στην ουγκαντέζικη κοινωνία: το 1985, σε συνεργασία με τον Φρεντ Ρβιγκεμά, ο Καγκάμε ίδρυσε το προαναφερθέν Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντα (RPF), με έδρα την Καμπάλα (πρωτεύουσα της Ουγκάντας) και την επόμενη χρονιά ανέλαβε επικεφαλής της στρατιωτικής υπηρεσίας αναγνωρίσεως του Εθνικού Στρατού Αντίστασης (NRA) εναντίον της ουγκαντέζικης κυβέρνησης του Μίλτον Ομπότε (τον οποίον είχε ανατρέψει ο τρελο-Αμίν Νταντά). Ο Πολ Καγκάμε εθεωρείτο σύμμαχος του μέχρι σήμερα προέδρου Γιουέρι Μουσέβενι της Ουγκάντας. Ο Μουσέβενι υποστήριξε την εν λόγω εισβολή στη Ρουάντα, η οποία οδήγησε στη γενοκτονία: το RPF εισέβαλε στη Ρουάντα για πρώτη φορά την 1η Οκτωβρίου του 1990, όταν ο Καγκάμε βρισκόταν για εκπαίδευση στις ΗΠΑ. Δύο μέρες μετά την εισβολή, σκοτώθηκε ο Ρβιγκεμά και ο Καγκάμε διορίστηκε (από τον Μουσέβενι) διοικητής του RPF. Από την Ουγκάντα και την Τανζανία, ο Καγκάμε συντόνιζε τις επιθέσεις εναντίον των Χούτου και των παραστρατιωτικών ομάδων Interahamwe. Τον Ιούλιο του 1993, κι ενώ μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος στη Ρουάντα, οι δυνάμεις του Καγκάμε έφτασαν στο Κιγκάλι (πρωτεύουσα της Ρουάντας): η Γαλλία, το Βέλγιο και ο ΟΗΕ δεν έκαναν τίποτα για να αποτρέψουν τις σφαγές.

Η εισβολή των Τούτσι στη Ρουάντα φαινόταν ότι θα κατέληγε στην επικράτησή τους μέχρι που η Γαλλία κατάφερε να συνενώσει δυνάμεις Γάλλων, Βέλγων, Χούτου και Ζαϊρινών (έτσι ονομάζονταν τότε οι Κονγκολέζοι από το Κονγκό-Κινάσα) στρατιωτών. Προτού δολοφονηθεί ο Ζουβενάλ Χαμπιαριμάνα χαρακτήρισε τους Τούτσι εισβολείς —και ήταν. Πράγμα που δεν δικαιολογεί τις φρικαλεότητες που ακολούθησαν. Τελικά, το 1994, ο Καγκάμε έγινε αντιπρόεδρος και Υπουργός Άμυνας, με Πρόεδρο τον Παστέρ Μπιζιμούνγκου, από το RPF, ο οποίος όπως δεν ενέκρινε τη σύνθεση της κυβέρνησης και παραιτήθηκε το 2000. Ο Καγκάμε έγινε Πρόεδρος το Μάιο του 2001, ενώ ο Μπιζιμούνγκου ίδρυσε το αντιπολιτευόμενο κόμμα Buyanjya, το οποίο ο Καγκάμε απαγόρευσε σχεδόν αμέσως. Λίγο μετά, ο Μπιζιμούνγκου τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό και το 2004 καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 ετών για σύσταση παραστρατιωτικής ομάδας, υποδαύλιση βίας και διαφθορά.

Πού κολλάει η Γαλλία σ’ αυτή τη μεγάλη αφρικανική τραγωδία; Ο Φρανσουά Μιττεράν είχε όραμα δημοκρατίας, ανάπτυξης και συνεργασίας με την Αφρική. Αλλά στήριξε τον Χαμπιαριμάνα που δεν είχε κανένα όραμα: το διακύβευμα για τον Μιττεράν, σύμφωνα με τον συγγραφέα του βιβλίου «La France face au génocide des Tutsi» ήταν να κατατροπώσει τους Αγγλο-αμερικανούς στην κλωτσοπατινάδα για την Αφρική· να διατηρήσει αισθητή τη γαλλική παρουσία και να διασώσει τη γαλλοφωνία. Έτσι, παραμερίζοντας το γεγονός ότι ο Χαμπιαριμάνα ήταν πραξικοπηματίας και δικτάτορας ενίσχυσε με στρατεύματα το καθεστώς της Ρουάντα. Ο αντίπαλος του καθεστώτος και του στρατού τον οποίον τροφοδοτούσαν οι Γάλλοι ήταν το Πατριωτικό Μέτωπο το οποίο αφού νίκησε τις κυβερνητικές δυνάμεις στον εμφύλιο πόλεμο, κυβερνά από το 1994 τη χώρα εξίσου δικτατορικά με τον Χαμπιαριμάνα.

Ο Duclert διατείνεται ότι οι Χούτου προετοίμαζαν επί χρόνια τη γενοκτονία κάτω από την αλαζονική γαλλική μύτη κι ότι οι Γάλλοι είτε δεν πήραν χαμπάρι, είτε πήραν χαμπάρι και έκαναν την πάπια

Για να κατανοήσουμε την κατάσταση στη Ρουάντα χρειάζεται κάποια γνώση της γενικότερης κατάστασης στην Αφρική και το τι επιδιώκουν οι Ευρωπαίοι από την εποχή της αποαποικιοποίησης: το 1990 όταν οι ουγκαντέζικες στρατιωτικές δυνάμεις εισέβαλαν στη Ρουάντα, ο ρουαντέζικος στρατός —στον οποίον κυριαρχούσαν οι Χούτου— δέχτηκε βοήθεια από το Βέλγιο, τη Γαλλία και το Ζαΐρ με αποτέλεσμα μέσα σε ένα μήνα να απωθήσει τους Ουγκανέζους. Εν πάση περιπτώσει, αν και για τη δολοφονία του Χαμπιαριμάνα κατηγορήθηκαν, εκτός από τους Τούτσι, εξτρεμιστικά στοιχεία Χούτου στην κυβέρνηση της Ρουάντα, οι Χούτου επιτέθηκαν στους Τούτσι, χωρίς η Γαλλία να κάνει τίποτα. Ο Duclert διατείνεται ότι οι Χούτου προετοίμαζαν επί χρόνια τη γενοκτονία κάτω από την αλαζονική γαλλική μύτη κι ότι οι Γάλλοι είτε δεν πήραν χαμπάρι, είτε πήραν χαμπάρι και έκαναν την πάπια. Πάντως, το 1994 στο Μπιαρίτς ο Μιττεράν δήλωνε ότι η Γαλλία δεν είναι και δεν μπορεί να είναι υπεύθυνη για το αν οι Ρουαντέζοι λύνουν τις διαφορές τους με μαχαίρια. Νομίζω ότι αυτή η ομιλία ήταν λανθασμένη: πρώτον δεν ξεχώριζε τους θύτες από τα θύματα —των συγκεκριμένων γεγονότων τουλάχιστον— και δεύτερον δεν έδειχνε καμιά πρόθεση της Γαλλίας να παρέμβει ως ειρηνοποιός. Παρ’ όλ’ αυτά, η Γαλλία παρενέβη: τον Απρίλιο του 1994 η Επιχείρηση Αμαρυλλίς (μα, ποιος τα επινοεί αυτά τα ονόματα επιτέλους;) που είχε στόχο την ασφάλεια των Γάλλων πολιτών στην Αφρική περιορίστηκε σ’ αυτόν τον στόχο εγκαταλείποντας τους Ρουαντέζους στην τύχη τους: η Επιχείρηση Αμαρυλλίς ήταν απλώς μια προσπάθεια εκκένωσης. Πιθανότατα μέσω στο χάος των σφαγών οι Γάλλοι —μια δύναμη 500 ανδρών— να μην μπορούσαν να κάνουν τίποτα περισσότερο: όμως, δεν είναι αυτή η γνώμη του Declert.

Η πολυμερής (Βέλγιο, Γαλλία, Καναδάς) επιχείρηση Tυρκουάζ που έγινε με πρωτοβουλία του ΟΗΕ ήταν πιο φιλόδοξη και πιο καταστροφική: ο Declert γράφει ότι ήταν απόπειρα στήριξης του γενοκτονικού καθεστώτος των Χούτου κι ότι διευκολύνοντας τη φυγή δύο εκατομμυρίων Ρουαντέζων προς το Ζαΐρ, η Τυρκουάζ πυροδότησε τον εμφύλιο πόλεμο στο Κονγκό. Το 1996 ο Καγκάμε συνετέλεσε στην ανατροπή του Μομπούτου Σέσε Σέκο στο γειτονικό Κονγκό: στήριξε αρχικά τον Λοράν Καμπίλα, όμως αργότερα ο Καμπίλα απομάκρυνε όλους τους Τούτσι από την κυβέρνησή του και έτσι το 1998 ξέσπασε ο Δεύτερος Πόλεμος του Κονγκό, κατά τον οποίον έφυγαν από τη χώρα όλοι οι αξιωματούχοι της Ουγκάντας και τη Ρουάντας.

Τον Μάιο του 2006, το Εφετείο του Παρισιού αποδέχθηκε έξι δικαστικές αγωγές που κατέθεσαν στην δικαστίνα Brigitte Reynaud τα θύματα της γενοκτονίας. Οι κατηγορίες που διατυπώθηκαν κατά του γαλλικού στρατού κατά τη διάρκεια της Επιχείρησης Τυρκουάζ από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο του 1994 ήταν «συνενοχή στη γενοκτονία και/ή συνέργεια σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας». Τα θύματα ισχυρίζονται ότι οι Γάλλοι στρατιώτες που συμμετείχαν στην επιχείρηση δεν έκαναν τίποτα για να σταματήσουν τις σφαγές κι ότι επέτρεψαν στις πολιτοφυλακές των Χούτου να διαφύγουν από τη χώρα. Το δικαστήριο δεν κατέληξε σε απαγγελίες κατηγορίας Γάλλων αξιωματούχων.

 Σημασία στην Αφρική έχει να βρεθεί ο τρόπος της ειρήνευσης μεταξύ φυλών ώστε να προχωρήσει η παιδεία, η οικονομία και η προστασία του περιβάλλοντος

Το σίγουρο είναι πως, αν και οι Τούτσι ήταν τα θύματα της γενοκτονίας της Ρουάντας, η φυλή τους, ως οντότητα, δεν συνιστά «ιστορικό θύμα»: εξάλλου, το Πατριωτικό Μέτωπο στο οποίο κυριαρχούσαν δεν πολυενδιαφερόταν να σταματήσει τη γενοκτονία· σκοπός του ήταν η αρπαγή της εξουσίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ρουαντέζοι δεν έκαναν προσπάθεια συμφιλίωσης —έκαναν. Αφού το RPF απέκτησε τον έλεγχο της χώρας, το 1994, σχημάτισε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας με επικεφαλής τον πρόεδρο των Χούτου, Παστέρ Μπιζιμούνγκου, ο οποίος το 2000 αποχώρησε από την κυβέρνηση, δημιούργησε το δικό του πολιτικό κόμμα, συνελήφθη, καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλάκιση και αφέθηκε ελεύθερος με χάρη του Καγκάμε το 2007. Παρά τις πολιτικές χειρονομίες από το RPF προς την πλειοψηφία των Χούτου της Ρουάντας, η δυσπιστία των Χούτου προς το RPF βασίζεται σε γεγονότα όπως δολοφονίες Χούτου από το RPF τόσο στη Ρουάντα όσο και στο Κονγκό, και μαζικές συλλήψεις υπόπτων ως δράστες της γενοκτονίας. Τον Φεβρουάριο του 1998 ο Kαγκάμε εξελέγη πρόεδρος του RPF, αντικαθιστώντας τον Αλεξίς Κανιαρέγκουε, και τον Μάρτιο του 2000 έγινε πρόεδρος. Μετά από συνταγματικό δημοψήφισμα το 2003, ο Καγκάμε εξελέγη με 95% των ψήφων. Το RPF σχημάτισε συνασπισμό με πολλά μικρότερα κόμματα, τα οποία έλαβαν το 74% των ψήφων στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2003, κερδίζοντας 40 από τις 53 εκλεγμένες έδρες στην Βουλή των Αντιπροσώπων. Ο συνασπισμός κέρδισε 42 έδρες στις βουλευτικές εκλογές του 2008 και ο Καγκάμε επανεξελέγη πρόεδρος το 2010 με 93% των ψήφων. Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2013 ο συνασπισμός υπό την ηγεσία του RPF κέρδισε 41 έδρες. Όλα αυτά δεν έχουν μεγάλη σημασία στην Αφρική: σημασία έχει να βρεθεί ο τρόπος της ειρήνευσης μεταξύ φυλών ώστε να προχωρήσει η παιδεία, η οικονομία και η προστασία του περιβάλλοντος.

Παρότι καταλαβαίνω το επιχείρημα του Declert —μέχρι προσφάτως, η Γαλλία συνεργαζόταν με μη εκλεγμένες αφρικανικές κυβερνήσεις— νομίζω πως πρέπει να βλέπουμε το πρόβλημα στη διαχρονία. Σήμερα, η πολιτική στην Αφρική έχει αλλάξει και δεν ξέρουμε αν αυτή η αλλαγή —η απομάκρυνση από τις αφρικανικές υποθέσεις— θα ωφελήσει τελικά τις χώρες της Αφρικής. Η ενοχοποίηση των Γάλλων σχετικά με τη γενοκτονία της Ρουάντα μού φαίνεται επίσης εύλογη στο ότι η προεδρία του Μιττεράν και η κυβέρνηση του Edouard Balladur παραμέλησαν έγκυρες πληροφορίες: στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι σύμβουλοι του Υπουργείου Εξωτερικών, ο Γάλλος πρέσβης στην Ουγκάντα και μέλη της γαλλικής στρατιωτικής δύναμης προειδοποιούσαν ότι οι Χούτου ετοίμαζαν σφαγές στις περιοχές Μπουτάρε, Μουράμπι, Μπιζέζερο, Γκισίιτα και Κιμπούγε. Σύμφωνα με τον Declert, οι γαλλικές ειδικές δυνάμεις που βρίσκονται στο πεδίο της Ρουάντας μπορούσαν να αναχαιτίσουν σε κάποιο βαθμό τον παροξυσμό: εντάξει· ωστόσο, το να πιστεύουμε ότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είναι παντοδύναμες ίσως μαρτυρεί άγνοια της κατάστασης στο πεδίο και κάποιο υπόλειμμα αποικιοκρατικής αλαζονείας.