Κοσμος

Η απογοητευτική Γαλλία

Έξι νεκροί από αστυνομικά πυρά μέσα στο 2023: η κάθε περίπτωση αντιπροσωπεύει μια τραγωδία που αφορά ολόκληρες κοινότητες και στην οποία καθρεφτίζονται όλα μας τα σφάλματα

Σώτη Τριανταφύλλου
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Γαλλία: Τα πρόσφατα επεισόδια στη Ναντέρ, οι έξι νεκροί από αστυνομικά πυρά μέσα στο 2023, η μακρά περίοδος βίας και συγκρούσεων.

Το όριο μεταξύ του κρατικού μονοπωλίου της βίας και της κατάχρησης εξουσίας, μεταξύ της ευθύνης για τη δημόσια τάξη και των δικαιωμάτων του πολίτη, δεν ήταν ποτέ σαφές: η ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία και την ασφάλεια παραμένει μείζον διακύβευμα της δημοκρατίας —πρόκειται για ένα ακόμα πεδίο στο οποίο αμφότερα τα πολιτικά άκρα έχουν φρικτό άδικο και επιδεινώνουν μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Πιστεύω, ιδιαίτερα μετά το πρόσφατο επεισόδιο στη Ναντέρ, ότι στη Γαλλία έχουμε αποτύχει να ρυθμίσουμε τη διαλεκτική σχέση της δημόσιας τάξης με τον σεβασμό των δικαιωμάτων των πολιτών: είναι μια από τις χειρότερες αποτυχίες που μπορούν να συμβούν στο πολιτικό μας καθεστώς.

Τι συμβαίνει; Εμφύλιος πόλεμος χαμηλής έντασης —το έχω γράψει πολλές φορές. Ταξικές τριβές, ταξικές διεκδικήσεις, μίσος για τους πλουσίους —μολονότι οι ανισότητες στη Γαλλία είναι από τις μικρότερες και από τις καλύτερα ρυθμιζόμενες στον κόσμο— η απέχθεια για το κοινωνικό περιθώριο, ιδιαίτερα για εκείνο που προέρχεται από τη μετανάστευση. Φυλετικές αντιθέσεις, αμοιβαία δυσπιστία, δυσαναλογία ανάμεσα στην παραβίαση του νόμου και τις ποινές. Φταίμε όλοι: η προεδρία, η κυβέρνηση, τα κόμματα, οι ακτιβιστές και οι πολίτες. Λείπει η νηφαλιότητα: οι μεν τραβάνε το σχοινί από τη μία πλευρά —«η αστυνομία είναι ένα τσούρμο δολοφόνοι»— οι δε από την άλλη: «οι κουκουλοφόροι των προαστίων είναι η πληγή της γαλλικής κοινωνίας». Και οι δύο οι προτάσεις είναι ανόητες· οι εκπρόσωποι της δεξιάς αποδεικνύονται πιο μεροληπτικοί από όσο είναι ηθικά επιτρεπτό: το να στηρίζεις την αστυνομία άνευ όρων δείχνει ακρισία.

Υπάρχει σίγουρα περισσότερη καχυποψία έναντι ενός νεαρού κουκουλοφόρου, ή κάποιου προερχομένου από τα προάστια των λαϊκών οικιστικών συγκροτημάτων όπου διαμένουν Αφρικανοί, και λιγότερη έναντι μιας καθωσπρέπει κυρίας που οδηγεί ένα ακριβό αυτοκίνητο με 30 χιλ/ώρα. Μπορεί κανείς να αδικήσει τους αστυνομικούς γι’ αυτή την καχυποψία; Δεν μπορεί. Το profilage είναι εύλογο. Αλλά, από κοινωνική άποψη, δεν εξυπηρετεί σε τίποτα το να κυνηγάς νεαρούς χωρίς άδεια οδήγησης: παρεμπιπτόντως, αναφέρω ότι ως έφηβη οδηγούσα χωρίς άδεια οδήγησης επί τρία χρονάκια συναπτά και βεβαίως ούτε μου περνούσε από το μυαλό ότι θα συλληφθώ ως ανήλικος παραβάτης ή —ακόμα πιο περιπετειώδες— ότι θα με εκτελέσει ο Ράμπο της γειτονιάς που δήθεν περιπολεί για να τσακώσει τους Κακούς. Τίποτα, δεν συνέβη: πήρα το δίπλωμα της οδήγησης και η παραβίαση του νόμου έληξε· κανείς δεν με πυροβόλησε αν και οι οικογενειακές κατσάδες δεν έλειπαν. Αν ρίχναμε στο ψαχνό σε εφήβους εν εξεγέρσει θα είχαμε αφανίσει τη μισή ανθρωπότητα. Το ότι στη Γαλλία (και στις ΗΠΑ φυσικά) μπορείς να πέσεις θύμα αστυνομικής βίας επειδή έκανες μια νεανική βλακεία πολώνει τις κοινωνίες και πυροδοτεί ακόμα πιο ακραίες αντιδράσεις σε ένα πλαίσιο που ήδη σημαδεύεται από εξτρεμισμό και κοινωνικό μίσος.

Πολλά είναι όσα πρέπει να αλλάξουν· δεν περιορίζονται σε θεσμικές ή νομικές τροποποιήσεις. Αν και στη Γαλλία, η αστυνομική δεοντολογία είναι αρκετά σύνθετη, αν και οι αστυνομικοί εκπαιδεύονται στον χειρισμό ποικίλων καταστάσεων, αν και έχουν γίνει πολλές αναθεωρήσεις και έχουν θεσπιστεί πάρα πολλοί περιορισμοί, στην πράξη, σε συνθήκες κινδύνου και φόβου, οι κανόνες καταστρατηγούνται —ξεκινώντας από τον απλούστερο, την υποχρέωση του αστυνομικού να απευθύνεται στον πολίτη στον πληθυντικό. Για να είμαστε δίκαιοι, η αστυνομική βία έχει κάπως περιοριστεί στις διαδηλώσεις, ακόμα κι όταν παρεμβαίνουν σε αυτές οι λεγόμενοι μπαχαλάκηδες: πριν από τα μέσα του 20ού αιώνα, οι δυνάμεις ασφαλείας προστάτευαν αποκλειστικά τα δικαιώματα των ιδιοκτητών και, όπως όλοι ξέρουμε, συνέβησαν αναρίθμητες βαναυσότητες εις βάρος των εργατών και του απλού λαού. Λουτρό αίματος, επίδειξη κτηνώδους ισχύος. Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει τόσο ως προς την κοινωνική διαστρωμάτωση, όσο κι ως προς τη σχέση μεταξύ αστυνομίας/κράτους και πολιτών. Έτσι, εδώ και πενήντα χρόνια, στη Γαλλία προσπαθούμε να τιθασεύσουμε εκείνο το κομμάτι της νεολαίας που θεωρείται, ή είναι, παραβατικό ως προς τα ναρκωτικά, τα όπλα ή την επιθετικότητα προς την αστυνομία: νεολαία που προέρχεται από τη μετανάστευση, ανήκει σε συμμορίες ή σε αναρχικές ομάδες. Δεν πρόκειται για παραμέληση εκ μέρους του κράτους: το σχολείο είναι δωρεάν και υποχρεωτικό, η στέγαση είναι φτηνή, η υγεία αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα, θέσεις εργασίας υπάρχουν, αν και μόνο για όσους έχουν φοιτήσει κάποια χρόνια σε σχολείο. Τα προβλήματα πρέπει να αναζητηθούν στην πλημμελή ένταξη, στα οικογενειακά σχήματα, στις εθνο-πολιτιστικές καταβολές που οξύνουν τα θλιβερά πάθη. Αλλά, η κεντρική διάσταση της κρατικής πολιτικής είναι η καταστολή, μια τακτική που αν και έχει αποτύχει παντού ή σχεδόν παντού, θεωρείται «φυσική» επειδή είναι ενστικτώδης και ταυτοχρόνως μπορεί να ενταχθεί στον νόμο. Έτσι, τα περισσότερα επεισόδια συμβαίνουν με αφορμή την άρνηση συμμόρφωσης: στη Γαλλία (για μια ακόμα φορά, και στις ΗΠΑ) το να μη σταματήσεις το όχημα ή το να το βάλεις στα πόδια όταν η αστυνομία σε καλεί για έλεγχο, μπορεί να οδηγήσει σε θανάσιμη βία.

Κάθε χρόνο οι γαλλικές δικαστικές αρχές εξετάζουν πάνω από 1.000 τέτοια επεισόδια: αν και λίγα εξ αυτών είναι θανάσιμα, αφορούν αντιδεοντολογική συμπεριφορά της αστυνομίας, από κακομεταχείριση και ρατσιστικά σχόλια μέχρι απειλές κατά της ζωής. Όσο για τον πληθυντικό πάει περίπατο. Τι φταίει; η Γαλλία έχει βεβαρυμένο ιστορικό, η Γερμανία όχι και τόσο· μήπως οι Γερμανοί συμπεριφέρονται καλύτερα στην αστυνομία; Ίσως. Αλλά, επιπλέον, δεν μπορώ να φανταστώ οποιονδήποτε Γερμανό καγκελάριο να πηγαίνει σε συναυλία του Έλτον Τζον ενώ η χώρα του διχάζεται και φλέγεται. Για να είμαι ειλικρινής, νομίζω ότι κανείς Γερμανός καγκελάριος δεν θα πήγαινε στο Farewell του Έλτον Τζον. Έτσι κι αλλιώς, όλα τούτα δείχνουν ότι η γαλλική προεδρία και η κυβέρνηση ευτελίζονται —το είδαμε και με τα καμώματα της Μαρλέν Σιαπά που επιδεικνύει υπερβολικά «ανοιχτό μυαλό»: το μυαλό μοιάζει να χύνεται— κι ότι ο Ζεράλντ Νταρμαρέν βρίσκεται μόνος και αβοήθητος σε μια διελκυστίνδα.

Από την πλευρά του, το υπουργείο Δημόσιας Τάξης υπαινίσσεται ότι τα άτομα και οι ομάδες που απασχολούν την αστυνομία —οικο-τρομοκράτες, ακροαριστεροί, ισλαμοαριστεροί, αλήτες, μικροεγκληματίες— έχουν εξαγριωθεί κι ότι κύμα βίας μπορεί να ξεσπάσει με οποιαδήποτε αφορμή. Πράγματι, ακόμα και σχεδόν τυχαίες τραγωδίες όπως εκείνη του 1991, όταν ένα κορίτσι έχασε τη ζωή του σε κρίση άσθματος στη διάρκεια συγκρούσεων με την αστυνομία, ή εκείνη του 2005, όταν δύο νεαροί έχασαν τη ζωή τους από ηλεκτροπληξία σε καταδίωξη της αστυνομίας χρεώνονται στο «κράτος» και η ένταση κλιμακώνεται σε παροξυστικό σημείο. Πάντως, άλλες περιπτώσεις είναι εντελώς ξεκάθαρες: το 1993 ένας νεαρός έχασε τη ζωή του από πυροβολισμό ενώ είχε ήδη συλληφθεί· τον καθάρισαν μέσα στο αστυνομικό τμήμα. Το γεγονός εγκαινίασε, δικαίως, μια μακρά περίοδο βίας που δεν έχει τελειώσει ακόμα.

Συμπερασματικά, στη Γαλλία, όποιος συλλαμβάνεται να φέρει όπλο θεωρείται δυνάμει δολοφόνος και οι αντιδράσεις είναι έξαλλες: η οπλοφορία των πολιτών είναι παράνομη και δημιουργεί τρομερό εκνευρισμό. Αλλά, ταυτοχρόνως, η γαλλική αστυνομία και κοινωνία έχουν μια ευθύνη που δεν αναγνωρίζεται με θεσμικό τρόπο στις ΗΠΑ: στη Γαλλία, τιμωρείσαι αν δεν βοηθήσεις άνθρωπο που βρίσκεται σε κίνδυνο· η αδιαφορία συνιστά έγκλημα. Yποθέτω ότι βρισκόμαστε πολύ μακριά από την εφαρμογή αυτού του δίκαιου νόμου.

Ο 17χρονος Ναέλ έχασε τη ζωή του στη Ναντέρ επειδή οδηγούσε χωρίς άδεια οδήγησης και αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Ο αστυνομικός που τον εξετέλεσε συνελήφθη για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και δεν θα γλιτώσει την πολυετή φυλάκιση, αν και ο νόμος του 2017 τού δίνει το δικαίωμα να πυροβολήσει σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Να πυροβολήσει στον αέρα όχι στο κεφάλι του υπόπτου. Το 2021, καταγράφηκαν 2.675 αρνήσεις προς συμμόρφωση· σε 157 από αυτές —δηλαδή στο 5,9% των περιπτώσεων— οι αστυνομικοί πυροβόλησαν για εκφοβισμό ενώ εκείνη τη χρονιά οι νεκροί ήταν τρεις. Φέτος, έχουν ήδη εξεταστεί έξι περιπτώσεις αστυνομικής βίας. Αν και ο αριθμός ακούγεται μικρός, η κάθε περίπτωση αντιπροσωπεύει μια τραγωδία που αφορά ολόκληρες κοινότητες και στην οποία καθρεφτίζονται όλα μας τα σφάλματα.