Κοσμος

Ουίλιαμ Μπράντφορντ Μπίσοπ: Ο δολοφόνος που κυκλοφορεί 47 χρόνια ελεύθερος

Εξολόθρευσε τη σύζυγο, τα τρία παιδιά και μητέρα του και εξαφανίστηκε με τον σκύλο του

Μιμή Φιλιππίδη
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Υπόθεση Ουίλιαμ Μπράντφορντ Μπίσοπ: Από λαμπρός διπλωμάτης και οικογενειάρχης έγινε καταζητούμενος φονιάς στη λίστα του FBI

Ο Ουίλιαμ Μπράντφορντ Μπίσοπ από τη Βηθεσδά του Μέριλαντ ήταν στέλεχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στον τομέα των εξωτερικών υποθέσεων. Είχε μεγαλώσει στην Καλιφόρνια, αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Γέιλ το 1959 και υπηρέτησε στον στρατό των ΗΠΑ ως πράκτορας αντικατασκοπείας. Ήταν πολύγλωσσος, μιλούσε άπταιστα πέντε γλώσσες και φαινόταν ιδανικός υπάλληλος για το Υπουργείο Εξωτερικών. Ωστόσο, το 1976 το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έκανε λιγότερες προαγωγές από ό,τι συνήθως και ο Μπίσοπ δεν πήρε την προαγωγή για την οποία ένιωθε ότι είχε εργαστεί και άξιζε. Παρά τις διαβεβαιώσεις συναδέλφων του ότι οι περισσότεροι δεν κατάφεραν επίσης να προαχθούν, το είχε πάρει κατάκαρδα. Οι συνάδελφοι έλεγαν επίσης ότι παραπονιόταν για συνεχείς καβγάδες με την 37χρονη σύζυγό του Ανέτ και την 68χρονη μητέρα του Λομπίλια. Και οι δύο τού γκρίνιαζαν επειδή “η υπηρεσία του τον παραγκώνισε και η καριέρα του δεν είχε μέλλον”.  Οι γνωστοί του Μπίσοπ ήξεραν ότι ήταν άνθρωπος που ήθελε να βάζει τους εχθρούς του “στη θέση τους”, οπότε επικράτησε η θεωρία ότι η αποτυχία του να προαχθεί σε συνδυασμό με την οικογενειακή ένταση δρομολόγησαν τα τραγικά γεγονότα.

Την 1η Μαρτίου 1976, ο Μπίσοπ είπε στη γραμματέα του ότι ήταν άρρωστος και θα πήγαινε να δει έναν γιατρό. Αυτή ήταν και η τελευταία μέρα εργασίας του στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Αντί να πάει σε κλινική, πήγε στο σπίτι του κάνοντας τρεις στάσεις στον δρόμο. Τη μια σε ένα βενζινάδικο όπου αγόρασε ένα δοχείο υγραερίου, τη δεύτερη σε ένα εμπορικό κέντρο όπου αγόρασε μια βαριοπούλα και ένα φτυάρι από ένα κατάστημα σιδηρικών και την τρίτη σε μια τράπεζα από όπου έκανε ανάληψη αρκετών εκατοντάδων δολαρίων σε μετρητά.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι έφτασε στο σπίτι γύρω στις 7.30- 8.00 μμ εκείνο το βράδυ, σκότωσε τη μητέρα του Λομπίλια, τη γυναίκα του Ανέτ και τους τρεις γιους του, τον 14χρονο Ουίλιαμ ΙΙΙ, τον 10χρονο Μπρέντον και τον 5χρονο Τζέφρι. Πιστεύεται ότι πρώτη σκοτώθηκε η Ανέτ στο καθιστικό, καθώς δίπλα της βρέθηκε το βιβλίο που διάβαζε. Τα αγόρια πιθανότατα σκοτώθηκαν στη συνέχεια κι ακολούθησε η Λομπίλια. Κανένα από τα θύματα δεν είχε προλάβει να αμυνθεί. Μετά τις δολοφονίες ο Μπίσοπ φόρτωσε τα πτώματα στο αμάξι του, οδήγησε όλη νύχτα ως την Κολούμπια της Βόρειας Καρολίνας, όπου έσκαψε ένα ρηχό λάκκο σε μια δασώδη περιοχή, τα στοίβαξε, τα περιέλουσε με βενζίνη και τους έβαλε φωτιά.

Στις 2 Μαρτίου, ένας δασοφύλακας της Βόρειας Καρολίνας παρατήρησε τον καπνό και ανακάλυψε τη φρικτή σκηνή. Στη συνέχεια ανέφερε τα ευρήματά του στην τοπική αστυνομία. Αρχικά υπήρχαν ελάχιστες ενδείξεις για την ανησυχητική υπόθεση. Δύο είδη ρουχισμού ων θυμάτων έφεραν ετικέτες ακριβών πολυκαταστημάτων της Βηθεσδά και το φτυάρι προσδιορίστηκε ότι προήλθε από κατάστημα σιδηρικών της Βηθεσδά. Ωστόσο, εκείνη τη χρονική στιγμή, η αστυνομία της Βηθεσδά δεν είχε δηλωμένους αγνοούμενους που ταίριαζαν με τα θύματα.

Έξι μέρες αργότερα, στις 8 Μαρτίου, ένας γείτονας των Μπίσοπ ανησυχώντας για την απουσία τους επικοινώνησε με την αστυνομία. Ένας υπαστυνόμος έφτασε στο σπίτι και συναντήθηκε με τον γείτονα. Όταν πήγε στην εξώπορτα, παρατήρησε σταγόνες αίματος στη βεράντα. Όταν μπήκε μέσα στο σπίτι, είδε περισσότερες σταγόνες στο πάτωμα της εισόδου. Ίχνη αίματος υπήρχαν επίσης τις σκάλες προς ένα υπνοδωμάτιο στον επάνω όροφο. Η κρεβατοκάμαρα, το πάτωμα, το κρεβάτι και η οροφή ήταν πιτσιλισμένα με αίμα. Περισσότερο αίμα βρέθηκε σε άλλα δωμάτια του σπιτιού.

Σύντομα οι ερευνητές συνέδεσαν τις δύο υποθέσεις. Οδοντιατρικά αρχεία επιβε- βαίωσαν την ταυτότητα των λειψάνων στη Βόρεια Καρολίνα. Αφού ο Μπίσοπ πέταξε τα πτώματα, αγόρασε ένα ζευγάρι παπούτσια τένις κοντά στην Κολούμπια. Στη συνέχεια, παράτησε το αυτοκίνητό του σε μια κατασκήνωση στο Εθνικό Πάρκο των Σμόκι Μάουντενς και από εκεί εξαφανίστηκε. Το αμάξι βρήκε ένας δασοφύλακας στις 18 Μαρτίου, σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά τις δολοφονίες. Οι αστυνομικοί το έψαξαν και βρήκαν τη ματωμένη βαριοπούλα, καθώς και την απόδειξη αγοράς από το κατάστημα σιδηρικών. Οι αρχές συμπέραναν ότι στη συνέχεια ο Μπίσοπ διέφυγε από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Επειδή ο Μπίσοπ είχε ακόμα διαβατήριο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ μπορούσε να ταξιδεύει πολύ πιο εύκολα από τον απλό πολίτη, καθώς οι τελωνειακοί είναι γενικά πιο χαλαροί με όσους έχουν επίσημα κυβερνητικά διαβατήρια των ΗΠΑ. Έκτοτε δεν έχει εμφανιστεί επίσημα, αλλά έχει αναφερθεί η εμφάνισή του σε πολλά μέρη της Ευρώτης, ιδίως στο Βέλγιο, την Αγγλία, τη Φινλανδία, την Ολλανδία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Σουηδία και την Ελβετία καθώς ταξιδεύει με το διπλωματικό του διαβατήριο των ΗΠΑ.

Ο Ρόι Χάρελ, συνεργάτης του από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ανέφερε ότι τον είδε εντελώς τυχαία στην Ευρώπη. Μιλώντας στην τηλεοπτική εκπομπή “Unsolved Mysteries” είπε ότι είχε ταξιδέψει στην Ιταλία το 1978, κι ενώ βρισκόταν στο Σορέντο, μέσα σε μια ανδρική τουαλέτα είδε έναν γενειοφόρο, καταβεβλημένο άνδρα με αθλητικό τζάκετ. Κοιτάζοντάς τον από κοντά, συνειδητοποίησε ότι ήταν ο Μπίσοπ. Του μίλησε και του πρότεινε να ταξιδέψουν μαζί από το Σορέντο στη Ρώμη για να παραδοθεί στην Ιταλική αστυνομία. Εκείνος πανικοβλήθηκε και το έβαλε στα πόδια. Τον Ιούλιο του 1978, μια Σουηδή, η οποία είπε ότι είχε συνεργαστεί με τον Μπίσοπ ενώ βρισκόταν σε επαγγελματικό ταξίδι στην Αιθιοπία, ανέφερε ότι τον είχε δει δύο φορές σε ένα δημόσιο πάρκο της Στοκχόλμης στη διάρκεια μιας βδομάδας. Δήλωσε ότι ήταν “απολύτως σίγουρη” ότι ο άνδρας ήταν Μπίσοπ. Δεν επικοινώνησε τότε με την αστυνομία επειδή δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει ότι ήταν καταζητούμενος για φόνο στις ΗΠΑ.

Στις 19 Σεπτεμβρίου 1994, μια γυναίκα που γνώριζε τον Μπίσοπ και την οικογένειά του από τη Βηθεσδά, ανέφερε ότι ενώ ήταν σε διακοπές στην Ελβετία, είχε δει τον Μπίσοπ από απόσταση λίγων μέτρων σε μια αποβάθρα τρένου της Βασιλείας. Τον περιέγραψε ως “περιποιημένο” και είπε ότι έμπαινε σε αυτοκίνητο.

Ο Μπίσοπ διώκεται ερήμην για πέντε δολοφονίες εκ προμελέτης και άλλες κατηγορίες. Η πιο πρόσφατη μαρτυρία θέασης του Μπίσοπ ανέφερε ότι ταξίδευε με τον σκύλο της οικογένειας και μια μελαχρινή γυναίκα.

Το φθινόπωρο του 1992, οι ερευνητές εντόπισαν ένα παλιό γράμμα που έδειχνε ότι ο Μπίσοπ είχε προσπαθήσει να προσλάβει κάποιον για να σκοτώσει την οικογένειά του προτού διαπράξει τελικά ο ίδιος τις δολοφονίες. Η επιστολή ήταν από τον καταδικασθέντα ληστή τραπεζών Άλμπερτ Κένεθ Μπάνκστον, ο οποίος είχε αλληλο- γραφήσει με τον Μπίσοπ. Ωστόσο, είναι άγνωστο τι άλλες σχέσεις μπορεί να είχαν οι δύο άνδρες.

Στις 10 Απριλίου 2014, ο Μπίσοπ προστέθηκε στη λίστα με τους 10 πιο καταζητούμενους φυγάδες του FBI. Τον Οκτώβριο του 2014, οι αρχές έλαβαν την πληροφορία ότι ένας άντρας αγνώστων στοιχείων που σκοτώθηκε σε τροχαίο στην Αλαμπάμα το 1981 μπορεί να ήταν Μπίσοπ. Μετά την εκταφή του πτώματος, οι αρχές διενήργησαν εξέταση  DNA. Αν και το πρόσωπο του Μπίσοπ έμοιαζε αρκετά με το πρόσωπο του άντρα, επιβεβαιώθηκε ότι δεν ήταν Μπίσοπ.

Δυστυχώς, ο Ρόι Χάρελ πέθανε το 2017 χωρίς ποτέ να δει τη σύλληψη του Μπίσοπ.  Αν και έκτοτε έχει αφαιρεθεί από τη λίστα των 10 πιο καταζητούμενων του FBI, ο Μπίσοπ εξακολουθεί να αναφέρεται ως “καταζητούμενος” και το FBI συνεχίζει να αναζητά οποιαδήποτε πληροφορία για το αν πέθανε ή αν μπορεί να συλληφθεί.

Τον Φεβρουάριο του 2021, μια 63χρονη γυναίκα, που γνώριζε ότι ήταν υιοθετημένη, ανακάλυψε μέσω ενός τεστ DNA ότι ο Μπίσοπ ήταν ο βιολογικός της πατέρας. Γεγονός που επιβεβαίωσε και το FBI και που προσθέτει ένα ακόμη μυστήριο γύρω από τον Μπίσοπ.