Κοσμος

Η Ρωσική Δούμα ζητά την απαγόρευση της διδασκαλίας του «Αρχιπελάγους Γκουλάγκ»

Η σχέση του Σολζενίτσιν με τον Πούτιν

Newsroom
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ρωσία: Οι μαθητές δεν πρέπει να διδάσκονται το «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ»

Ο πρώτος αντιπρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του κυβερνώντος κόμματος «Ενιαία Ρωσία» στην Κρατική Δούμα (κάτω βουλή) Ντμίτρι Βιάτκιν δήλωσε στο κρατικό ειδησεογραφικό πρακτορείο TASS ότι από το σχολικό πρόγραμμα πρέπει να αφαιρεθούν λογοτεχνικά έργα τα οποία «δεν δοκιμάσθηκαν στον χρόνο», αναφέροντας ως παράδειγμα το «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, γράφει η εφημερίδα Novaya Gazeta Europe.

«Όπως έδειξε η ιστορική ανάλυση του «Αρχιπελάγους Γκουλάγκ», το οποίο ακόμη δεν έχουν αποσύρει, και νομίζω ότι δεν θα παραμείνει για πολύ στα σχολικά προγράμματα, πολλά γεγονότα που αναφέρει ο Αλεξάντρ Ισάγιεβιτς «βγήκαν από το πουθενά», τα είχε επινοήσει. Οι ιστορικοί έλεγξαν όλα τα γεγονότα. Υπήρξε μια απόπειρα να πάρει βραβείο για το έργο αυτό – επειδή λέρωσε την δική του Πατρίδα ρίχνοντάς την μέσα στη λάσπη», δήλωσε ο Βιάτκιν.

Ο ίδιος προσέθεσε ότι οι νομοθέτες δεν σκοπεύουν να «πάρουν βιαστικές αποφάσεις», αλλά να «αποκαταστήσουν την ιστορική δικαιοσύνη στα σοβιετικά έργα που ενισχύουν το αίσθημα του πατριωτισμού και διατηρούν την ιστορική μνήμη».

Ο Βιάτκιν είπε ότι εφέτος πρέπει να επανενταχθούν στο σχολικό πρόγραμμα το έργο «Νεαρή φρουρά» του Αλεξάντρ Φαντέγεφ και το «Ζεστό χιόνι» του Γιούρι Μπόνταρεφ. Το πρώτο μυθιστόρημα αναφέρεται σε μια οργάνωση νεολαίας που δρούσε παράνομα την περίοδο του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, πολλά μέλη της οποίας εκτελέσθηκαν από τους Γερμανούς κατακτητές. Το δεύτερο αναφέρεται σε γεγονότα που έχουν σχέση με την μάχη του Στάλινγκραντ.

Η επικεφαλής της επιτροπής της Κρατικής Δούμας Όλγκα Καζακόβα δήλωσε εν συνεχεία ότι «δεν ετίθετο και δεν τίθεται» ζήτημα» αφαίρεσης από το σχολικό πρόγραμμα του έργου «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ». Παράλληλα όμως ανάφερε ότι το μυθιστόρημα «Νεαρή φρουρά» επανεντάχθηκε στο σχολικό πρόγραμμα μετά από κοινή πρωτοβουλία του κόμματος «Ενιαία Ρωσία», του υπουργείου Παιδείας και της παιδαγωγικής κοινότητας.

Η Καζακόβα δήλωσε ότι τα θέματα αφαίρεσης ή προσθήκης στο σχολικό πρόγραμμα κάποιων έργων «είναι μια σύνθετη και μακρά διαδικασία, τέτοιες αποφάσεις δεν λαμβάνονται έτσι απλά, με βάση μια «ιδιωτική γνώμη».

Πρόσφατα ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν υποστήριξε την πρόταση να επανενταχθούν στο σχολικό πρόγραμμα μερικά έργα σοβιετικών λογοτεχνών, συμπεριλαμβανομένου του Αλεξάντρ Φαντέγεφ και του Κονσταντίν Σίμονοφ.

Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ: Το έργο σταθμός του Σολζενίτσιν

Το «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» γράφτηκε μεταξύ 1958 και 1968, κάτω από αντίξοες συνθήκες. Ο Σολζενίτσιν, με μακρόχρονη θητεία και ο ίδιος σε «Γκουλάγκ» (ρώσικο αρκτικόλεξο για την «Ανώτατη Διοίκηση των Επανορθωτικών Στρατοπέδων Εργασίας»), βρισκόταν υπό τη διαρκή παρακολούθηση της KGB και αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο κατοικίας. Το μεγαλύτερο μέρος του γράφτηκε στην ασφαλή ντάτσα του τσελίστα Μτσίσλαβ Ροστροπόβιτς, που λόγω της διασημότητάς του βρισκόταν στο απυρόβλητο.

Το βιβλίο αποτελεί ένα δημιουργικό μείγμα δημοσιογραφίας και ιστορίας. Ο Σολζενίτσιν μετέφερε στο χαρτί τη δική του εμπειρία στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας (1945-1953) και τις μαρτυρίες 227 συγκρατουμένων του. Τα χειρόγραφα του βιβλίου αποτυπώθηκαν σε μικροφίλμ και διοχετεύθηκαν στη Δύση, όπου κυκλοφόρησε με μεγάλη επιτυχία στις 28 Δεκεμβρίου 1973. Στη Σοβιετική Ένωση διανεμήθηκε από χέρι σε χέρι σε αυτοσχέδιες εκδόσεις («σαμιζντάτ») και επισήμως 16 χρόνια αργότερα, την εποχή της «περεστρόικα» του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.

Ο Σολζενίτσιν, ένας από τους σημαντικότερους και πιο γνωστούς σοβιετικούς διαφωνούντες, θεωρεί ότι απαρχή των Γκουλάγκ βρίσκεται στο διάταγμα που εξέδωσε ο Λένιν λίγο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Από αυτό το σημείο ξεκινά την αφήγησή του ο συγγραφέας και την ολοκληρώνει το 1956, με την αποκήρυξη και την αποκαθήλωση του Στάλιν από τον νέο ισχυρό άνδρα Νικήτα Χρουστσόφ και το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ. 

Ο Σολζενίτσιν υποστηρίζει ότι το Γκουλάγκ είναι σύμφυτο με τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και δεν είναι μια σταλινική παρένθεση, όπως πιστευόταν μέχρι τότε από πολλούς αριστερούς στη Δύση. Χωρίς την απειλή της φυλάκισης, η Σοβιετική Ένωση δεν θα μπορούσε να κυβερνηθεί και χωρίς την καταναγκαστική εργασία εκατομμυρίων διαφωνούντων δεν μπορούσε να αναπτυχθεί οικονομικά, κυρίως στους τομείς των έργων υποδομής. Άλλωστε, το διάταγμα που προέβλεπε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας παρέμεινε ενεργό έως το 1989, οπότε και καταργήθηκε. Υπολογίζεται ότι 20 εκατομμύρια «ζεκ» (πολιτικοί κρατούμενοι) πέρασαν από τα σοβιετικά Γκουλάγκ και γύρω στα 8-10 εκατομμύρια άφησαν σ' αυτά την τελευταία τους πνοή.

Η σχέση του με τον Πούτιν

Η σχέση του τιμημένου το 1970 με βραβείο Νομπέλ συγγραφέα με τον Βλαντιμίρ Πούτιν υπήρξε ιδιαίτερα στενή, παρ’ όλο που πέρασε από πολλές φάσεις. Είναι χαρακτηριστικό πως μετά την εκλογή του στην προεδρία της χώρας το 2000 ο τελευταίος επισκέφθηκε τον Σολζενίτσιν στην κατοικία του σε μια συνάντηση που διήρκεσε περισσότερο από τρεις ώρες. Το 2006 στο εθνικό του μήνυμα ο Βλαντιμίρ Πούτιν είχε κάνει ειδική αναφορά στον Σολζενίτσιν, ενώ τον Ιούνιο του 2007 τον είχε επισκεφθεί εκ νέου στην οικία του, αυτήν τη φορά για να του απονείμει το ανώτατο βραβείο της χώρας.

Ο θαυμασμός του Πούτιν για τον Σολζενίτσιν δεν εμπόδιζε τον τελευταίο να κριτικάρει αρκετές φορές κάποιες θέσεις του. Το γεγονός αυτό ωστόσο, όπως υποστηρίζουν άνθρωποι του περιβάλλοντος Πούτιν, τον έκανε να τον εκτιμήσει ακόμα περισσότερο, καθώς, όπως υποστηρίζουν, «ο πρωθυπουργός εκτιμά τους ανθρώπους που λένε ανοικτά τη γνώμη τους, όποια και αν είναι αυτή και όχι εκείνους που τον λιβανίζουν».

Οπως συμβαίνει με προσωπικότητες τέτοιου μεγέθους, αρκετές ήταν και είναι οι αρνητικές απόψεις που έχουν καταγραφεί για τον συγγραφέα από αρκετούς συμπατριώτες του. Οσον αφορά το έργο του, σημαντικοί Ρώσοι βιβλιοκριτικοί υποστηρίζουν πως ναι μεν υπήρξε ο διασημότερος Ρώσος συγγραφέας του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, όχι όμως και ο καλύτερος.