Κοσμος

Οι ταραχές στο LA πριν 30 χρόνια, όπως τις έζησε ένας Έλληνας

Πέρασαν 30 χρόνια από τις ταραχές που θόλωσαν τη θριαμβευτική ατμόσφαιρα στις ΗΠΑ μετά την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου και της ΕΣΣΔ

Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης
ΤΕΥΧΟΣ 825
12’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μαρτυρία για τις ταραχές που έγιναν πριν από 30 χρόνια στο Λος Άντζελες λόγω της δολοφονίας του αφροαμερικανού Ρόντεϊ Κινγκ από την LAPD και της αθώωσης τους

Όλοι αισθάνονταν ότι η εβδομάδα που ξεκινούσε στις 27 Απριλίου 1992 στην Πόλη των Αγγέλων θα ήταν διαφορετική. Περιμέναμε την απόφαση των ενόρκων που δίκαζαν τους 4 αστυνομικούς του LAPD (Αστυνομία του Λος Άντζελες) που είχαν καταγραφεί σε ερασιτεχνική κάμερα στις 3 Μαρτίου 1991 να χτυπούν βάναυσα με τα γκλομπ τους τον πεσμένο στο έδαφος Αφροαμερικανό Ρόντνεϊ Κινγκ.

© Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης

Η δίκη από μόνη της ήταν κάτι ασυνήθιστο: οι Αμερικανοί αστυνομικοί, ομοσπονδιακοί, πολιτειακοί, κομητειακοί ή των πόλεων, σχεδόν ποτέ δεν παραπέμπονται σε δίκη για τους περίπου χίλιους θανάτους υπόπτων και τις χιλιάδες περιπτώσεις τραυματισμών και κακοποίησης πολιτών που προκαλούν κάθε χρόνο. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, με δύο αποφάσεις τη δεκαετία του ’80, είχε νομιμοποιήσει την ασυλία των αστυνομικών δυνάμεων, που στηριζόταν σε έναν νομικό ακροβατισμό, που επινόησαν τα δικαστήρια της χώρας εκ του μη όντος, και η οποία είχε αποκτήσει το νομικίστικο χαρακτηρισμό qualified immunity ή «ειδική ασυλία». Σύμφωνα με την «αρχή» αυτή, οι δημόσιοι λειτουργοί στις ΗΠΑ δε διατρέχουν κίνδυνο νομικής δίωξης για τις πράξεις τους στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους. Η πλέον ωφελημένη κατηγορία δημόσιων λειτουργών από την «ειδική ασυλία» είναι η αστυνομία. Μεταξύ αυτών και το LAPD, που έχει τη φήμη ενός ιδιαιτέρως βίαιου και ρατσιστικού αστυνομικού σώματος, ακόμη και για τα αμερικανικά δεδομένα.

Τα όσα εκτυλίχθηκαν την ημέρα εκείνη και τις επόμενες 5 μέρες στο Λος Άντζελες δεν ήταν ούτε ξαφνικά αλλά ούτε και αναπάντεχα.

Μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, το 1865, για τα επόμενα 12 χρόνια, ο νικητής ομοσπονδιακός στρατός επέβαλε κατοχή στις πολιτείες του Νότου και απελευθέρωσε τους πρώην σκλάβους. Η περίοδος αυτή είναι γνωστή ως Ανοικοδόμηση (Reconstruction) στην αμερικανική ιστορία. Εκατοντάδες απελευθερωμένοι σκλάβοι εξελέγησαν στα τοπικά, πολιτειακά και ομοσπονδιακά αξιώματα στις εκλογές του 1866, του 1868, κ.λπ. Στη Βόρεια και τη Νότια Καρολίνα ήλεγχαν τα πολιτειακά κοινοβούλια, αφού αποτελούσαν την πλειονότητα του πληθυσμού. Οι λευκοί ηττημένοι ήταν εξαγριωμένοι από τη βίαιη ανατροπή της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής καθεστηκυίας τάξης αλλά δεν μπορούσαν να αντιδράσουν λόγω της παρουσίας των στρατιωτών με τις μπλε στολές έξω απ’ τα σπίτια τους. Το 1876 κανείς από τους δύο υποψήφιους των μεγάλων κομμάτων για την προεδρία δε συγκέντρωσε τις 185 εκλεκτορικές ψήφους που απαιτούντο τότε για την εκλογή του Προέδρου. Επικράτησε χάος, παρόμοιο με του 2000 και του 2020. Για να λυθεί το αδιέξοδο, οι Δημοκρατικοί αποφάσισαν να υποστηρίξουν τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο Ράδεφορντ Χέιζ σε αντάλλαγμα για την αποχώρηση του ομοσπονδιακού στρατού από τις πολιτείες του Νότου. Εκείνη τη στιγμή τελείωσε η σύντομη χειραφέτηση των μαύρων Αμερικανών. Με τη χρήση φρικιαστικής βίας τα πράγματα επανήλθαν εντός λίγων εβδομάδων στην προ Εμφυλίου Πολέμου κατάσταση: στη Βόρεια Καρολίνα ο ένοπλος λευκός όχλος εισέβαλε στο πολιτειακό κοινοβούλιο, πέταξε έξω όλους τους εκλεγμένους μαύρους βουλευτές και γερουσιαστές και τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ στο προαύλιο. Παρόμοια αίσχη έγιναν σε όλες τις πολιτείες της Συνομοσπονδίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με μια σειρά αποφάσεων, που κορυφώθηκαν με την περίφημη απόφαση Plessy vs. Ferguson (1896), επέβαλε το καθεστώς απαρτχάιντ, κυρίως στον Νότο, το οποίο, ουσιαστικά, διήρκεσε μέχρι το 1965. Περίπου 3.500 μαύροι Αμερικανοί λιντσαρίστηκαν από το 1882 έως το 1968, δηλαδή κρεμάστηκαν ή πυρπολήθηκαν ζωντανοί από όχλους λευκών, για «εγκλήματα» όπως το άνοιγμα της πόρτας μιας αίθουσας που ήταν γεμάτη λευκές γυναίκες ή η ολιγωρία κάποιου μαύρου να κατέβει στον δρόμο και να αφήσει το πεζοδρόμιο ελεύθερο για κάποιον λευκό πεζό.

© Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης

Σε πάρα πολλές περιπτώσεις, το επικείμενο λιντσάρισμα κάποιου δυστυχισμένου από αυτούς τους ανθρώπους μετατρεπόταν σε γιορτή: τα σχολεία έκλειναν στις γειτονικές περιοχές για να μπορέσουν οι (λευκοί) μαθητές να παρακολουθήσουν το λιντσάρισμα. Οικογένειες ολόκληρες πήγαιναν στον χώρο της εκτέλεσης, άπλωναν κουβέρτες στο χώμα και έκαναν πικ νικ με θέα το πτώμα του άτυχου μαύρου που κρεμόταν από το κλαδί του δέντρου. Φωτογράφοι έπαιρναν φωτογραφίες τον κρεμασμένο και παρήγαν καρτ ποστάλ, τις οποίες αγόραζαν οι θεατές και τις έστελναν σε συγγενείς τους που ζούσαν μακριά για να μοιραστούν μαζί τους το πόσο διασκέδασαν. Όλα αυτά είναι γεγονότα. Υπάρχουν φωτογραφίες. Υπάρχουν οι καρτ ποστάλ. Υπάρχουν λίστες με ονόματα θυμάτων. Κανείς δεν αρνείται στις ΗΠΑ την αλήθεια αυτή. Απλώς, προτιμούν να μην τη συζητούν γιατί ο πόνος και η ντροπή δεν αντέχονται.

© Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης

Έξι εκατομμύρια μαύροι Αμερικανοί, για να γλιτώσουν από αυτή την κόλαση, μάζεψαν τα υπάρχοντά τους και μετανάστευσαν στις βιομηχανικές πόλεις του Βορρά (Νέα Υόρκη, Φιλαδέλφεια, Σικάγο, Ντιτρόιτ, Σεν Λούις, Κάνσας Σίτι, κ.λπ.) και της Δύσης (κυρίως στο Λος Άντζελες) από το 1915 έως το 1970. Η εσωτερική αυτή μετακίνηση ονομάσθηκε «Η Μεγάλη Μετανάστευση» (Τhe Great Migration), και η ελπίδα ήταν ότι στις ταχύτατα αναπτυσσόμενες πόλεις του βιομηχανικού Βορρά οι μαύροι δεν θα ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας και θα μπορούσαν να αναπτυχθούν, οικονομικά και κοινωνικά.

Φευ, τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Οι μαύροι Αμερικανοί περιορίσθηκαν από τη λευκή κοινωνία, τους νόμους, και τα όργανά της να ζουν σε υποβαθμισμένα γκέτο, τα οποία σύντομα μετατράπηκαν σε εστίες εγκλήματος, λόγω της ανεργίας και της έλλειψης πραγματικής αστυνόμευσης. Χαρακτηριστική του τρόπου που αντιμετώπισε η λευκή Αμερική τους μαύρους εσωτερικούς μετανάστες από τον Νότο είναι η ατάκα που είπε ο Ντον Ζαλούκι στη συνάντηση των αρχηγών των οικογενειών της Μαφίας στην ταινία «Ο Νονός», σχετικά με το εμπόριο ναρκωτικών: «Θέλω να ελέγχω τα ναρκωτικά σαν κανονική δουλειά. Δεν τα θέλω κοντά στα σχολεία και δεν θέλω να τα αγοράζουν παιδιά. Στην πόλη μου περιορίζουμε την κυκλοφορία στις σκούρες γειτονιές, στους μαύρους. Εξάλλου είναι ζώα, ας χάσουν τις ψυχές τους».

Παιδάκια ψάχνουν στα αποκαΐδια του καμένου εμπορικού κέντρου. / © Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης

Στο Λος Άντζελες οι μαύροι Αμερικανοί περιορίσθηκαν σε μια τεράστια περιοχή, το περίφημο South Central LA, που εκτείνεται από το παραδοσιακό επιχειρηματικό κέντρο της πόλης (downtown LA) νότια μέχρι το Long Beach. Και το LAPD ανέλαβε το έργο του περιορισμού των μαύρων κατοίκων της πόλης στις γειτονιές τους και της «προστασίας» των λευκών κατοίκων της πόλης από τους μαύρους συμπολίτες τους.

Η αστυνομία του Λος Άντζελες, παραδοσιακά, έχει σημαντικά μικρότερο αριθμό αστυνομικών από ό,τι απαιτείται για μια τόσο μεγάλη σε έκταση και πληθυσμό πόλη. Αυτό συμβαίνει για διάφορους λόγους, εκ των σημαντικότερων από τους οποίους είναι η απροθυμία των κατοίκων της πόλης να πληρώνουν αυξημένους δημοτικούς φόρους για τον σκοπό αυτό. Ελλείψει ικανού αριθμού στελεχών, για να διατηρεί τον «έλεγχο» της πόλης, το LAPD χρησιμοποιεί μεθόδους που το αναδεικνύουν τακτικά ως ένα από τα πιο βίαια ή το πιο βίαιο αστυνομικό σώμα της Αμερικής. Για χρόνια, στα μέσα του 20ού αιώνα, η μαύρη κοινότητα της πόλης διαμαρτυρόταν για την αστυνομική βία και χαρακτήριζε το LAPD «στρατό κατοχής». Για πρώτη φορά, αυτό το εκρηκτικό μείγμα εξερράγη στις 11 Αυγούστου 1965, όταν αστυνομικοί σταμάτησαν για αλκοτέστ έναν 21χρονο μαύρο οδηγό, ο οποίος αντιστάθηκε στην απόπειρά τους να τον συλλάβουν μετά τη διαπίστωση ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, και οι αστυνομικοί τον χτύπησαν στο πρόσωπο με το γκλομπ μπροστά στη μητέρα του, που ήταν συνοδηγός, και μαρτύρων που παρακολουθούσαν τη σκηνή. Η οργή ξεχείλισε όταν μαθεύτηκε, στόμα με στόμα, το, φαινομενικά συνηθισμένο, επεισόδιο: σε 5 μέρες ταραχών, το South Central βρέθηκε στις φλόγες, έγιναν 3.500 συλλήψεις, και οι ανθρώπινες απώλειες ήταν 34 νεκροί και χίλιοι τραυματίες. Οι ταραχές του Watts, όπως ονομάσθηκαν, ήταν η πρώτη από δεκάδες εκδηλώσεις οργής και βίας που συγκλόνισαν τις πόλεις του αμερικανικού Βορρά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60, για σχεδόν τους ίδιους λόγους: Ντιτρόιτ, Ουάσιγκτον, Νιούαρκ, Σεν Λούις. Αυτό που δεν είχαν όλα εκείνα τα επεισόδια εξέγερσης και βίας ήταν ο αυτόπτης μάρτυς με την κάμερα, για να καταγράψει το επεισόδιο που έδωσε αφορμή για τις ταραχές. Με αποτέλεσμα, η λευκή Αμερική να μην πιστεύει ότι υπάρχει πραγματικό πρόβλημα και ότι η αστυνομία, που συμπεριφέρεται τόσο επαγγελματικά και με σεβασμό στις λευκές γειτονιές, μετατρέπεται σε στρατό κατοχής μόλις μπει στο South Central.

© Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης

Το 1991, όμως, μια καινούργια φορητή κάμερα (camcorder) στοίχιζε μόνο χίλια δολάρια, και το Λος Άντζελες είναι η πόλη που οι μισοί της κάτοικοι θέλουν να γίνουν ηθοποιοί και οι άλλοι μισοί σκηνοθέτες. Και ένας ένοικος της πολυκατοικίας ακριβώς μπροστά στο σημείο που σταμάτησαν οι αστυνομικοί τον Ρόντνεϊ Κίνγκ, ύστερα από καταδίωξη γιατί οδηγούσε μεθυσμένος και με υπερβολική ταχύτητα, είχε κάμερα.

Τα στιγμιότυπα από την κακοποίηση του Κινγκ έκαναν τον γύρο του κόσμου. Δυόμισι χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και 7 μήνες μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, που συμβόλισε την ολοκληρωτική νίκη των ΗΠΑ στον Ψυχρό Πόλεμο και την επικράτηση «της ελευθερίας και της δημοκρατίας», ο βάναυσος και αναίτιος ξυλοδαρμός από την αστυνομία ενός άοπλου και αβοήθητου μαύρου Αμερικανού, που για πρώτη φορά καταγράφηκε σε φιλμ, θύμισε, ακόμη και σε αυτούς που προτιμούσαν να μη βλέπουν, ότι κάτι πολύ σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της υπερατλαντικής Δανιμαρκίας. Απαγγέλθηκαν κατηγορίες εναντίον των 4 αστυνομικών του LAPD που φαίνονται στην ταινία να χτυπούν τον Κινγκ. Ο εισαγγελέας δέχθηκε η δίκη να μεταφερθεί από την πόλη του Λος Άντζελες στη γειτονική πόλη Σίμι Βάλεϊ (Simi Valley), ύστερα από αίτημα της υπεράσπισης, γιατί η ευρεία δημοσιότητα του συμβάντος έθετε εν αμφιβόλω το κατά πόσον θα μπορούσαν να βρεθούν ένορκοι που να μη γνωρίζουν το γεγονός και να είναι απολύτως αντικειμενικοί.

© Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης

Η Σίμι Βάλεϊ, σε αντίθεση με το Λος Άντζελες, είναι συντηρητική πόλη, όπου στις τελευταίες προεδρικές εκλογές πριν από το συμβάν, το 1988, ο Ρεπουμπλικανός Τζορτζ Μπους πήρε 65% των ψήφων και ο Δημοκρατικός υποψήφιος, ομογενής Μάικ Δουκάκης πήρε 30%, ενώ στην πόλη του Λος Άντζελες τα ποσοστά ήταν 45% και 55%, αντίστοιχα. Η περιοχή είναι τόσο συντηρητική, που τη διάλεξε ο Ρόναλντ Ρέιγκαν ως τόπο ανέγερσης της προεδρικής βιβλιοθήκης του.

Και ενώ ο κόσμος και η πόλη προσπαθούσαν να συνέλθουν από το σοκ, δεκατρείς μέρες μετά τον ξυλοδαρμό του Ρόντνεϊ Κινγκ, η 15χρονη Λατάσα Χάρλινς μπήκε σε ένα μπακάλικο ιδιοκτησίας μιας οικογένειας μεταναστών από την Κορέα στο South Central για να αγοράσει ένα χυμό. Η νεαρή μαύρη πήρε τον χυμό, τον έβαλε στο σακίδιό της και πήγε στο ταμείο με το αντίτιμο των $1.79 στο χέρι της για να πληρώσει. Η ιδιοκτήτρια του μαγαζιού, που δεν είδε τα χρήματα στο χέρι της Λατάσα Χάρλινς, άρχισε να τη βρίζει, να την λέει κλέφτρα και της άρπαξε το σακίδιο. Η μικρή έβγαλε το μπουκάλι από το σακίδιό της, το έδωσε στην ιδιοκτήτρια και έκανε μεταβολή για να φύγει. Τότε, η Κορεάτισσα έβγαλε ένα πιστόλι από το συρτάρι και πυροβόλησε την Λατάσα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Η αστυνομία απεφάνθη ότι η Λατάσα Χάρλινς είχε σκοπό να πληρώσει για τον χυμό και ότι δολοφονήθηκε αναίτια και εν ψυχρώ. Οι ένορκοι την καταδίκασαν σε 10 χρόνια κάθειρξη με αναστολή και πρόστιμο $500. Η δολοφόνος, ουσιαστικά, αφέθηκε ελεύθερη. Το Λος Άντζελες άρχισε να βράζει:

«Η ζωή ενός μαύρου Αμερικανού δεν έχει την ίδια αξία με τη ζωή των υπόλοιπων Αμερικανών».

Το πολιτειακό εφετείο απέρριψε ομόφωνα την έφεση του εισαγγελέα τρεις εβδομάδες πριν από την έκδοση της ετυμηγορίας στη δίκη των αστυνομικών που κακοποίησαν τον Ρόντνεϊ Κινγκ και η ιδιοκτήτρια του μπακάλικου παρέμεινε εκτός φυλακής.

© Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης

Ήταν Τετάρτη 29 Απριλίου 1992. Τελείωνε το δεύτερο εξάμηνο των σπουδών μου στο διδακτορικό πρόγραμμα Χρηματοοικονομικών στο University of Southern California. Ήμουν κλεισμένος στο μικρό διαμέρισμά μου στην περιοχή του Miracle Mile, 50 μέτρα από τη διασταύρωση των μεγάλων λεωφόρων Wilshire και La Brea, περίπου 400 μέτρα από το Los Angeles County Museum of Art. Από το πρωί, καθισμένος μπροστά στη μονόχρωμη οθόνη ενός IBM AT που είχα στο σπίτι και ενωμένος με το mainframe του πανεπιστημίου με σύνδεση modem, προσπαθούσα να κάνω debug ένα πρόγραμμα λογισμικού που είχα γράψει για μια ερευνητική εργασία. Λόγω της σύνδεσης του modem, το τηλέφωνο μου δεν λειτουργούσε. Όταν, στη διάρκεια ενός διαλείμματος που έκανα αργά το απόγευμα και βγήκα από τη σύνδεση με το mainframe του πανεπιστημίου, με κάλεσε ένας φίλος Έλληνας φοιτητής που έκανε μεταπτυχιακά στο UCLA για να με ρωτήσει εάν βλέπω ειδήσεις, του είπα να σταματήσει να με ενοχλεί με ανοησίες. «Όχι», μου είπε, «δεν καταλαβαίνεις: γίνονται ταραχές στο South Central, αθωώθηκαν οι αστυνομικοί και οι μαύροι έχουν αρχίσει να τα σπάνε». Τηλεόραση δεν είχα, είχα όμως ένα boom box με ραδιόφωνο και έβαλα να ακούσω KCRW, το δημόσιο ραδιόφωνο της πόλης. Τις επόμενες πέντε μέρες αμφιβάλλω εάν ασχολήθηκα συνολικά 10 ώρες με τις σπουδές μου.

Μπήκα στο αυτοκίνητο και οδήγησα παντού. Έβγαλα φωτογραφίες. Είδα πράγματα. Ήξερα ότι ζούσα μέσα σε ένα ιστορικό γεγονός. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις στήλες πυκνού καπνού που υψώνονταν από δεκάδες σημεία στο South Central και όταν οδηγούσες με ανατολική κατεύθυνση από τη Σάντα Μόνικα νόμιζες ότι βρίσκεσαι στη Βηρυτό το 1982. Τους έρημους δρόμους σε όλες τις λευκές γειτονιές της πόλης. Τις σειρήνες των περιπολικών που διέσχιζαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα τους δρόμους του δυτικού LA. Τα κλειστά καταστήματα, σχολεία, πανεπιστήμια. Και τα αυτοκίνητα γεμάτα με οπλισμένους με αυτόματα και πιστόλια νεαρούς μαύρους που κυκλοφορούσαν στις γειτονιές τους και έκαναν σαν να ήταν σε παρέλαση Mardi Gras στη Νέα Ορλεάνη. Εμένα δεν με απείλησε κανείς, παρότι ήμουν ο μοναδικός λευκός εν μέσω ενός «ωκεανού» ένοπλων και εξαγριωμένων μαύρων νεαρών που έβαζαν φωτιές σε βενζινάδικα και λεηλατούσαν καταστήματα.

© Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης

Η πιο κοντινή στο σπίτι μου φωτιά ήταν σε ένα βενζινάδικο περίπου 4 τετράγωνα μακριά, στο κάτω μέρος της Wilshire Boulevard. Τα διαμερίσματά μας γέμισαν μυρωδιά από καπνό. Κάποιος μου χτύπησε την πόρτα και μου είπε ότι όλοι οι ένοικοι θα συγκεντρωθούμε στην είσοδο του κτιρίου για να δούμε τι θα κάνουμε. Ο φόβος ήταν μην καεί το κτίριο. Εγώ ανέλαβα, σε περίπτωση ανάγκης, να μεταφέρω μια ηλικιωμένη γειτόνισσα μου που ήταν κατάκοιτη και κινείτο με αναπηρικό καροτσάκι... Απίστευτες στιγμές.

Μέσα σε όλο αυτό το χάος, κάθε βράδι καθόμουν μπροστά στο PC μου και έστελνα ένα κατεβατό με τις εντυπώσεις μου από το αστικό πεδίο μάχης που εκτυλίσσονταν έξω από το διαμέρισμά μου στη διαδικτυακή κοινότητα HELLAS, που ήταν κάτι σαν το σημερινό Facebook, για περίπου 200 Έλληνες φοιτητές, κυρίως στις ΗΠΑ. Χωρίς γραφικά και φωτογραφίες, μόνο κείμενο και μάλιστα σε Greeklish, η HELLAS ήταν η πρώτη ελληνική διαδικτυακή κοινότητα, τα χρόνια προ του World Wide Web και των browsers,την οποία τραγούδησε ο Διονύσης Σαββόπουλος στο τραγούδι «Κωλοέλληνες»:

« [Α]χ οι Έλληνες! / Αλλά εκεί στην ξένη / στην οθόνη σκυμμένοι / θεϊκά δεμένοι / με την οικουμένη / στους απέναντι τόπους / φωτοκολλημένοι / απ`τον εδώ ουρανό τους».

Τις αναρτήσεις μου στη λίστα HELLAS συγκέντρωσε κάποιο μέλος της και τις έστειλε στην Ελευθεροτυπία, η οποία τις δημοσίευσε τις επόμενες μέρες σε ένα κεντρικό «σαλόνι» της εφημερίδας, χωρίς να με ρωτήσουν. Προυσιάσθηκε ως «Συγκλονιστική μαρτυρία Έλληνα φοιτητή που έζησε τις ταραχές του Λος Άντζελες».

Την 4η ημέρα των ταραχών, ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας έστειλε την εθνοφυλακή στο Λος Άντζελες, με στολές παραλλαγής, αυτόματα Μ16 στα χέρια, τεθωρακισμένα μεταφοράς προσωπικού και Humvees, και επιβλήθηκε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και απαγόρευση κυκλοφορίας. Σε δύο μέρες όλα είχαν τελειώσει. Δεν υπάρχει πιο αποτελεσματικός τρόπος να δώσει το κράτος τέλος σε μια ανεξέλεγκτη έκρηξη βίας από του να βγάλει τον στρατό στους δρόμους. Ο απολογισμός: 63 νεκροί, 2.383 τραυματίες, 12 χιλιάδες συλλήψεις. Οι ζημιές σε κτίρια, κ.λπ., ανήλθαν σε δισεκατομμύρια δολάρια. Η πόλη δεν έχει συνέλθει 100% από τότε. Τα όσα ακολούθησαν, βέβαια, δεν βοήθησαν στην επούλωση των πληγών. Τι ακολούθησε; Δύο χρόνια μετά, ο σταρ του Αμερικανικού φούτμπολ O.J. Simpson, που είχε κάνει και μεγάλη καριέρα στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση και, γενικά, στη σόουμπιζ, και ήταν ένας από τους σπάνιους Αφροαμερικανούς που είχαν κερδίσει καθολική αποδοχή από την λευκή Αμερική μέχρι εκείνη τη στιγμή, σε μια έκρηξη ζήλιας, δολοφονεί με μαχαίρι την εν διαστάσει ΛΕΥΚΗ σύζυγό του και τον επίσης ΛΕΥΚΟ φερόμενο ως εραστή της.

Από εκείνη τη στιγμή, η Αμερική μπαίνει σε μια δίνη από την οποία δεν έχει βγει καλά καλά ακόμη, 28 χρόνια μετά. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι η υπόθεση του O.J. Simpson επηρέασε την αμερικανική κοινωνία όσο λίγα γεγονότα το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Για πολλούς λόγους που δεν είναι της παρούσης. Ήταν μια υπόθεση που παρακολούθησε η Αμερική με τόσο έντονο ενδιαφέρον και πάθος, που δυσκολεύομαι να βρω αντίστοιχη υπόθεση στα καθ΄ ημάς. Δεν ήταν μόνο μια υπόθεση διπλού φόνου, ήταν μια υπόθεση βαριά σε συμβολισμούς: κοινωνικούς, φυλετικούς, ιστορικούς.

Η δίκη του O.J. Simpson έγινε στο Λος Άντζελες και το σώμα των ενόρκων ήταν 10 γυναίκες και 2 άνδρες: 9 μαύροι/-ες, 2 λευκοί/-ές και 1 Λατινοαμερικάνος. Την ημέρα που οι ένορκοι ανακοίνωσαν ότι έβγαλαν απόφαση, η ζωή στην Αμερική σταμάτησε. Κυριολεκτικά, σταμάτησε. Όλη η χώρα κράτησε την ανάσα της εν αναμονή της απόφασης και στήθηκε μπροστά στις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα. Όταν η προϊσταμένη των ενόρκων ανακοίνωσε την αθωότητα του O.J. Simpson, η μαύρη Αμερική ξέσπασε σε πανηγυρισμούς ενώ η λευκή

Αμερική έβγαλε μια συλλογική κραυγή φρίκης και έκπληξης και πολλοί άρχισαν να κλαίνε. Χρόνια μετά, η ένορκος Κάρι Μπες δήλωσε ότι δεν πίστευε και δεν πιστεύει ότι ο O.J. Simpson ήταν αθώος αλλά η ετυμηγορία ήταν αποπληρωμή (payback) για τον Ρόντνεϊ Κινγκ και την αθώωση των τεσσάρων αστυνομικών.


Ο Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης είναι ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της καναδικής επενδυτικής εταιρείας Syracuse Main, Inc. Έζησε και σπούδασε στο Λος Άντζελες από το 1991 έως το 1996.