Κοσμος

Η ευθανασία στην Πορτογαλία και τι συμβαίνει σε άλλες χώρες

Η μια χώρα μετά την άλλη νομοθετεί υπέρ της ευθανασίας

A.V. Team
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Υπερψηφίστηκε στην Πορτογαλία το αναθεωρημένο νομοσχέδιο για νομιμοποίηση της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας και της αυτοκτονίας για ασθενείς τελικού σταδίου

Για να τεθεί σε ισχύ το νομοσχέδιο στην Πορτογαλία χρειάζεται την υπογραφή του προέδρου Μαρσέλου ντε Σόουζα, ο οποίος διατηρεί κάποιες επιφυλάξεις. Πάντως, η τάση είναι σαφής: προς το παρόν, η ευθανασία επιτρέπεται στην Αλβανία (όπου βορειονομιμοποιήθηκε το 1999), στην Αυστραλία μόνο στο Βόρειο Διαμέρισμα της χώρας, στη Νέα Ζηλανδία, στο Βέλγιο, στην Ελβετία (όπου το δικαίωμα περιορίζεται στην υποβοηθούμενη αυτοκτονία), στο Λουξεμβούργο, στην Ολλανδία, στον Καναδά και στην Ταϊλάνδη υπό αυστηρούς όρους. Στην πραγματικότητα παντού τίθενται αυστηροί όροι, αλλά αν δει κανείς τον χάρτη της νομιμότητας θα συμπεράνει πως οι περισσότερες χώρες δημιουργούν εσκεμμένα μια γκρίζα ζώνη σχετικής ελευθερίας.

Η Γαλλία και η Γερμανία δεν έχουν ακολουθήσει ακόμα τις βορειοευρωπαϊκές χώρες. Θεωρητικά, στη Γερμανία ισχύει η παράγραφος 216 του ποινικού κώδικα που λέει: «Αν κάποιος σκοτώσει άτομο το οποίο εξέφρασε σχετικό αίτημα, μπορεί να τιμωρηθεί με στέρηση της ελευθερίας από έξι μήνες μέχρι πέντε χρόνια». Η παράγραφος 216 δεν προστατεύει μόνον τον πολίτη έναντι του εαυτού του: υπάρχει και για να εμποδίζει να θανατώνονται άνθρωποι για προσωπικούς λόγους με τον ισχυρισμό και την πρόφαση της ευθανασίας. Αυτός ο νομικός φραγμός έχει κάποιο νόημα. Το πρόβλημα είναι αν έχει πάντοτε κάποιο νόημα.

Ακόμα κι αν το δίκαιο είναι διαφορετικό από χώρα σε χώρα, καμιά χώρα δεν επιτρέπει την «ενεργητική» ευθανασία. Από το 2001 υπάρχει στο ολλανδικό δίκαιο μια έμμεση διευκόλυνση κι από το 2002 στο βελγικό: αν και η ενεργητική ευθανασία απαγορεύεται, σε μερικές περιπτώσεις δεν είναι κολάσιμη πράξη. Στην Ολλανδία, ο νόμος είναι αποτέλεσμα της διαπίστωσης ότι πολλοί γιατροί από το 1969 τουλάχιστον έπαιρναν κρυφά πρωτοβουλία για ευθανασία και η πλειοψηφία του πληθυσμού τούς υποστήριζε. Για να εκλείψει αυτή τη σκοτεινή περιοχή, η κυβέρνηση αποφάσισε ότι μπορεί «να μην είναι αξιόποινη». Από το 2001, στην Ολλανδία, ένα θεράπων γιατρός έχει δικαίωμα να «σκοτώσει» ασθενή όταν: 1. Αυτός ο ασθενής εκφράζει την επιθυμία 2. Ένας δεύτερος γιατρός είναι σύμβουλος και μάρτυρας 3. Ο γιατρός ανακοινώνει την πράξη του στην εισαγγελία ώστε να γίνουν οι απαραίτητες κινήσεις για να επιβεβαιωθεί η νομιμότητά της.

Το κύριο επιχείρημα των ανθρώπων που θέλουν να επιτραπεί ή να αποποινικοποιηθεί η ευθανασία είναι το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Κάθε άτομο που είναι υπεύθυνο για τις πράξεις του θα έπρεπε να έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή του, άρα και για τον θάνατό του. Αν ερμηνεύσουμε σ’ αυτή την κατεύθυνση τον θεμελιώδη γερμανικό νόμο, δηλαδή το Σύνταγμα, αυτό που προκύπτει από την «ανθρώπινη αξιοπρέπεια» δεν είναι μόνον το δικαίωμα να αποφασίζει κανείς για τη ζωή του αλλά και για τον θάνατό του. Έχει ενδιαφέρον το ότι υποστηρικτές και οι πολέμιοι του δικαιώματος στην ευθανασία αναφέρονται στον Καντ. Οι πολέμιοι μιλούν για τον απολύτως «αναπαλλοτρίωτο» χαρακτήρα της ανθρώπινης ζωής επειδή, σύμφωνα με τον Καντ, ο άνθρωπος έχει δική του τελεολογία. Δεν μπορείς να τον «τελειώσεις». Με το να παραχωρείς σε κάποιον το δικαίωμα να σκοτώνει χάνεις την αυτοδιάθεσή σου, κάποιος άλλος αποφασίζει για σένα. Το ελεύθερο άτομο γίνεται αντικείμενο στα χέρια κάποιου άλλου. Όμως αυτή η επιχειρηματολογία δεν είναι και τόσο λογική. Υπάρχει πράγματι μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να αποφασίσω να αυτοκτονήσω και στο να ζητήσω από κάποιον να με σκοτώσει διότι, για παράδειγμα, δεν μπορώ να το κάνω κατάκοιτος κι ανήμπορος στο κρεβάτι του νοσοκομείου; Δεν είμαι άραγε «τελειωμένος» όταν με διατηρούν στη ζωή χωρίς τη θέλησή μου; Απ’ όσο ξέρουμε, ο Καντ, στο τέλος της ζωής του, φοβόταν την άνοια: είχε αποφασίσει ότι δεν θα είχε νόημα να ζει υπό τέτοιες συνθήκες. Εκείνη την εποχή οι σύγχρονες μορφές έμμεσης ευθανασίας δεν υπήρχαν· η διακοπή της θεραπευτικής αγωγής δεν σήμαινε άμεσο θάνατο του ατόμου που έπασχε από άνοια. Άρα ο Καντ σκεφτόταν την ενεργητική ευθανασία, για τον εαυτό του τουλάχιστον.

Ένα πιο αμφίβολο επιχείρημα υπέρ της ευθανασίας μάς δίνουν οι δημοσκοπήσεις. Όπως γράφει ο Ρίχαρτ Πρεχτ, κάθε χρόνο, η Γερμανική Ένωση για Ανθρώπινο Θάνατο (DGHS) που διεκδικεί το δικαίωμα στην ενεργητική ευθανασία οργανώνει δημοσκοπήσεις. Αυτές αποκαλύπτουν ότι το 80% των Γερμανών τάσσονται υπέρ της νομιμοποίησης της ενεργητικής ευθανασίας. Για την DGHS η κοινή γνώμη ζητάει την επέκταση του νόμου. Οι στατιστικές καθρεφτίζουν επίσης συναισθήματα και εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίον τίθενται οι ερωτήσεις. Πριν από 15 χρόνια, η γερμανική ένωση γηροκομείων, που αντιτίθεται στην ενεργητική ευθανασία, ζήτησε επίσης να γίνει δημοσκόπηση και έδωσε βαρύτητα στο να εξηγείται στους ερωτώμενους τι ακριβώς σημαίνει «ενεργητική ευθανασία», καθώς και ποια είναι τα μέσα της καταπραϋντικής ιατρικής. Ονομάζουμε «καταπραϋντική ιατρική» την αγωγή που παρέχεται σε ασθενείς στο τέλος της ζωής τους καταπολεμώντας τον πόνο. Η εικόνα που προέκυψε από αυτή τη δημοσκόπηση είναι πολύ διαφορετική από εκείνη του DGHS: εφόσον παρουσιάστηκε στους ερωτώμενους το ενδεχόμενο της καταπραϋντικής αγωγής, μόνον το 35% δήλωσε υπέρ της ενεργητικής ευθανασίας. Το 56% ήταν υπέρ της καταπραϋντικής ιατρικής και της ενίσχυσής της στα νοσοκομεία.

Ένα τρίτο επιχείρημα (έμμεσο) υπέρ της ενεργητικής ευθανασίας στη Γερμανία αφορά τις αντιφάσεις της δικαιοσύνης. Κάθε χρόνο πεθαίνουν 800.000 – 900.000 άτομα: τα 2/3 από αυτά βρίσκονται είτε σε νοσοκομεία, είτε σε γηροκομεία· λίγα βρίσκονται στο σπίτι κοντά στους δικούς τους. Και κανείς δεν φαίνεται να πεθαίνει με την παρέμβαση γιατρού ή με τη βοήθεια ενός άλλου. Στην πραγματικότητα όμως, τα τελευταία είκοσι χρόνια, πάνω από 500 Γερμανοί πήγαν στην Ελβετία για να προμηθευτούν θανατηφόρα φάρμακα από οργανώσεις όπως η Dignitas και η EXIT που παρέχουν βοήθεια «στην απόφαση του θανάτου».        

Σχεδόν όλοι οι ωφελιμιστές στηρίζουν την ενεργητική ευθανασία διότι συμβαίνει για το συμφέρον του ενδιαφερομένου, του ασθενούς χωρίς ελπίδα βελτίωσης. Αλλά και τα επιχειρήματα των αντιπάλων τους σχετίζονται με το συμφέρον του ενδιαφερομένου. Για να το καταλάβουμε αυτό πρέπει να σκεφτούμε περισσότερο γύρω από την παθητική και έμμεση ευθανασία. Η παθητική ευθανασία επιτρέπεται αν αντιστοιχεί στην (υποτιθέμενη) επιθυμία του ασθενούς. Κανείς νοσηλευτής δεν έχει δικαίωμα να παρατείνει τεχνητά τη ζωή του ασθενούς αν δεν το επιθυμεί ο ίδιος. 

Είναι σίγουρα αρκετά δύσκολο να ξεχωρίσουμε την έμμεση από την ενεργητική ευθανασία. Τα τελευταία χρόνια σημειώθηκαν κάποιες θεαματικές καταχρήσεις του νόμου που ξεσήκωσαν θύελλα από την πλευρά των εχθρών της ευθανασίας. Πώς να ξέρουμε εκ των υστέρων αν οι ασθενείς ήταν ενημερωμένοι για το αποτέλεσμα της καταπραϋντικής ιατρικής; Πώς ξέρουμε ότι ήθελαν πραγματικά να πεθάνουν; 

Η απαίτηση της ενεργητικής ευθανασίας είναι θεμελιώδες δικαίωμα του ελεύθερου ατόμου και αποτελεί μέρος του δικαιώματος αυτοδιάθεσής του, αλλά το να επιτραπεί η ενεργητική ευθανασία θα σημαίνει σε ορισμένες περιστάσεις διατάραξη της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ γιατρού και ασθενούς. Εξάλλου, δεν μπορούμε να ελέγχουμε πάντοτε το αν ο ασθενής θέλησε να καταφύγει στην ενεργητική ευθανασία: ποιος θα προστατεύει έναν ασθενή με άνοια ή σε κώμα από κακόβουλους συγγενείς; Τέλος, η νομιμοποίηση της ενεργητικής ευθανασίας θα οδηγούσε σε μια αλλαγή συμπεριφοράς έναντι των βαριά ασθενών ―το να πάψουμε να φροντίζουμε τους άλλους είναι επικίνδυνο για την κοινωνική μας συνοχή. Η ευθανασία δεν πρέπει να γίνεται για να ικανοποιηθεί το συγγενικό περιβάλλον ή για να μειωθούν οι ιατρικές δαπάνες, αλλά μόνο και αποκλειστικά για την αποφυγή του πόνου του ίδιου του ασθενούς. Ο κίνδυνος, τον οποίον επισημαίνει και ο Πορτογάλος πρόεδρος που διστάζει να βάλει την υπογραφή του είναι να καταλήξει η «ελευθερία επιλογής του θανάτου» σε μια «μη-ελευθερία επιλογής της ζωής».