Κοσμος

Ταϊλάνδη: Τα παιδιά δεν είχαν πει στους γονείς τους ότι θα εξερευνήσουν το σπήλαιο

Περιγράφουν πώς ένιωσαν όταν τους βρήκαν οι δύτες

Newsroom
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τα 12 αγόρια και ο προπονητής τους που διασώθηκαν από ένα πλημμυρισμένο σπήλαιο στην Ταϊλανδη εξιστόρησαν με λεπτομέρειες τη δοκιμασία τους, στην πρώτη τους δημόσια εμφάνιση σήμερα, στο εθνικό τηλεοπτικό δίκτυο.

Γιατροί, συγγενείς και φίλοι υποδέχθηκαν τα αγόρια, ηλικίας 11 έως 16 ετών, και τον 25χρονο προπονητή τους, οι οποίοι φορούσαν μπλουζάκια διακοσμημένα με το σκίτσο ενός αγριόχοιρου, σε κόκκινο χρώμα, ενώ είχαν φέρει μαζί τους και μπάλες του ποδοσφαίρου, με τις οποίες έπαιζαν στο πλατό.

«Φέρνοντας τους Αγριόχοιρους Σπίτι» έγραφε στα ταϊλανδέζικα ένα πανό, το οποίο είχαν κρεμάσει για να τους υποδεχθούν.

Δημοσιογράφοι, κάμερες και απλός κόσμος στέκονταν υπομονετικά πίσω από τα κιγκλιδώματα, αναμένοντας την άφιξη των αγοριών από το νοσοκομείο, όπου παρέμειναν υπό νοσηλεία μετά τη διάσωσή τους, πριν από μία εβδομάδα, από το πλημμυρισμένο σπήλαιο, όπου είχαν παγιδευτεί.

«Έλεγα σε όλους, μην τα παρατάτε, μην βυθίζεστε σε απόγνωση» είπε ένα αγόρι, περιγράφοντας πώς η ομάδα κατέβαλε απεγνωσμένες προσπάθειες να παραμείνει ζωντανή κατά τη διάρκεια των ημερών που πέρναγαν βασανιστικά, στα βάθη του σπηλαίου στην επαρχία Τσιανγκ Ράι της βόρειας Ταϊλάνδης.

Ένα άλλο παιδί, ο 14χρονος Άντουλ Σαμ-ον αναβίωσε τη στιγμή που οι δύο Βρετανοί δύτες εντόπισαν την ομάδα τη 2α Ιουλίου, να κάθονται ανήμποροι σε ένα πλημμυρισμένο τμήμα του σπηλαίου σε βάθος πολλών χιλιομέτρων.

«Ήταν μαγικό» υπογράμμισε ο μικρός αθλητής. «Έπρεπε να σκεφτώ πολύ προτού μπορέσω να απαντήσω στα ερωτήματά τους».

Η ανακάλυψη των αγοριών από τους Βρετανούς δύτες είχε ως αποτέλεσμα να ξεκινήσουν οι επιχειρήσεις διάσωσης από τις ειδικές δυνάμεις του πολεμικού ναυτικού της Ταϊλάνδης με τη συνδρομή διεθνούς βοήθειας. Χρειάστηκαν τρεις ημέρες προκειμένου τα 12 αγόρια και ο προπονητής τους να οδηγηθούν με ασφάλεια στην επιφάνεια της γης.

«Πίναμε μονάχα νερό»

Η ομάδα σχεδίαζε να εξερευνήσει το σύμπλεγμα σπηλαίων Ταμ Λουάνγκ για περίπου μία ώρα μετά το τέλος της προπόνησής τους την 23η Ιουνίου. Ωστόσο, η καταρρακτώδης βροχή που ξέσπασε είχε ως συνέπεια να πλημμυρίσουν οι σήραγγες και τα παιδιά με τον προπονητή να παγιδευτούν.

«Σκάβαμε εναλλάξ τα τοιχώματα του σπηλαίου» αφηγήθηκε ο προπονητής του Έκαπολ Τσανταγουόνγκ. «Δεν θέλαμε να περιμένουμε μέχρι οι αρχές να μας βρουν».

Ένα από τα παιδιά συμπλήρωσε σχετικά: «Χρησιμοποιούσαμε πέτρες για να σκάψουμε στο σπήλαιο. Σκάψαμε (σε βάθος) 3 έως 4 μέτρων».

Ωστόσο, οι προσπάθειές τους ήταν μάταιες. Αν και «σχεδόν όλοι γνώριζαν κολύμπι, ορισμένοι δεν ήταν πολύ καλοί κολυμβητές» είπε ο προπονητής τους.

Τα 12 αγόρια είχαν φάει προτού ξεκινήσουν την εξερεύνησή τους, επομένως δεν πήραν μαζί τους φαγητό, καθώς σκόπευαν να παραμείνουν στο σπήλαιο για μόλις μία ώρα. Επιπλέον, έπρεπε να συντηρηθούν πίνοντας νερό από τους σταλακτίτες στο σπήλαιο.

«Πίναμε μονάχα νερό» εξήγησε ένα από τα αγόρια, ο Τι. «Την πρώτη ημέρα ήμασταν καλά, όμως έπειτα από δύο ημέρες αρχίσαμε να νιώθουμε κόπωση».

Ο μικρότερος της ομάδας, ο Τίταν, πρόσθεσε: «Δεν είχα δυνάμεις. Προσπαθούσα να μην σκέφτομαι το φαγητό επομένως δεν πείναγα περισσότερο».

Οι λιλιπούτειοι ποδοσφαιριστές δεν σταμάτησαν να σκέφτονται τους γονείς τους. Ένας εξ αυτών παραδέχθηκε: «Φοβόμουν. (Φοβόμουν) ότι δεν θα επιστρέψω σπίτι μου και η μαμά μου θα με μαλώσει».

Τα αγόρια, τα οποία επέστρεψαν στα σπίτια τους σήμερα, ζήτησαν συγγνώμη που ήταν άτακτα, εξηγώντας ότι είχαν πει στους γονείς τους για την προπόνηση αλλά δεν τους είχαν αποκαλύψει τα σχέδιά τους να εξερευνήσουν το σπήλαιο.

Μετά τη διάσωσή τους, τα 12 παιδιά κατάφεραν να πάρουν 3 κιλά κατά μέσο όρο το καθένα, ενώ είχαν συνεδρίες και με ειδικούς για να τους τονώσουν την αυτοπεποίθηση ενόψει της σημερινής του εμφάνισης, όπως εξήγησε ο διευθυντής του νοσοκομείου Τσάϊγουετς Ταναπαϊσάλ.

«Δεν γνωρίζουμε ποιες πληγές παραμένουν ανοικτές στις καρδιές τους» δήλωσε από την πλευρά του, ο αξιωματούχος του υπουργείου Δικαιοσύνης της Ταϊλάνδης Ταγουατσάι Ταϊκαέου, ο οποίος απηύθυνε έκκληση να προστατευτεί η ιδιωτικότητά τους, καθώς υπάρχουν φόβοι ότι η προσοχή των ΜΜΕ θα μπορούσε να επηρεάσει την ψυχική τους υγεία.