Κοσμος

Μερσί, Τζονί

Το Παρίσι αντιστέκεται σε όλα, γιατί είναι πιο δυνατό απ’ όλα

Καρολίνα Μέρμηγκα
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Στο αεροδρόμιο του Παρισίου μας υποδέχτηκε μια ομάδα εντυπωσιακά ωραίων ανδρών, λέγοντας κεφάτα «yassas». Κοιτούσαν μια τα διαβατήριά μας, μια τις φάτσες μας και μια τα κομπιούτερ τους, ενώ εμείς αναρωτιόμασταν αν για την επιλογή τους προηγείται κάποιο κάστινγκ όπως αυτά που γίνονται για τα μοντέλα μιας φωτογράφησης κι αν έχουν ποτέ χρησιμοποιήσει τα εντυπωσιακά και αληθινότατα όπλα που κρατούν στους νεανικούς τους ώμους –εννοώ πάνω σε ζωντανό στόχο.

Το Παρίσι είναι ολόφωτο και κάτω από τη βροχή τα φώτα μοιάζουν να τρέχουν σαν νερομπογιά σε βρεγμένο καμβά. Μην παρεξηγηθώ: είναι ακόμα ο ωραιότερος καμβάς του κόσμου. Λένε ότι τις πόλεις τις κάνουν οι άνθρωποι, όμως αυτήν την πόλη δεν την κάνει κανένας, όσο κι αν προσπαθήσει. Είναι αυτή που είναι. Είναι Η Πόλη. Από τα φωτισμένα παράθυρα των μεγάλων δρόμων βλέπεις σκαλισμένα ταβάνια και πίνακες και ξέρεις ότι κι αν είναι πια μόνο γραφεία ή κατοικίες Σαουδαράβων δισεκατομμυριούχων, συνεχίζουν να στεγάζουν το πνεύμα της πόλης. Το μεγαλείο. Τη φιλοσοφία του μεγαλείου. Την αισθητική του μεγαλείου. Και ότι το μεγαλείο αυτό παραμένει, σε πείσμα όλων, το ανθρώπινο πνεύμα.

Το ανθρώπινο πνεύμα. «Μπορούμε να φανταστούμε τη Γαλλία χωρίς τον Jean d’Ormesson; Χωρίς την τεράστια αλλά ποτέ αλαζονική ή επηρμένη γνώση του, που του επέτρεπε να μιλά τόσο καλά για τη ζωή και το θάνατο;» αναρωτιέται ο Franz-Olivier Giesbert  στο Le Point για τον σπουδαίο άνθρωπο του πνεύματος που πέθανε στις 5 Δεκεμβρίου. Όμως αυτό που η Γαλλία δεν μπορεί να φανταστεί, τελικά, είναι τον χαμό του «Τζονί» της, του Τζόνι Χάλιντεϊ που πέθανε ακριβώς μια μέρα μετά τον d’ Ormesson. (Το τάιμινγκ του θανάτου είναι συχνά χειρότερο κι από τον ίδιο το θάνατο: Ο Κοκτό λ.χ. είχε την ατυχία να πεθάνει στις 11 Οκτωβρίου του 1963, μια μέρα μετά τη φίλη του Εντίθ Πιάφ, της οποίας ο θάνατος όμως ανακοινώθηκε την ίδια μέρα με το δικό του. Μαντέψτε ποιος θρηνήθηκε και ποιος πήγε άκλαυτος...)

Ο θάνατος του «Τζονί» πυροδότησε εκείνη την τελείως απρόβλεπτη και ανεξήγητη ακόμα και από τους ειδικούς σπίθα: τον λαϊκό θρήνο. Όλοι κατέρρευσαν. Κι από το πνεύμα ισχυρότερη, η νοσταλγία της δικής μας ζωής που πέρασε. Εκατοντάδες χιλιάδες πεζοί και μοτοσικλετιστές συνέρρευσαν στους δρόμους για να κλάψουν τον καλλιτέχνη που, κι αν στα δικά μας ανίδεα μάτια έμοιαζε τα τελευταία χρόνια με όχι ιδιαίτερα πετυχημένο ομοίωμα του Μουσείου Τυσσό, ήταν ο τραγουδιστής της δικής τους νιότης και του δικού τους ροκ. Να που η μουσική, όπως πολύ καλά γνώριζαν οι δικοί μας αρχαίοι, είναι η ανθεκτικότερη κιβωτός για τα λόγια και το πνεύμα -να που το πνεύμα του Παρισιού βγαίνει από τα ψηλοτάβανα κομψοτεχνήματά του για να θρηνήσει στους δρόμους το λαϊκό του βάρδο.

Του απένειμαν τιμές αρχηγού κράτους: δυο πρώην Πρόεδροι της Γαλλικής Δημοκρατίας εμφανίστηκαν με τις ουάου συντρόφους τους (η εκλεπτυσμένη και διακριτική γεφύρωση της showbiz με τη στεγνή πολιτική, που γεννά ένα νέο αμάλγαμα γλυκό και φιλικό προς τον χρήστη) ενώ ο νυν Πρόεδρος μίλησε μπροστά σε ένα πλήθος δακρυσμένων καλλιτεχνών με τέτοιο πάθος και τέτοια ροκ διάθεση ώστε κορυφώνοντας το λόγο του δεν θα ήταν περίεργο αν ο Τζονί ξεπεταγόταν από το κατάλευκο φέρετρό του μέσα από φλόγες και neon lights για να τραγουδήσει πόσο πολύ, πόσο πάρα πολύ μας αγαπά.

Το Παρίσι αντιστέκεται σε όλα, γιατί είναι πιο δυνατό απ’ όλα. Αντιστέκεται στο φόβο των πληγών του, αντιστέκεται στη νοσταλγία. Κάτω από ένα τιμωρητικό χαλάζι πήγα στο παλιό σπίτι όπου πέρασα μέρος των παιδικών μου χρόνων, μια συνοικία με πολλή μπουρζουά διακριτικότητα, δέντρα και φαρδιά πεζοδρόμια.

Παγωμένη ως το κόκαλο προσπάθησα να θυμηθώ κάτι περισσότερο, στο κάτω-κάτω τίποτα δεν έχει αλλάξει, αλλά όχι· η πόλη είναι άτεγκτη. Δεν μαλακώνει για να αγκαλιάσει τις ζωές των ανθρώπων της, μόνο τους επιτρέπει να πάρουν εκείνοι, αν θέλουν και μπορούν, τη μορφή που θα χωρέσει σ’ αυτήν την αγκαλιά. Και όταν φύγουν, τελείωσε. Στο δρόμο των παιδικών μου χρόνων η νοσταλγία δεν χωρά. Αντίθετα, θα χωρέσει το νέο κοινωνικό οικισμό που προγραμματίζει η φοβερή κυρία Δήμαρχος των Παρισίων, Anne Hidalgo, ισπανικής καταγωγής, που έχει υποσχεθεί να επενδύσει 8,5 δισ. ευρώ στον δήμο και σήμερα τα αυξάνει στα 10 δισ. Οι προγραμματισμένες παρεμβάσεις της σε πολλά σημεία-πύλες της πόλης κάνει κάποιους να χειροκροτούν και άλλους να σφίγγουν τα χείλη.

Όποιος ψάχνει τη δική του νοσταλγία στους δρόμους του Παρισίου δεν θα τη βρει, και έτσι πρέπει. Γιατί ό,τι κι αν ψάχνεις, η απάντηση είναι η ίδια η πόλη. Το Παρίσι είναι τόσο ωραίο που όλα γλιστρούν πάνω του σαν το νερό στην πλάτη της πάπιας. Δεν διαπερνούν τις προσόψεις των κτιρίων του. Μπορεί ό,τι υπάρχει πίσω τους να αλλάζει, και μπορεί αυτό να είναι σωστό ή λάθος, αλλά αυτά όλα είναι συζητήσεις που κάνουμε ενώ ολόγυρα η πόλη συνεχίζει να μας περιβάλλει με το δικό της μήνυμα. Και το ότι κάποια πράγματα, έργα των ανθρώπων, υπερβαίνουν τους ανθρώπους, μου μοιάζει εμένα σπουδαίο μήνυμα

Το βράδυ που η Γαλλία αποχαιρέτισε τον “Τζονί” της, ο ολόφωτος χριστουγεννιάτικος πύργος του Άιφελ έσβησε. Μόνο μερικές γαλάζιες λάμψεις αστράφτουν πάνω του, και η επιγραφή “Μερσί Τζονί”. Μερσί. Ευχαριστούμε γι’ αυτό που πέρασε γύρω και μέσα μας γιατί χάραξε με τον τρόπο του, είτε μας αρέσει είτε όχι, και τη δική μας ζωή. Γι’ αυτό, φεύγοντας από το Παρίσι, υπάρχει και μέσα μου πάντα αυτή η επιγραφή –μερσί για την πόλη.