Κοσμος

PLANET VOICE: Το Τείχος

Ο Μίμης Χρυσομάλλης παρακολουθεί τον Roger Waters και νοσταλγεί

Μίμης Χρυσομάλλης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το άλμπουμ των Pink Floyd με το χαρακτηριστικό λευκό τείχος στο εξώφυλλο είχα χρόνια να το ακούσω ολόκληρο. Και επίτηδες το άφησα έτσι, ακόμα και αφού προμηθεύτηκα το εισητήριό μου για την πολυαναμενόμενη εμφάνιση του Roger Waters στην Ολλανδία στα πλαίσια της παγκόσμιας περιοδείας του The Wall Live. Ήταν για μένα σαν ένα άλμπουμ απο παλιές φωτογραφίες, που άπαξ και το ανοίξεις ο χρόνος σταματάει, και ευθύς χάνεσαι σε ένα μακρύ ταξίδι γεμάτο από αναμνήσεις, συναισθήματα και εικόνες από το παρελθόν. Γι’αυτό λοιπόν για τόσο καιρό δεν τόλμαγα να πατήσω το play; ήξερα ότι θα άνοιγα το μουσικό κουτί της Πανδώρας...

Η στιγμή όμως να αναμετρηθώ με τις εφηβικές μου μνήμες και τα πρώιμα μουσικά μου ακούσματα είχε πλέον φτάσει. ΄Ωρα επαναξιολόγησης, αποτίμησης, και προβληματισμού. Με κάθε λογής σκέψεις να τριγυρίζουν στο κεφάλι μου, μπήκα στην τεράστια αίθουσα που σε λίγη ώρα επρόκειτο να μετατραπεί σε ένα είδος μοντέρνου ναού, με σκοπό να ενώσει τελετουργικά τους πολυάριθμους συγκεντρωμένους οπαδούς σε αναζήτηση κοινής πίστης. Ιερέας σε αυτή την ομολογουμένως εκκεντρική τελετή (αναμφισβήτητα ένα πάρα πολύ φιλόδοξο και σύνθετο μουσικό υπερθέαμα) ποιος άλλος από τον Roger Waters, εμπνευστή και βασικό συντελεστή της. Περισσότερο από είκοσι χρόνια μετά από την τελευταία φορά που το The Wall είχε παιχτεί ολόκληρο ζωντανά (στο Βερολίνο, οκτώ μήνες μετά την πτώση του τείχους), βρέθηκα λοιπόν μαζί με χιλιάδες άλλους να αναμένω κατά κάποιο τρόπο την αναβίωση της ιστορίας: σε επίπεδο όχι μόνο μουσικό αλλά και προσωπικό, αν όχι συλλογικό.

Από τις πρώτες κιόλας νότες του In The Flesh ήξερα πως για τις επόμενες δύο ώρες θα μεταφερόμουν νοητά στο εφηβικό μου σύμπαν. Αν και σωματικά ήμουν παρών στην συναυλία, οι σκέψεις μου τρέχαν με την ταχύτητα του Run Like Hell στο παλιό μου δωμάτιο. Τα ηχεία παίζουν για νιοστή φορά το σόλο του Comfortably Numb και εγώ είμαι ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι μου, διαβάζοντας τους στίχους των τραγουδιών και όποια άλλη σχετική πληροφορία έχει τύχει να βρω σε βιβλία, περιοδικά η εσώφυλλα δίσκων (για το ίντερνετ ήταν ακόμη νωρίς).

Εν τω μεταξύ η παράσταση συνεχίζεται (The Show Must Go On), και είναι ομογουμένως εντυπωσιακή. Από την αρχή ο πήχης έχει ανέβει ψηλά, καθώς το κοινό παρακολουθεί άφωνο ένα ομοίωμα πολεμικού αεροσκάφους τύπου Stuka να πραγματοποιεί κάθετη εφόρμηση προς στην σκηνή.

Οι γνωστές γιγάντιες κούκλες-μαριονέτες είναι και αυτές εκεί. Βίντεο προβάλλονται συνεχώς, φέρνοντας στο μυαλό αναμνήσεις από το υπέροχο αυθεντικό artwork του δίσκου. Το τείχος που έχει στηθεί επί σκηνής μεταμορφώνεται διαρκώς, αλλάζει όγκο, χρώματα, φωτισμό, προβάλλοντας παράλληλα αντιπολεμικά-αντικαπιταλιστικά μηνύματα μαζί με τα διαχρονικά θέματα του άλμπουμ όπως η απομόνωση, η σταδιακή αποξένωση του ατόμου και οι διάφορες μορφές βίας. Στο τέλος το τείχος θα πέσει, και η μπάντα θα έρθει και πάλι μπροστά στη σκηνή για έναν τελευταίο αποχαιρετισμό.

Πόσα τείχη άραγε έχουν μείνει ακόμα να πέσουν; Σίγουρα πολλά, πάρα πολλά. Τείχη που ορθώνονται καθημερινά ανάμεσα σε άτομα, ομάδες ανθρώπων ή και ολόκληρα έθνη. Τείχη φυλετικά, κοινωνικά και ταξικά που στέκονται εμπόδιο στην διαπροσωπική και διεθνική αλληλεγγύη και αδελφότητα, δυσχεραίνοντας την αλληλοκατανόηση και την προσπάθεια προσέγγισης ανάμεσα στους λαούς. Αν ένα τείχος πρέπει να πέσει πρώτο, θα πρέπει να είναι αυτό της προκατάληψης. Με κλειστά μάτια, αυτιά και μυαλά, μόνο πάνω σε άλλα τείχη σκοντάφτει κανείς, χωρίς ελπίδα να αντικρίσει κάποτε τον καθαρό μπλε ουρανό που ορθώνεται πάνω και πέρα απο το Τείχος...