- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Γιώργος Βαρδινογιάννης: ο τελευταίος Καπετάνιος
Γιώργος Βαρδινογιάννης: η μεγάλη πορεία του «Καπετάνιου» στον Παναθηναϊκό, η Παιανία, οι ευρωπαϊκές επιτυχίες και η σύγκρουση με την εξέδρα.
Ο καπνός απ’ το τσιγάρο στριφογύριζε βαριά στον αέρα. Παχύ, «κρητικό» μουστάκι, καλοραμμένο κοστούμι σε λεπτή γραμμή, αυστηρό, σχεδόν ανέκφραστο βλέμμα πίσω από το θρυλικό φιμέ γυαλί ηλίου, ακόμη και τις πιο συννεφιασμένες Κυριακές στα «επίσημα» της Λεωφόρου. Τον έχω ζήσει, τον έχω παρατηρήσει, τον έχω μελετήσει, τον έχω αγγίξει σε αρκετές από τις εκφάνσεις του. Από το σκαρφάλωμα στα κάγκελα της Λεωφόρου, τις μπούκες στο ταρτάν του ΟΑΚΑ, τη θεόρατη δερμάτινη πολυθρόνα στο γραφείο, μέχρι το παιχνίδι με τον εγγονό στο lounge του Ολυμπιακού Σταδίου.
Σελίδες ολόκληρες θα γέμιζαν μονάχα με εικόνες, στιγμιαία περιστατικά, φήμες, ψιθύρους, θρύλους, ακόμα και αστικούς μύθους για απίθανα γεγονότα που ίσως δεν συνέβησαν ποτέ. Αλλά τού πιστώνονται, τού χρεώνονται, είναι όλα «του Καπετάνιου».
Κακά τα ψέματα, υπάρχουν μορφές στο ελληνικό ποδοσφαιρικό γίγνεσθαι που δεν χρειάζονται καν ονοματεπώνυμο για να αναγνωριστούν.
Το «Καπετάνιος» δεν απονέμεται χαριστικά. Η ταύτιση του Γιώργου Βαρδινογιάννη με το προσωνύμιο δεν ήταν ένα δημοσιογραφικό εύρημα για να προσδώσει κύρος σε έναν εύπορο παράγοντα μιας από τις μεγαλύτερες οικογένειες στην ιστορία της χώρας.
Εμπεριείχε τη θάλασσα, το ρίσκο, την πειθαρχία και την απόλυτη ευθύνη του πηδαλίου. Από τον Απρίλιο του 1966, όταν λίγο πριν συμπληρώσει τα 30 του χρόνια, βρέθηκε στο τιμόνι του Joanna V, σε μια αποστολή που έμελλε να προκαλέσει διεθνή αντιπαράθεση. Οι βρετανικές αρχές που περιπολούσαν την περιοχή, θεωρούσαν ότι το φορτίο προοριζόταν για τη διεθνώς αποκλεισμένη Ροδεσία, ενώ ο ίδιος υποστήριζε με το κρητικό του κεφάλι ότι ο προορισμός ήταν το Τζιμπουτί. Εκείνο το καράβι, αψηφώντας ασφυκτικές πιέσεις και εντολές, έφτασε τελικά στην Μπέιρα της Μοζαμβίκης, αν και το πετρέλαιο που είχε στα σπλάχνα του δεν εκφορτώθηκε ποτέ εκεί. Πολλοί λένε ότι έκτοτε εκείνος ο νεαρός πλοίαρχος είχε ήδη μάθει να κυβερνά με τους δικούς του όρους, προτού καν πατήσει το πόδι του στα ποδοσφαιρικά γήπεδα και μπει στη σφαίρα της αναπόφευκτης δημοσιότητας που επιφέρει ένα από τα μεγαλύτερα – αν όχι το μεγαλύτερο – καράβι: ο Παναθηναϊκός.
Η είδηση της εκδημίας του, κλείνει οριστικά το βιβλίο μιας ρομαντικής, σκληρής και ασύγκριτα πιο ιδιοσυγκρασιακής ποδοσφαιρικής εποχής. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης δεν υπήρξε ούτε αλάνθαστος, ούτε ήρωας, ούτε απλώς αδικημένος οραματιστής. Ήταν μια προσωπικότητα γεμάτη γοητευτικές, αλλά και επώδυνες αντιφάσεις, ο άνθρωπος που εκσυγχρόνισε τον Παναθηναϊκό, αλλά ταυτόχρονα τον διοίκησε με τη λογική ενός παραδοσιακού μονάρχη, φτάνοντας τελικά σε ευθεία σύγκρουση με τον σύλλογο που είχε ο ίδιος διαμορφώσει και με το πιο φανατικό κοινό της εξέδρας του.
Γιώργος Βαρδινογιάννης: η ανάληψη του Παναθηναϊκού και η Παιανία
Δεν είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς αυτό το ιστορικό παράδοξο. Οφείλει να πάρει τα πράγματα από την αρχή, να επιστρέψει στο 1979. Αφήνοντας στην άκρη τα «ενδοπαναθηναϊκά» της εποχής, στη μεγάλη εικόνα, το ελληνικό ποδόσφαιρο περνούσε τότε δειλά το κατώφλι του επαγγελματισμού. Το τοπίο θολό, η ανθρωπογεωγραφία και οι παράγοντες ασύγκριτα ξένοι με το σήμερα και οτιδήποτε έχουν οι επόμενες γενιές στο μυαλό τους. Ας πούμε απλώς ότι επρόκειτο για μια εντελώς διαφορετική Ελλάδα, σε νηπιακή δημοκρατική ηλικία μετά την 7ετία, όπου παλαιοί παράγοντες προσπαθούσαν να προσαρμοστούν στις νεόκοπες Ανώνυμες Εταιρείες.
Ένας από τους αστικούς μύθους που λέγαμε, ήθελε τον Βαρδινογιάννη να «κερδίζει» τον Παναθηναϊκό σε μια παρτίδα τάβλι με τον Σταύρο Νταϊφά, σε μια ναυτιλιακή λέσχη του Πειραιά. Η πραγματικότητα, ωστόσο, ήταν λιγότερο κινηματογραφική αλλά απείρως πιο ουσιαστική. Ο ίδιος παρακολουθούσε ήδη από χρόνια την ομάδα από τα επίσημα της Λεωφόρου, δίπλα σε αστούς των Αθηνών, πολιτικούς και καλλιτέχνες. Πιστέψτε με, ήταν «αλλιώς» τότε (και πάντα) στη Λεωφόρο.
Το απόγευμα της 17ης Ιουλίου του 1979, η οικογένεια Βαρδινογιάννη αγόρασε το πλειοψηφικό πακέτο λίγο πριν από την εκπνοή της προθεσμίας, αφήνοντας σύξυλο τον επίδοξο επενδυτή, Παύλο Γιαννακόπουλο. Αυτή η διοικητική επικράτηση θα γεννούσε μια μακροχρόνια, σιωπηρή αντιπαράθεση, αλλά και μια σπάνια σχέση αλληλοσεβασμού.
Όταν ο μπασκετικός Παναθηναϊκός κατέκτησε το Κύπελλο το 1986, βάζοντας τέλος σε μια μακρά ανομβρία, οι δυο άνδρες γιόρτασαν μαζί στα επινίκια μπουζούκια, «θάβοντας» ο ένας τον άλλον στα λουλούδια, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι ο ενιαίος Παναθηναϊκός μπορούσε να σταθεί ψηλότερα από τις προσωπικές φιλοδοξίες των ισχυρών ανδρών του.
Αναλαμβάνοντας την ΠΑΕ, ο Γιώργος Βαρδινογιάννης δεν προσαρμόστηκε στους κανόνες της εποχής. Ειδικά απ’ όταν έκανε πίσω ο μεγάλος του αδερφός, ο Βαρδής, και ο Θόδωρος το ξεκαθάρισε ότι η ομάδα του είναι ο ΟΦΗ, ο Γιώργος ξεκίνησε τη δική του ρότα, με σκοπό να επιβάλει τους δικούς του. Το έκανε. Σε βαθμό που αντίπαλοι κι εχθροί τον θρόνιασαν στην κορωνίδα της εποχής του «βαρδινογιαννισμού» στο ποδόσφαιρο. Δεν έκανε όμως μόνο αυτά ο Βαρδινογιάννης.
«Το δόγμα του συνοψιζόταν στη φράση: “Οι ομάδες χτίζονται, δεν αγοράζονται”. Ήταν μια αρχή που διαμόρφωσε την πολιτική του στον Παναθηναϊκό»
Η ανέγερση του αθλητικού κέντρου της Παιανίας στις αρχές της δεκαετίας του '80 δεν ήταν απλώς ένα εντυπωσιακό κατασκευαστικό έργο. Με την τεχνική συμβουλή του Σερ Αλφ Ράμσεϊ, του Άγγλου προπονητή που είχε οδηγήσει την εθνική Αγγλίας στην κατάκτηση του Μουντιάλ το 1966, η Παιανία έγινε το σύμβολο μιας ριζικής αλλαγής φιλοσοφίας και παραδείγματος εύστοχου ακόμη και στις μέρες μας. Όταν άλλες ομάδες αναζητούσαν απεγνωσμένα ξερά γήπεδα για να κάνουν ζέσταμα, ο Παναθηναϊκός θεσμοθετούσε την ύπαρξή του ως ευρωπαϊκό κλαμπ οικοδομώντας Ακαδημίες. Ασύλληπτο για την Ελλάδα των 80s.
Το δόγμα του συνοψιζόταν στη φράση: «Οι ομάδες χτίζονται, δεν αγοράζονται». Ήταν μια αρχή που διαμόρφωσε την πολιτική του στον Παναθηναϊκό, αλλά δεν έπειθε πάντοτε την εξέδρα, η οποία ζητούσε μεταγραφές και άμεσες απαντήσεις. Η δίψα για ονόματα τού κόλλησε το παρατσούκλι του σφιχτοχέρη, η πραγματικότητα ωστόσο ήταν πιο σύνθετη.
Ο Βαρδινογιάννης αρνιόταν πεισματικά να πληρώσει υπεραξίες για παίκτες-βιτρίνα και παχυλά συμβόλαια, παρά το γεγονός ότι επί εποχής του παρέλασαν κάποια από τα μεγαλύτερα στην ιστορία. Θα ξεχώριζα τον Βέλιμιρ Ζάετς που μαζί με τον Σαραβάκο άλλαξαν την ιστορία του Παναθηναϊκού, αλλά όπως πάντα στο ποδόσφαιρο, περισσότερη συζήτηση σηκώνουν τα ονόματα που δεν ήρθαν ποτέ. Διαπραγματεύτηκε για μυθικά ονόματα. Έχουν γραφτεί αδιανόητα πράγματα για Πλατινί, Μαραντόνα, Στόιτσκοφ, Σούκερ. Κανείς δεν ξέρει πόσο κοντά έφτασε πραγματικά ο Παναθηναϊκός στην απόκτησή τους. Τον Χάτζι πάντως τον είχε φέρει στην Αθήνα, είχαν φάει στη «Μυρτιά», είχε βρεθεί και ο τρόπος να «ελληνοποιηθεί» μιας και οι δεσμοί με τη Ρουμανία ήταν άρρηκτοι. Οι προσεκτικοί ποδοσφαιρομνήμονες θυμούνται ακόμα τον Καπετάνιο να υψώνει το Κύπελλο Πρωταθλητριών το 1986 στην Ανδαλουσία. Με εκείνο το καταπληκτικό σιέλ κοστούμι, με το τσιγάρο στο στόμα και τον Γένεϊ και τον Ιορντανέσκου αγκαλιά στο χορτάρι του Σάντσεθ Πιθχουάν. Δεν είναι η μοναδική απίστευτη κι όμως αληθινή ιστορία. Για τον Σούκερ θρυλείται πως η προσφορά περιλάμβανε μέχρι και επισκευές κροατικών πλοίων στα ναυπηγεία του Σπλιτ.
Είναι χαρακτηριστικό «Βαρδινογιάννη» τέτοιου είδους ιστορίες και μύθοι. Οι συμφωνίες συχνά ναυαγούσαν στις λεπτομέρειες ή συνθλίβονταν μπροστά σε κρατικές παρεμβάσεις και στα εκατομμύρια κολοσσών όπως η Ρεάλ, Γιουβέντους, η Μπαρτσελόνα.
Όταν όμως πίστευε ότι ένας παίκτης μπορούσε να αλλάξει τη μοίρα της ομάδας, οι κινήσεις του ήταν επιδείξεις απόλυτης ισχύος. Έφερε τον Ζάετς, τον Ρότσα, τον Μπορέλι, τον Βαζέχα. Μόνο ο Χρήστος ήταν ένας άσημος Πολωνός με μουστάκι, κι όμως αποτέλεσε και αποτελεί φάρο της ιστορίας του Παναθηναϊκού.
Ακόμη και οι φήμες της εποχής, που ήθελαν τη μεταγραφή του Χουάν Ραμόν Ρότσα από την Μπόκα Τζούνιορς να περιλαμβάνει, πέραν του αστρονομικού ποσού των 2,5 εκατ. δολαρίων, και μια συμφωνία δωρεάν μεταφοράς αυτοκινήτων Mitsubishi στο Μπουένος Άιρες με τα φορτηγά πλοία της οικογένειας, είναι ενδεικτικές. Είτε πρόκειται για πλήρως τεκμηριωμένη απαίτηση των Αργεντινών είτε για έναν διογκωμένο αστικό μύθο που χτίστηκε γύρω από την εφοπλιστική του αίγλη, η ουσία παραμένει. Ο Βαρδινογιάννης είχε απίθανες διασυνδέσεις, ενίοτε διέθετε αμύθητα ποσά, αλλά τα ξόδευε αυστηρά με τους δικούς του όρους. Και αυτή η εσωτερική του άρνηση να λειτουργήσει με λογική (μόνο) εντυπωσιασμού, απετέλεσε την πρώτη ύλη για το μετέπειτα ρήγμα.
Παναθηναϊκός: οι συγκρούσεις και οι μεγάλες ευρωπαϊκές πορείες
Η δεκαετία του '80 σε όλα τα επίπεδα ήταν σαν μια σκηνή απόλυτης πόλωσης σε κάθε πτυχή της ελληνικής οικονομίας, πολιτικής, της κοινωνίας της ίδιας. Η έλευση του Γιώργου Κοσκωτά στον Ολυμπιακό δημιούργησε ένα εκρηκτικό τοπίο μεταγραφικών πλειστηριασμών, με δισεκατομμύρια να αλλάζουν χέρια και αδιανόητες διακλαδώσεις. Η υπόθεση του Δημήτρη Σαραβάκου και η περιβόητη θυρίδα 202Α στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κρήτης ανέδειξαν με τον πιο εύσχημο τρόπο την ιδιοσυγκρασία και την κοσμοθεωρία του Γιώργου Βαρδινογιάννη. Όταν το αντίπαλο δέος (και σε επιχειρηματικό επίπεδο) προσέφερε μυθικά ποσά και βαλίτσες με μετρητά, ο Καπετάνιος τού είπε «πήγαινε, μόνο τρελός θα αρνιόταν τόσα λεφτά». Και ο ίδιος έδωσε αγώνα να πείσει τ’ αδέρφια του για να γυρίσει πίσω. Διότι η σχέση των Βαρδινογιάννηδων με τον Παναθηναϊκό ακολουθούσε πάντα άγραφους κανόνες της Οικογένειας. Δυσνόητους μεν, ξεκάθαρους δε, διότι η πατριαρχική εξουσία έχει πάντοτε δύο όψεις.
Η ίδια γρανιτένια δύναμη που θωράκιζε την ομάδα απέναντι σε εχθρούς, συχνά έπνιγε τα πάντα όταν συναντούσε εσωτερική αμφισβήτηση. Η περίπτωση του Πάρη Γεωργακόπουλου παραμένει το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της άκαμπτης νοοτροπίας. Ένα από τα πιο ατόφια, προικισμένα ελληνικά ταλέντα της γενιάς του συγκρούστηκε μετωπικά με τον Πρόεδρο για τα περιβόητα στον Παναθηναϊκό ζητήματα συμβολαίου και προσωπικής ελευθερίας.
Ο Βαρδινογιάννης αρνήθηκε κάθε συμβιβασμό. Το γινάτι και η εξουσία που ασκούσε αποδείχθηκαν ισχυρότερα κι από την πρόδηλη ανάγκη της ομάδας. Και ο Γεωργακόπουλος εγκατέλειψε οριστικά το επαγγελματικό ποδόσφαιρο στα 27 του χρόνια. Εκεί ακριβώς βρισκόταν η βαθύτερη αντίφαση του Καπετάνιου: ήταν ένας σύγχρονος, δυτικοστρεφής τεχνοκράτης επιχειρηματίας, μέλος μιας από τις ισχυρότερες οικογένειες της χώρας, αλλά ταυτόχρονα δρούσε και διοικούσε αποδυτήρια και τις ζωές των παικτών του με τη λογική της αναντίρρητης υποταγής. Επισκοπή Ρεθύμνης έγραφε η ταυτότητα. Το αίμα, οι κώδικες, τ’ ανεξήγητα για τους ανυποψίαστους εξωτερικούς παρατηρητές.
Παρ' όλα αυτά, παρά αυτό το παντελώς sui generis μοντέλο, το όραμά του βρήκε το πιο στέρεο έδαφος στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Αν στα στενά σύνορα του ελληνικού πρωταθλήματος ο Παναθηναϊκός έχανε κάποιες φορές τον βηματισμό του, στην Ευρώπη ταυτίστηκε απόλυτα με τον τίτλο του Πρέσβη, τιμώντας την ασύλληπτη επιτυχία του ’71.
Η μαγική πορεία μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1984-85 απέναντι στη Λίβερπουλ και, κυρίως, το έπος της συμμετοχής στους «4» του Champions League τη σεζόν 1995-96, συνέθεσαν το απόγειο της εποχής του. Δεν συζητάμε καν για πορείες σε προημιτελικά, μεγάλες βραδιές και επιτυχίες μακριά από τα καθιερωμένα.
Εκείνο το κρύο βράδυ στο Άμστερνταμ, με το περίφημο γκολ του Βαζέχα μετά την κούρσα του «τραίνου» που πάγωσε ολόκληρο Φαν Χάαλ, ο Παναθηναϊκός του Ρότσα ήταν η ζωντανή, πρακτική εφαρμογή του δόγματος Βαρδινογιάννη. Χτισμένος με γηγενείς παίκτες γαλουχημένους στην Παιανία και πλαισιωμένος από ποιοτικούς ξένους που αγάπησαν τη φανέλα και νεαρούς που ματώνουν σφύζοντας από φιλοδοξία. Ναι, εκείνος ο Παναθηναϊκός δίδασκε ποδοσφαιρικό πολιτισμό.
Η αποχώρηση του Γιώργου Βαρδινογιάννη και η παρακαταθήκη του
Η ειρωνεία της ίδιας της ιστορίας είναι ότι η ίδια χρονιά έμελλε να σημάνει την αρχή της πτώσης. Από το ζενίθ στο ναδίρ. Σε μια στιγμή, μετά από μια απόφαση «να κάνει πέρα» για λόγους που μπορούμε να εικάσουμε, αλλά δεν θα διαπιστωθούν ποτέ. Το 1996 σημαδεύτηκε από απώλειες που τον επηρέασαν σε βαθύ, υπαρξιακό επίπεδο. Τον Ιούνιο πληροφορήθηκε τον θάνατο του Ανδρέα, ένα γεγονός που σύμφωνα με μαρτυρίες όσων βρέθηκαν δίπλα του στο ρεστοράν Balthazar εκείνη τη νύχτα, τον έκανε να βουρκώσει μονολογώντας: «Χάσαμε τον Ανδρέα».
Το πιο συντριπτικό όμως χτύπημα ήρθε το Σεπτέμβριο, με τον αιφνίδιο θάνατο του αγαπημένου του αδελφού, του Θόδωρου, σε ηλικία μόλις 54 ετών. Εκείνη η απώλεια του αφαίρεσε την αίσθηση του άτρωτου και υπενθύμισε στην οικογένεια, με τον πιο σκληρό τρόπο, το εφήμερο της παντοδυναμίας και την αέναη ανάγκη της διαδοχής.
Παράλληλα το ελληνικό ποδόσφαιρο άλλαζε βίαια και τελεσίδικα. Η είσοδος του Σωκράτη Κόκκαλη στον Ολυμπιακό και η σταδιακή επικράτησή του σε όλο το άνδρο που άλλοτε ήταν «του Βαρδινογιάννη», δημιούργησαν ένα περιβάλλον με το οποίο ο Καπετάνιος αρνήθηκε, δεν ήθελε ή επέλεξε να μην αναμετρηθεί. Η νύχτα που «γύρισε το φύλλο» όπως είπε ο Θωμάς, ήταν ένα υγρό βράδυ 8 Δεκεμβρίου του ’96 στο παλιό Καραϊσκάκη. Ο Στρατής Παπουτσέλης ήταν ο άνθρωπος που έμεινε στην ιστορία για τον καταλογισμό του πέναλτι «της ψυχής του Ίλια Ίβιτς που ήταν μέσα στην περιοχή». Ο Βαρδινογιάννης όπως υποστήριζε τότε όλη η πιάτσα, «πήγε πάσο».
Η αποστασιοποίησή του οδήγησε αναπόφευκτα σε ανοιχτό πόλεμο με τον κόσμο του Παναθηναϊκού και ειδικά με τους οργανωμένους οπαδούς, με τους οποίους πάντοτε η σχέση υπήρξε ολέθρια. Παλαιόθεν είχε συγκεκριμένη οπτική ο Βαρδινογιάννης επί του θέματος. Η καλομαθημένη (και από τον ίδιο) εξέδρα απαιτούσε δράση και μεγάλες μεταγραφές. Εκείνος απάντησε με αυστηρότερα μέτρα και τελεσίγραφα προς τους συνδέσμους.
Μετά τα επεισόδια του Δεκεμβρίου του 1997 στο ΟΑΚΑ (όπου ο Παναθηναϊκός έμεινε με οκτώ παίκτες στο ντέρμπι), ο Καπετάνιος απαίτησε ομάδες περιφρούρησης, απειλώντας τους παραβάτες με διάλυση. Η ιδέα του τέλους εποχής είχε αρχίσει να δονεί τις συνειδήσεις. Η σχέση είχε διαρραγεί οριστικά, εκείνο που απέμενε ήταν το τελευταίο σκίρτημα, το τέλος όπως το είχε σχεδιάσει ο ίδιος.
Σε εκείνη την περίοδο απόλυτης αμφισβήτησης και του διχασμού, το ποδοσφαιρικό του ένστικτο παρέμεινε οξυδερκές και εύστοχο. Στην τελευταία του ουσιαστικά σεζόν (1999-2000), προετοιμάζοντας το έδαφος για τη διαδοχή του, έθεσε τα θεμέλια για την επόμενη, σπουδαία γενιά και μια από τις θεαματικότερες και καλύτερες ομάδες στην ιστορία του Παναθηναϊκού.
Η πρόσληψη του Γιάννη Κυράστα λοιδορήθηκε από τον Τύπο της εποχής ως «λευκή πετσέτα», όμως η έλευση του άγνωστου 30χρονου Ρενέ Χένρικσεν για τον οποίο ο ίδιος εγγυήθηκε πως θα άφηνε εποχή και η προώθηση του Αντώνη Νικοπολίδη διέψευσαν τους πάντες. Κανείς δεν πίστευε τότε στον Παναθηναϊκό. Κανείς δεν έδινε έστω ψήγματα πιθανότητας επιτυχίας.
Κι όμως. Εκείνη η μαγιά των «γκουμομπασινάδων» θα μεγαλουργούσε τη διετία 2000-2002 στα γήπεδα του Champions League, απέναντι σε Γιουβέντους, Άρσεναλ και Μπαρτσελόνα, αποδεικνύοντας πως ο Βαρδινογιάννης προτού παραδώσει τα κλειδιά, φρόντισε να αφήσει πίσω του μια καλοκουρδισμένη μηχανή ποδοσφαίρου, ακριβώς όπως την οραματιζόταν καθόλη τη διάρκεια της θητείας του στον προεδρικό θώκο.
Στις 29 Μαΐου 2000, ο Καπετάνιος ανακοίνωσε την παραίτησή του, παραδίδοντας τη σκυτάλη στον ανιψιό του, και γιο του Βαρδή, Γιάννη Βαρδινογιάννη. «Φεύγω γιατί δεν συμβιβάστηκα», δήλωσε σε μια σύντομη, συναισθηματικά φορτισμένη συνέντευξη Τύπου. Ο ίδιος παρουσίασε την έξοδό του ως μια περήφανη άρνηση συμβιβασμού με τις διαμορφωθείσες συνθήκες προσκηνίου και παρασκηνίου. Για τους πιστούς υποστηρικτές του, ήταν μια καθαρή στάση αρχών. Για τους επικριτές του, το αφήγημα δεν μπορούσε να παραγράψει τις δικές του ευθύνες για τη διοικητική κόπωση και την οριστική αποξένωση με την κερκίδα.
Απαλλαγμένος από την τοξικότητα της καθημερινής τριβής, ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ανέδειξε στα χρόνια που ακολούθησαν μια πιο χαλαρή, συχνά απρόβλεπτη πλευρά. Συνέχισε να δίνει το παρών στη Λεωφόρο, βιώνοντας σιωπηλά και ο ίδιος την αγωνιστική παρακμή των επομένων ετών. Ήταν εκεί. Το τσιγάρο είχε αντικατασταθεί από ηλεκτρονικό, το μουστάκι είχε γίνει μούσι, τα χρόνια είχαν σκάψει περισσότερο το πρόσωπο. Το βλέμμα ήταν όμως το ίδιο. Δεν ξέρω αν σε πάγωνε, πάντως σίγουρα σε έκανε να στρέφεις αλλού το δικό σου.
Όταν ήρθε η ώρα να διαπραγματευτεί με την ΠΑΕ τη χρήση της Παιανίας, επέμεινε στους δικούς του όρους. «Εγώ δεν κάνω δωρεά. Το τσάμπα τελείωσε», ήταν η χαρακτηριστική του δήλωση το 2013. Ως προσωπική αίσθηση καταθέτω ότι θα ήθελα εν τέλει να το έχει αφήσει στον Παναθηναϊκό. Ως παρακαταθήκη, ως κάτι «δικό του» για τις ιστορικές αναφορές και επιστέγασμα της εποχής του. Η Παιανία κατέληξε στην Ομοσπονδία, με το αντίτιμο που ήθελε ο ίδιος.
Αυτός ο ίδιος, αυστηρός άνθρωπος ήταν που, όπως καταγράφηκε στα ρεπορτάζ της εποχής, τα χαράματα της Πρωτοχρονιάς του 2006 στην «Εμπατή» στην Κηφισιά, πήρε το μικρόφωνο και τραγούδησε φάλτσα, μέσα στο τσακίρ κέφι, τον ύμνο του Ολυμπιακού. Ήταν μια μνημειώδης, ανατρεπτική πλάκα ενός άνδρα που ένιωθε τόσο ασφαλής για την ταυτότητά του, που αδιαφορούσε πλήρως για κραυγές και σχόλια. Έτσι ήταν και στην προσωπική του ζωή, εκεί κι αν χρειάζεται ξεχωριστή διήγηση που είμαι σίγουρος ότι θα θυμηθούν αρκετοί κοσμικογράφοι, αρμοδιότεροι εμού για να την εξιστορήσουν.
Για εμένα ο θάνατός του κλείνει οριστικά έναν ιστορικό κύκλο. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης δεν χρειάζεται να παρουσιαστεί ως αλάνθαστος για να διατηρήσει το μνημειώδες του βάρος. Είναι ακριβώς οι αντιφάσεις του που τον καθιστούν μια συναρπαστική, σχεδόν λογοτεχνική φιγούρα. Ένας άνδρας με παλαιάς κοπής αξίες, ένας παλαιομοδίτης εκσυγχρονιστής που συγκρούστηκε με τον κόσμο του, ένας οραματιστής από την Επισκοπή που κάποιες φορές εγκλωβίστηκε στο ίδιο του το πείσμα.
Από την ανοιχτή θάλασσα είχε μάθει καλά πως όταν κάποιος αναλαμβάνει το τιμόνι, φέρει ακέραιη την ευθύνη τόσο για τον ούριο άνεμο όσο και για την πιο σκοτεινή καταιγίδα. Το μακρύ του ταξίδι ολοκληρώθηκε και το σκαρί, έχοντας αντέξει δεκάδες φουρτούνες, έδεσε οριστικά στο λιμάνι της αιωνιότητας.