Αθλητισμος

Κι αν δεν είσαι ο Τεντόγλου ή ο Μανόλο;

Παρά τις δυσκολίες, οι Έλληνες αθλητές συνεχίζουν να ονειρεύονται και να διακρίνονται

Γιάννης Μεϊμάρογλου
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Από το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα στίβου στην επόμενη μέρα: οι επιτυχίες, οι θυσίες και η διαχρονική αδιαφορία της Πολιτείας

Το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα στίβου στο Μπέρμιγχαμ εξελίσσεται σε ένα σημαντικό αθλητικό γεγονός για τον ελληνικό αθλητισμό. Η συμμετοχή στην ελληνική ομάδα, για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού, 60 αθλητών και αθλητριών και η συμμετοχή πολλών εξ αυτών στους προκριματικούς αλλά και στους τελικούς των αγωνισμάτων δημιουργεί ένα ευχάριστο αλλά και αισιόδοξο προηγούμενο για περισσότερες και πιο σημαντικές διακρίσεις στο μέλλον. Δεν είναι καθόλου αυτονόητο ούτε και εύκολο να στέκεσαι ισάξια ανάμεσα στους κορυφαίους σε επιδόσεις αθλητές της Ευρώπης, αρκετές φορές και του κόσμου.

Εκτός από τις καλές επιδόσεις και τις βελτιώσεις των προσωπικών ρεκόρ αξίζει να σημειώσει κανείς και τη σεμνότητα που διακρίνει τις δηλώσεις των περισσοτέρων μετά το τέλος της συμμετοχής τους στους αγώνες είτε παίρνουν μέρος στον τελικό είτε αποκλείονται στο προκριματικό στάδιο. Αγόρια και κορίτσια, αρκετές φορές πικραμένα για έναν αποκλεισμό εξ αιτίας κάποιων εκατοστών ή κάποιων δευτερολέπτων, δεν παραλείπουν να εκφράσουν τις ευχαριστίες στους προπονητές τους αλλά και την αισιοδοξία τους για τη συνέχεια. Οι βετεράνοι όπως η Αντιγόνη Ντρισμπιώτη (42 χρονών) ή ο Δημήτρης Τσιάμης (44 χρονών) έδωσαν με την επίμονη προσπάθειά τους το καλύτερο παράδειγμα στους νεότερους.

Ο στίβος θεωρείται ως ο «βασιλιάς του αθλητισμού», ανάμεσα στα άλλα γιατί είναι ένα δύσκολο και επίπονο μοναχικό αγώνισμα που απαιτεί καθολική αφοσίωση και σκληρή προσπάθεια. Κι ακόμα γιατί, όπως αποδεικνύεται σε κάθε εγχώρια ή διεθνή διοργάνωση, δεν υπάρχουν αξεπέραστα όρια σε αυτή την προσπάθεια. Το βασικό τρίπτυχο «πιο ψηλά, πιο μακριά, πιο γρήγορα» συνοδεύει τα όνειρα των αθλητών και των αθλητριών για νέες «άπιαστες» ατομικές επιδόσεις. Πίσω από κάθε νέο ρεκόρ κρύβονται ατέλειωτες ώρες προπόνησης, πολύπλευρης προετοιμασίας αλλά και προσωπικών θυσιών.

Δυστυχώς, και ο αθλητισμός δεν μένει ανεπηρέαστος από τις διαχρονικές παθογένειες στη Πολιτείας και της κοινωνίας. Η «κοιτίδα των Ολυμπιακών αγώνων» καταντάει συχνά φτωχός συγγενής των ιδανικών του Ολυμπισμού που γεννήθηκαν σε αυτό τον τόπο. Η επιτυχημένη συνολικά - με την εξαίρεση ορισμένων κακοφωνιών - οργάνωση της Ολυμπιάδας του 2004 δεν είχε καμιά συνέχεια από τη στιγμή που έσβησαν τα φώτα της παγκόσμιας δημοσιότητας. Την ώρα που η Βαρκελώνη και άλλες πόλεις άλλαξαν πρόσωπο μετά από μια Ολυμπιάδα, στην Αθήνα τα περισσότερα γήπεδα ερήμωσαν και χορτάριασαν. Κάποιες καθυστερημένες ανακαινίσεις έγιναν κυρίως για άλλους σκοπούς.

Η συμπεριφορά της Πολιτείας απέναντι στους αθλητές και τις αθλήτριες, ακόμα και στις περιπτώσεις που κέρδισαν μεγάλες διακρίσεις προβάλλοντας διεθνώς τον ελληνικό αθλητισμό, είναι επιεικώς απαράδεκτη. Την ώρα που οι πρωταθλητές επιστρέφουν με τα μετάλλια στο στήθος η χώρα «ρίχνει τα τείχη» για να τους υποδεχθεί. Τα μηνύματα των πολιτικών αρχηγών και των πολιτειακών αξιωματούχων πέφτουν βροχή ενώ οι ανθοδέσμες των παραγόντων που περιμένουν να φωτογραφηθούν με τους θριαμβευτές πλημμυρίζουν το αεροδρόμιο. Ύστερα, η τύχη των περισσοτέρων αγνοείται εκτός αν συνεχίσουν να φέρνουν διακρίσεις.

Η Κατερίνα Στεφανίδη που έχει κερδίσει 12 συνολικά μετάλλια εκ των οποίων δύο χρυσά Ολυμπιακά, αγωνίστηκε στο Μπέρμιγχαμ, όπως είπε μετά τον τελικό, με κοντάρια που της δάνεισαν οι αθλήτριες από τη Γαλλία και την Αγγλία. «Θέλω να το πω, όχι ότι θα με ακούσουν» είπε χαρακτηριστικά οι Ελληνίδα πρωταθλήτρια που συνεχίζει να προσπαθεί για διακρίσεις μετά από δυόμιση δεκαετίες σκληρών προπονήσεων. Τα λόγια της δεν μάσησε ούτε και η Αντιγόνη Ντρισμπιώτη μετά τον τερματισμό της στην τέταρτη θέση του Μαραθωνίου. «Είμαι ακόμη εδώ για όσους θέλουν να με διώξουν» είπε η ελληνίδα πρωταθλήτρια με τα δύο χρυσά μετάλλια αποκαλύπτοντας ότι δεν υπήρξε χώρος στην αποστολή για τον προπονητή της.

Αντίθετα, ο Μίλτος Τεντόγλου, ο αθλητής-παγκόσμιο φαινόμενο του μήκους που κερδίζει τους μεγάλους αγώνες τον ένα μετά τον άλλο χάρη στη «βίδα» του για τον αθλητισμό και τον εξαιρετικό προπονητή του, γνώρισε, για μια ακόμα φορά, απολύτως δίκαια, την αποθέωση. Και θα την γνωρίζει όσο θα συνεχίσει να εκπλήσσει τον αθλητικό πλανήτη. Το ίδιο αναμένεται να γίνει και με τον Μανόλο, το γελαστό παιδί του επί κοντώ. Αφού, όπως έχει αποκαλύψει, βίωσε προσωπικά τον πιο βίαιο ρατσισμό στα παιδικά του χρόνια - «που αφήνει σημάδια στην ψυχή» - ενώ πάλεψε να νικήσει και «την κατάθλιψη και τα τραύματα του παρελθόντος». Η κοινωνία δεν συγχωρεί τη διαφορετικότητα εκτός αν φέρνει μετάλλια.

Τώρα που τα φώτα στο Μπέρμιγχαμ σβήνουν, δίνεται στην Πολιτεία μια ακόμα ευκαιρία να σκύψει με πραγματικό ενδιαφέρον στους πρωταθλητές μας και όχι μόνο σε αυτούς. Να φροντίσει να δώσει στα νέα παιδιά που έχουν το μεράκι του αθλητισμού την ευκαιρία να γυμναστούν σε σύγχρονες εγκαταστάσεις, τη δυνατότητα να γίνουν οι αυριανοί πρωταθλητές της χώρας. Και όσοι/ες δεν τα καταφέρουν θα έχουν την ικανοποίηση ότι έκαναν μια επιλογή ζωής που άξιζε τον κόπο. Ο αθλητισμός, ατομικός και ομαδικός, είναι υγεία για τον άνθρωπο και την κοινωνία. Ας μην τον κλείσουμε στην κορνίζα - και την σκοπιμότητα - μιας παλιάς φωτογραφίας.