- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Αγγλία - Αργεντινή: Ο Πόλεμος των Φώκλαντ και η ρεβάνς του 1986
Από την απόβαση του 1982 και τη νίκη της Θάτσερ μέχρι το «Χέρι του Θεού» και το γκολ του Ντιέγκο Μαραντόνα
Αγγλία - Αργεντινή: Ο δεύτερος ημιτελικός του Μουντιάλ ξύνει την ιστορική μνήμη δύο αυθεντικά περήφανων κρατών, φέρνοντας ξανά στην επιφάνεια όσα τους χωρίζουν εδώ και σχεδόν πέντε δεκαετίες
Τα κλισέ για τις κινηματογραφικές στιγμές που μπορεί να χαρίσει στους φιλάθλους ανά τον κόσμο το ποδόσφαιρο δεν έχουν τέλος. Ωστόσο, αν υπάρχει ένα ζευγάρωμα ομάδων στο εθνικό επίπεδο, για το οποίο η φράση πως πρόκειται για «κάτι περισσότερο από ένα παιχνίδι» ταιριάζει απόλυτα, τότε αυτό είναι το Αγγλία-Αργεντινή, σε όποια φάση ενός Μουντιάλ και αν βρει η μια την άλλη· πόσο μάλλον δε όταν πρόκειται για έναν ημιτελικό, με τους Άγγλους να δείχνουν πως μπορούν όντως φέτος να επιστρέψουν το ποδόσφαιρο σπίτι και τους Αργεντίνους να έχουν κάθε δικαίωμα να ονειρεύονται μια back to back κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, στην τελευταία διεθνή παρουσία του μεγαλύτερου ποδοσφαιριστή της ιστορίας – και αρχηγού τους – Λιονέλ Μέσι.
Σε γενικές γραμμές, λίγα είναι τα ματσαρίσματα σε επίπεδο εθνικών – πόσο μάλλον δε σε Μουντιάλ – τα οποία χαρακτηρίζονται από την ατόφια και αυθεντική εχθρότητα όπως εκείνα μεταξύ της Αγγλίας και της Αργεντινής, ενώ ακόμα λιγότερα αφορούν χώρες, αλλά και ποδοσφαιρικές δυνάμεις, αυτού του μεγέθους. Την Τετάρτη το απόγευμα στην Ατλάντα, ωστόσο, οι δύο εθνικές δε θα αγωνίζονται μόνο για μια θέση στον τελικό της Κυριακής στο Νιού Τζέρσι· για τα εκατομμύρια των οπαδών τους, ακόμα και αν οι ίδιοι δεν το πιστεύουν στο ελάχιστο, οι συμπαίκτες του Μέσι από τη μία, και του Χάρι Κέιν από την άλλη, θα αγωνιστούν συμβολικά οι μεν για την ιστορική δικαίωση των αργεντινών διεκδικήσεων στις νήσους Φώκλαντ – ή τις νήσους Μαλβίνας, όπως τις αποκαλούν – και οι δε για τη δικαίωση του αποκλεισμού τους στον προημιτελικό του μουντιάλ του 1986, όπου το «χέρι του Θεού» πιθανότατα τούς στέρησε τον δεύτερο τίτλο τους.
Αγγλία – Αργεντινή: Από τα Φώκλαντ στο «Χέρι του Θεού»
Σε ποιον ανήκουν τα Φώκλαντ;
Τα Φώκλαντ αποτελούν ένα σύμπλεγμα νησιών ανατολικά του νοτιότερου άκρου της Αργεντινής, των οποίων το καθεστώς είναι βγαλμένο από τους εφιάλτες των Ηνωμένων Εθνών. Η ιστορία του αποικισμού των Φώκλαντ – όπως αποκαλούνται από τη συντριπτική πλειοψηφία της διεθνούς κοινότητας, τη στιγμή που στο αργεντινό Σύνταγμα ονομάζονται Islas Malvinas και χαρακτηρίζονται ως περιοχή της χώρας υπό κατοχή – είναι εξαιρετικά δαιδαλώδης. Αρκεί κανείς να σκεφτεί πως τις ακατοίκητες έως το 1764 νήσους εποίκισαν πρώτοι οι Γάλλοι – και όχι οι Ισπανοί ή οι Πορτογάλοι, οι οποίοι είχαν από καιρό θέσει τη Λατινική Αμερική υπό τον έλεγχό τους – με τους Βρετανούς να αποβιβάζονται σε άλλο τμήμα των νήσων το 1765, αγνοώντας πλήρως την παράλληλη παρουσία των ιστορικών τους εχθρών. Το πραγματικό μπλέξιμο ξεκινάει το 1767, όταν οι Γάλλοι πουλάνε τη γη τους στους Ισπανούς, τα δικαιώματα των οποίων μεταβιβάζονται στο νεοσύστατο κράτος της Αργεντινής το 1811, μετά και την ανεξαρτητοποίησή του· ωστόσο, παρότι οι Βρετανοί αποφάσισαν να αποχωρήσουν από τις νήσους το 1774, εντούτοις άφησαν πίσω τους μια μεταλλική επιγραφή η οποία επιβεβαίωνε τον εποικισμό τους, αλλά και την ανακήρυξη του συνόλου του νησιωτικού συμπλέγματος των Φώκλαντ ως βρετανικό έδαφος, και αναπόσπαστο τμήμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Λαμβάνοντας υπόψιν τις βρετανικές διεκδικήσεις, οι Αργεντινοί εγκαθίδρυσαν το πρώτο τους οχυρό στο Πορτ Λουίς το 1826, με τους Βρετανούς ωστόσο να αποβιβάζονται εκ νέου στην περιοχή το 1833, εκδιώκοντας τους Αργεντινούς στρατιώτες, υψώνοντας εκ νέου τη βρετανική σημαία στις νήσους, προχωρώντας σταδιακά σε μεταφορά πληθυσμού από τη Μεγάλη Βρετανία, σε μια κίνηση που τούς απέφερε τα βέλτιστα δυνατά αποτελέσματα.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το σημείο μηδέν της διπλωματικής – αλλά και μετέπειτα στρατιωτικής – σύγκρουσης μεταξύ του Λονδίνου και του Μπουένος Άιρες. Από τη βρετανική πλευρά, τα Φώκλαντ αποτελούσαν ανέκαθεν βρετανικό έδαφος, καθώς από τη στιγμή που αποβιβάστηκαν για πρώτη φορά Βρετανοί στρατιώτες στις νήσους, οι διεκδικήσεις της Αυτοκρατορίας δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ στην πράξη. Παράλληλα, η βρετανική άποψη υποστηρίζει πως ακριβώς λόγω της παράλληλης παρουσίας των Βρετανών και των Ισπανών στην περιοχή, οι Αργεντίνοι δεν είχαν εξαρχής το νομικό δικαίωμα να θέσουν τις νήσους υπό τον έλεγχό τους, καθώς οι Ισπανοί δεν μπορούσαν να τους κληροδοτήσουν έδαφος το οποίο ποτέ δεν τους ανήκε, τουλάχιστον εξ ολοκλήρου. Από την πλευρά τους, οι Αργεντίνοι υποστηρίζουν μέχρι και σήμερα πως οι Μαλβίνας τους ανήκουν, προβάλλοντας το δίκαιο των διεκδικήσεών τους όπως αυτό προκύπτει στο πλαίσιο της αποαποικιοποίησης, κατηγορώντας τους Βρετανούς πως η εισβολή τους το 1833 ήταν παράνομη, ιδιαίτερα από τη στιγμή που το κράτος της Αργεντινής είχε ήδη θέσει την περιοχή υπό τον διοικητικό του έλεγχο αποστέλλοντας έναν μικρό – αλλά πραγματικό – αριθμό στρατιωτών και πολιτών στις νήσους, σε έναν πολιτικό χρόνο όπου οι Βρετανοί απουσίαζαν πλήρως.
Στον σύγχρονο πυρήνα της, η διαφωνία των δύο κρατών αφορά τον ορισμό της αυτοδιάθεσης. Καθώς η Βρετανική Αυτοκρατορία, και μετέπειτα το Ηνωμένο Βασίλειο, εποίκησαν συστηματικά τις νήσους από το 1833 μέχρι και σήμερα – με τον αριθμό των μόνιμων κατοίκων να ξεπερνά τους 3.500 πολίτες – το Λονδίνο υποστηρίζει πως το ζήτημα έχει λυθεί από την καθολική θέληση των κατοίκων των νήσων αυτά να παραμείνουν ως υπεράκτια βρετανική περιοχή. Πράγματι, στο σχετικό δημοψήφισμα του 2013, το 99.8% των συμμετεχόντων τάχθηκε υπέρ της διατήρησης του συγκεκριμένου καθεστώτος για τα Φώκλαντ, αποδεικνύοντας τη βαρύτητα του βρετανικού επιχειρήματος στην πράξη, και εδραιώνοντας περαιτέρω τη θέση περί της αυτοδιάθεσης των κατοίκων, όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από μια δημοκρατική διαδικασία που είχε ως αντικείμενο ακριβώς αυτό το ερώτημα. Ωστόσο, το Μπουένος Άιρες αρνείται να αναγνωρίσει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, όπως εξάλλου απορρίπτει το βρετανικό συλλογιστικό, τονίζοντας πως κάθε συζήτηση περί αυτοδιάθεσης είναι εκ προοιμίου άκαιρη, καθώς αυτή δε μπορεί να εφαρμοστεί, ακριβώς επειδή οι Βρετανοί εκδίωξαν δια της βίας την αργεντινή φρουρά το 1833· δύσκολα τα πράγματα, εκατέρωθεν.
Ο βρετανικός θρίαμβος του 1982 και η εκδίκηση του Μαραντόνα το 1986
Παρότι η ρήξη μεταξύ των δύο χωρών αναφορικά με το καθεστώς των Φώκλαντ τοποθετείται χρονικά στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Αργεντινή συγκρούστηκαν για πρώτη – και πιθανότατα τελευταία – φορά στο πεδίο στον πόλεμο του 1982, όπου οι Βρετανοί κατέγραψαν τον μεγαλύτερο θρίαμβο της σύγχρονης, και εξαιρετικά ταραχώδους, ιστορίας τους. Συνοπτικά, η αργεντινή χούντα υπό τον στρατηγό Λεοπόλντο Γκαλτιέρι – η οποία διαδέχθηκε εκείνη του Χόρχε Βιδέλα, ο οποίος είχε απομακρύνει βιαίως την κυβέρνηση της Ιζαμπέλ Περόν το 1976 – αποφάσισε να εισβάλει στα Φώκλαντ, ώστε να θέσει τις νήσους υπό τον έλεγχο του Μπουένος Άιρες, διορθώνοντας μια ιστορική κατά τους Αργεντίνους αδικία· σημειώνεται πως η χούντα του Γκαλτιέρι αντιμετώπιζε μια σειρά δυσθεώρητων οικονομικών προβλημάτων και μια φαινομενικά εύκολη προσάρτηση των σχετικά ανοχύρωτων νήσων θα εξυπηρετούσε απολύτως το αφήγημα της στρατιωτικής κυβέρνησης, αποπροσανατολίζοντας την κοινή γνώμη. Κρίσιμα, του Γκαλτιέρι φάνηκε να του «βγαίνει» αρχικά· στις 2 Απριλίου του 1982, περισσότερα από 600 πάνοπλα στελέχη των αργεντινών ενόπλων δυνάμεων αποβιβάστηκαν στα Φώκλαντ, με τους περίπου εβδομήντα Βρετανούς στρατιώτες που βρίσκονταν στις νήσους να παραδίδονται μέσα σε λίγες ώρες, σε μια ονειρική εξέλιξη για το Μπουένος Άιρες, το οποίο φάνηκε πως κατάφερε να ρεζιλέψει σε ένα απόγευμα μια πρώην Αυτοκρατορία.
Ωστόσο, το ξαφνικό της αργεντινής απόβασης, οι προκλητικές τοποθετήσεις του Μπουένος Άιρες, αλλά και η αμεσότητα της εικόνας από τα Φώκλαντ – που πλέον το Μπουένος Άιρες κατονόμαζε Μαλβίνας – προκάλεσε την άμεση αντίδραση της βρετανικής κυβέρνησης, με την τότε Πρωθυπουργό, Μάργκαρετ Θάτσερ, να αποφασίζει την πλήρη κινητοποίηση του βρετανικού στόλου, θέτοντας ως μοναδικό στόχο την ανακατάληψη των νήσων, τον οποίο και πέτυχε μόλις λίγους μήνες αργότερα. Αψηφώντας τις παροτρύνσεις των Αμερικανών – οι οποίοι, ακόμα και τότε, φοβούνταν μήπως η από καιρό παραπαίουσα ΕΣΣΔ θα μπορούσε κάπως να εκμεταλλευτεί το χάος στον νότιο Ατλαντικό – και χαίροντας της αμέριστης ιδεολογικής και επιχειρησιακής υποστήριξης τόσο της Νέας Ζηλανδίας και της Αυστραλίας, όσο όμως και της Γαλλίας και της Πορτογαλίας, η βρετανική κυβέρνηση απέστειλε στην περιοχή την ελίτ τόσο της ναυτικής, όσο και της αεροπορικής της ισχύος, συνθλίβοντας τις αργεντινές ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες βρέθηκαν να συμμετέχουν σε έναν πόλεμο που δεν περίμεναν ποτέ να ξεσπάσει. Προφανώς, ο Γκαλντιέρι δεν περίμενε τη συγκεκριμένη βρετανική αντίδραση, υποπίπτοντας ωστόσο σε μια κολοσσιαία εσφαλμένη εκτίμηση· αντί να ρεζιλέψει το Ηνωμένο Βασίλειο, το Μπουένος Άιρες έδωσε στο Λονδίνο μια ιστορική ευκαιρία να πετύχει δύο υπαρξιακής σημασίας στόχους: αρχικά, να τελειώσει κάθε συζήτηση αναφορικά με το καθεστώς των νήσων, ενώ δευτερευόντως – και μακράν κρισιμότερα – να αποδείξει πρωτίστως στον εαυτό του πως η Βρετανία εξακολουθεί να αποτελεί μια εκ των ισχυρότερων δυνάμεων εντός του διεθνούς συστήματος.
Το συγκλονιστικό, ωστόσο, στοιχείο του πολέμου είναι πως η ιστορική του μνήμη ξεπερνά τον καιροσκοπισμό της αργεντινής χούντας. Παρότι ο Γκαλτιέρι χαιρέτησε τον Ιούνιο του 1982, λίγες μόλις μέρες μετά και την παράδοση του Πορτ Στάνλεϊ στους Βρετανούς, η δημοκρατική συνέχεια του αργεντινού κράτους εξακολουθεί να εκφράζει ακριβώς τις ίδιες διεκδικήσεις σε ό,τι αφορά τις Μαλβίνας, ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης των εκάστοτε κυβερνήσεων, οι οποίες αποτελούν προϊόντα ενός κατά τ’ άλλα εξαιρετικά πολωμένου πολιτικού συστήματος. Η μαζική πικρία – αν όχι το μίσος, τουλάχιστον ορισμένων – για την κατάληξη του πολέμου του 1982 εκφράστηκε με πραγματικά κινηματογραφικό τρόπο στον ημιτελικού του μουντιάλ του 1986 στο Μέξικο Σίτι, όταν σε ένα εξαιρετικά τεταμένο κλίμα, ο Ντιέγκο Μαρανόνα σκόραρε το πρώτο γκολ της Αργεντινής με το χέρι· σε μια φάση που ακόμα ξεγελάει, και η οποία αποδεικνύει τη δεινότητα του ανδρός, ο «Θεός της μπάλας» φαίνεται πως κερδίζει τον Άγγλο τερματοφύλακα, Πίτερ Σίλτον στον αέρα σκοράροντας μια αδιανόητη κεφαλιά, η οποία ωστόσο μοιάζει περισσότερο με καρφί στο βόλεϊ· στην εποχή του VAR, το γκολ δε θα μετρούσε ποτέ, αλλά το 1986, η μπάλα παιζόταν αλλιώς. Ο φουκαράς ο Σίλτον αμέσως διαμαρτυρήθηκε στον διαιτητή, Αλί Νάσσερ, αλλά το γκολ μέτρησε κανονικά, με τους Αργεντίνους να επικρατούν τελικά με 2-1, και να προκρίνονται στον τελικό όπου ο Μαραντόνα σήκωσε το δεύτερο παγκόσμιο κύπελλο της χώρας· και με τα δύο χέρια, αυτή τη φορά.
Από την πλευρά του, ο ίδιος ο Ντιέγκο αποδέχθηκε μεταγενέστερα το παράνομο της φάσης του γκολ, προσθέτοντας ωστόσο πως το συγκεκριμένο γκολ – και ο επακόλουθος αποκλεισμός της Αγγλίας – αποτελεί μια συμβολική εκδίκηση των Αργεντίνων για τον πόλεμο των Φώκλαντ του 1982. Με αυτή τη φράση, ο κατά τ’ άλλα στενός φίλος του Φιντέλ Κάστρο, ο ίδιος τύπος που είχε χτυπήσει και τατουάζ τον Τσε Γκεβάρα στο δεξί του χέρι – όχι εκείνο του Θεού, το άλλο – ο οποίος τίποτα κοινό δεν είχε ιδεολογικά με τη χούντα του Γκαλντιέρι, εξέφρασε την πάγια θέση της συντριπτικής πλειοψηφίας των Αργεντίνων όπως αυτή εκφράζεται από το 1833 μέχρι και σήμερα, ανεξαρτήτως εποχής, ιδεολογίας, ταξικής τοποθέτησης, βιωμάτων, και ηλικίας: τα νησιά λέγονται Μαλβίνας, και ανήκουν στην Αργεντινή – και μόνο.
Η σύγκρουση δύο κόσμων και η αντιστροφή της ισχύος
Το «χέρι του Θεού» θέριεψε με τη σειρά του το ποδοσφαιρικό μίσος των Άγγλων εναντίον των Αργεντινών, οι οποίοι παρότι γενικά αδιαφορούν τόσο για το παρόν, όσο και για το μέλλον των Φώκλαντ, εντούτοις ζουν και αναπνέουν για τη ρεβάνς του 1986. Το ειρωνικό του φετινού ημιτελικού – όπως όμως και κάθε άλλης ποδοσφαιρικής συνάντησης μεταξύ των δύο χωρών – είναι πως η πλήρης ανισορροπία των δυνάμεων που έκρινε τον πόλεμο του 1982, στο γήπεδο αντιστρέφεται: η Αγγλία του ενός παγκοσμίου του 1966 – όπου κανείς δε μπορεί ακόμα να πει με σιγουριά αν το γκολ του Τζεφ Χερστ στο 101ο λεπτό της παράτασης στον τελικό με τη Δυτική Γερμανία πέρασε τη γραμμή – ωχριά μπροστά στην Αργεντινή των τριών παγκοσμίων, των δεκαέξι Copa America, των δύο CONMEBOL, και του ενός Confederation. Το απόγευμα της Τετάρτης, και σε αντίθεση με την ταραχώδη ιστορία των Φώκλαντ, το underdog θα είναι η ομάδα του Χάρι Κέιν, έχοντας την ιστορική ευκαιρία να εκδικηθεί τη νυν παγκόσμια πρωταθλήτρια Αργεντινή για την άδικη ήττα της Αγγλίας το 1986, και να της στερήσει παράλληλα τη δυνατότητα να κάνει το ιστορικό repeat. Από την άλλη, πάλι, η Αργεντινή έχει – ακόμα – τον Μέσι· δύσκολο να διαλέξεις, και πώς λέγονται τελικά τα νησιά, και στη μπάλα.