Αθλητισμος

Ποδόσφαιρο: Η ζωή των δεδομένων κι ένας απολογισμός της ποδοσφαιρικής σεζόν

Από τον Πανιώνιο Καισαριανής στην παγκόσμια ποδοσφαιρική βιομηχανία

Αντώνης Παγκράτης
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το ποδόσφαιρο στην εποχή των αλγορίθμων: ΑΕΚ, Παρί Σεν Ζερμέν, Άρσεναλ, Μπαρτσελόνα και ο στρόβιλος (τουρμπιγιόν) μέσα κι έξω από τα γήπεδα

Το τελευταίο ποδοσφαιρικό παιχνίδι της σεζόν διεξήχθη την Κυριακή 31 Μαΐου στο γήπεδο του Ρουφ, στα πλαίσια των play outs (μπαράζ υποβιβασμού) των αθηναϊκών πρωταθλημάτων της Β΄ κατηγορίας. Ο Πανιώνιος Καισαριανής επικράτησε του Φωστήρα Ηλιούπολης με 1-0. Ήταν το τρίτο και τελευταίο παιχνίδι μιας σειράς αγώνων των τριών ομάδων οι οποίες εκπροσωπούσαν αντιστοίχως έναν από τους τρεις ομίλους της δεύτερης ερασιτεχνικής κατηγορίας Αθηνών. Το παιχνίδι αυτό θα έκρινε τη μία και μοναδική που θα υποβιβαζόταν στην τρίτη και έσχατη κατηγορία των ερασιτεχνικών πρωταθλημάτων της Ενώσεως Ποδοσφαιρικών Σωματείων Αθηνών (ΕΠΣΑ): της παλαιότερης των διοργανώσεων της χώρας. Οι φίλαθλοι στην εξέδρα ήταν, όπως πάντα, λίγοι: ελάχιστοι οπαδοί των δύο ομάδων (το γκολ σχεδόν δεν πανηγυρίστηκε, αφού μάλλον αναμενόταν), κάποιοι παράγοντες άλλων ομάδων, γονείς και φίλοι και μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού (τρεις για την ακρίβεια) λάτρεις του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου.

Την προηγούμενη ημέρα είχε πραγματοποιηθεί το σπουδαιότερο, παγκοσμίως, ποδοσφαιρικό παιχνίδι σε επίπεδο συλλόγων: ο τελικός του Champions League (Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης) ανάμεσα στην παρισινή ομάδα Παρί Σεν Ζερμέν και τη λονδρέζικη Άρσεναλ. Σε μια πρώτη πρόχειρη εκτίμηση, το μόνο κοινό τους σημείο ήταν ο τρόπος με τον οποίο επεδίωκαν να καθυστερήσουν τον χρόνο και στον οποίο επιδόθηκαν οι παίκτες της Άρσεναλ κατά το πρώτο ημίχρονο, οπότε και προηγούνταν με ένα γκολ διαφορά. Δεν χτυπούσαν αμέσως τα φάουλ, τα κόρνερ και τα αράουτ (ειδικώς αυτά), έως ότου ο Γερμανός διαιτητής, ο οποίος ήταν η μοναδική αξιόλογη παρουσία του παιχνιδιού, σφύριξε τη λήξη του ημιχρόνου πριν ο παίκτης της Άρσεναλ εκτελέσει το κόρνερ. Με την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου έδειξε αμέσως κίτρινη κάρτα στον παίκτη της, κατ’ ευφημισμόν, αγγλικής ομάδας, ο οποίος προσπαθούσε να κερδίσει μερικά δευτερόλεπτα στην εκτέλεση ενός αράουτ. Η εξήγηση είναι σχετικώς απλή, εάν κοιτάξουμε για λίγο, προσεκτικά, γύρω μας. Επιδίωξη σε κάθε μας κίνηση είναι η αποτελεσματικότητα ή, με άλλα λόγια, η επίτευξη ενός στόχου με απώτερο σκοπό το κέρδος, στο πλαίσιο μιας βελτιώσεως που υποκινείται από την υπέρβαση.

Ο Ισπανός προπονητής (μάνατζερ είναι πια η σωστή λέξη, αλλά είναι δυσμετάφραστη στα ελληνικά) Μικέλ Αρτέτα είναι γνήσιο τέκνο της σχολής της πατρίδας του, που είχε ιδρύσει ο Ολλανδός Γιόχαν Κρόιφ ως γνήσιο τέκνο του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου του Άγιαξ από τη δεκαετία του 1970. Για χρόνια οι Έλληνες φίλαθλοι, σε μια έκρηξη καλού χιούμορ, το σύστημα τουρμπιγιόν (κίνηση εμπρός και πίσω όλης της ομάδας ως μία περιδίνηση) της ολλανδικής ομάδας, που νίκησε στον περιβόητο τελικό τον δικό μας Παναθηναϊκό, το διαστρέβλωσαν σε «σύστημα τουρμπιγιόν πλημμύρα», δείχνοντας όχι μόνο την άγνοια για την εφαρμογή του αλλά κυρίως την απέχθειά τους γι’ αυτό. Αυτός λοιπόν, που ήταν επίσης πρώην αναλυτής-βοηθός του μάνατζερ της Μάντσεστερ Σίτι Πεπ Γκουαρντιόλα, επιδίωξε να φτάσει στο λογικό της όριο τη σκοπιμότητα υπό τον ηθικό μανδύα «του σκοπού που αγιάζει τα μέσα», αφού στον νεότερο κόσμο όλοι αξίζουμε το υπέρτατο. Πόσο μάλλον η σπουδαία αγγλική ομάδα που δεν έχει πάρει ποτέ το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης. Νομίζω ότι έχει φτάσει μία φορά στον τελικό, όπου έχασε από την Μπαρτσελόνα: την πρώτη και αξεπέραστη διδάξασα του επιθετικού κατενάτσιο (αλλάζουμε συνεχώς πάσες μεταξύ μας, έτσι ώστε ο αντίπαλος να μην πάρει ποτέ την μπάλα) ή, στο λεξιλόγιο του ολλανδικού μεταμοντερνισμού, να επιβάλλουμε στον αντίπαλο τέτοια περιδίνηση (τουρμπιγιόν) που να ξεχάσει και το όνομά του. Φυσικά η Άρσεναλ, ως υποδεέστερη ποιοτικά από την αντίπαλό της, για να πετύχει τον δίκαιο σκοπό της κλείστηκε στα μετόπισθεν, ως πάλαι ποτέ Ίντερ του Ελένιο Ερέρα της δεκαετίας του 1960, προσπαθώντας να νικήσει χωρίς να παίζει ποδόσφαιρο. Δυστυχώς για τους Γάλλους, δέχτηκαν ένα γκολ πολύ νωρίς, μόλις στο 6ο λεπτό, οπότε οι θεατές, όσοι άντεξαν, έπρεπε να υπομείνουν αυτό το ελεεινό θέαμα ενός ποδοσφαίρου που δοξάζει τη σκοπιμότητα και τη μονομέρεια ως αρετές ζωής ή, καλύτερα, επιβίωσης.

Τα δεδομένα μάς κάνουν ανθρώπους, τα δεδομένα κάνουν τους ποδοσφαιριστές

Το πιο ενδιαφέρον θέμα στην ελληνική ποδοσφαιρική χρονιά που πέρασε ήταν η άνοδος στην Τρίτη Εθνική κατηγορία μιας ομάδας από τη Θεσσαλονίκη που ονομάζεται ΜΠΑΜ F.C. Έχει ανέβει τρεις κατηγορίες σε τρία χρόνια και διοικείται ή ανήκει σε δύο YouTubers. Η ΜΠΑΜ FC (MPAM FC) ιδρύθηκε το 2022 από τους Έλληνες δημιουργούς περιεχομένου Χάρη Μηλιώνη και Χάρη Τάσσο και έχει την έδρα της στην Ευκαρπία Θεσσαλονίκης, χρησιμοποιώντας ως αγωνιστική βάση το Δημοτικό Στάδιο Ευκαρπίας. Από την ίδρυσή της δεν λειτουργεί μόνο ως παραδοσιακό ποδοσφαιρικό σωματείο, αλλά και ως ένα υβριδικό entertainment project, όπου ο αθλητισμός συνδυάζεται με παραγωγή ψηφιακού περιεχομένου. Οι αγώνες, η καθημερινότητα της ομάδας και η πορεία της αξιοποιούνται ενεργά για τη δημιουργία βίντεο και αφήγησης στο διαδίκτυο, με στόχο την ψυχαγωγία και την εμπλοκή ενός ευρύτερου κοινού πέρα από τα στενά όρια των φιλάθλων του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου.

Σε επίπεδο διεθνών παραλληλισμών, η πιο κοντινή αγγλική ομάδα με παρόμοια χαρακτηριστικά, αν και σε διαφορετική κλίμακα και επαγγελματικό επίπεδο, είναι η Wrexham AFC. Από τότε που την αγόρασαν οι ηθοποιοί Ryan Reynolds και Rob McElhenney (γνωστός από το It's Always Sunny in Philadelphia), η Wrexham έχει εξελιχθεί σε ένα αντίστοιχο υβρίδιο ποδοσφαιρικού συλλόγου και media project, με έντονη παρουσία σε ντοκιμαντέρ, storytelling και διεθνή ψηφιακή απήχηση μέσω της σειράς Welcome to Wrexham. Αξίζει να δείτε τα μικρά βίντεο που υπάρχουν στο YouTube, τα οποία δείχνουν εκ των έσω τη λειτουργία της ελληνικής ομάδας και τους παράγοντες επιτυχίας της. Βασικά, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι είναι μια ομάδα ανάλυσης δεδομένων. Ο ίδιος ο προπονητής επιμένει, σε ερώτηση του νεαρού ιδιοκτήτη και πρώην ποδοσφαιριστή της ΜΠΑΜ, ότι το «μέλημά μας» δεν είναι ο παίκτης αλλά το σύστημα, το πλάνο όπως το ονομάζει. Οι δε δύο αναλυτές ποιοτικής και ποσοτικής αναγνώσεως επιμένουν μετ’ επιτάσεως και υπερηφάνειας ότι τίποτα δεν μπορεί να διαφύγει από το drone που παρακολουθεί το παιχνίδι, τις κατακερματισμένες φάσεις προς ανάλυση και τα στατιστικά στοιχεία που επισημαίνονται και συνοδεύουν το ολιγόλεπτο βίντεο. Κάθε παιχνίδι προσαρμόζεται στα δεδομένα πριν από αυτό και στα δεδομένα μετά από αυτό. Με αυτόν τον τρόπο αξιολογούνται και οι παίκτες.

Κάτι αντίστοιχο μπορεί να παρατηρήσει ο καθένας από εμάς στο smartphone που έχει, και εάν δεν έχει πρέπει σύντομα να αποκτήσει, γιατί αλλιώς πώς θα μπορεί να αξιολογεί τον εαυτό του; Και δεν είναι απλώς μια εκφραστική έμφαση προς τον ίδιο τον άνθρωπο. Είναι μια ταυτότητα αναφοράς. Τα δεδομένα μάς κάνουν ανθρώπους, τα δεδομένα κάνουν τους ποδοσφαιριστές: Έχω ως στόχο, που παρερμηνεύεται ως σκοπός, να κάνω 10.000 βήματα ημερησίως. Είναι καλός ποδοσφαιριστής γιατί έχει πετύχει 5 γκολ και έδωσε 6 ασίστ (πάσες για γκολ). Η ΜΠΑΜ (το όνομα παραπέμπει σε μια αρχή από το τίποτα, εν είδει Big Bang του σύμπαντος, χωρίς παρελθόν και χωρίς τόπο) θα υφίσταται όσο και εφόσον οι ιδιοκτήτες της θα πληρώνονται από τις συνδρομές και τις διαφημίσεις που θα φέρνουν στην πλατφόρμα.

Τέλος, η παράσταση και ομιλία του Μάριος Ηλιόπουλος, προέδρου της AEK Athens FC, στα επινίκια του ελληνικού πρωταθλήματος ήταν μία ξεχωριστή στιγμή όχι μόνο για το ποδόσφαιρο αλλά και για την ελληνική κοινωνία. Ίσως να έχει σημασία και πέραν των στενών ορίων της πατρίδας. Οι θεατές είναι, ακόμα και στην περίπτωση της ΜΠΑΜ FC, ο λόγος που διεξάγεται το παιχνίδι. Έρχεται από τα βάθη των αιώνων η σχέση των ανθρώπων και των τελετουργιών τους. Γιατί αυτό το παιχνίδι είναι ένα είδος τελετουργίας που δημιουργεί ενότητα και ιστορία στην κοινωνία. Στην περίπτωση του νεόκοπου προέδρου και των θεατών η συμμετοχή δεν ήταν ισότιμη. Εμφανίζεται όχι ως επικεφαλής αλλά ως δικτάτωρ. Φαίνεται ότι χωρίς τα χρήματά του και τη διοίκησή του δεν υπάρχει η ομάδα. Επικαλούμενος την ενότητα που δίνει η μεγάλη επιτυχία ή απλώς η παρουσία των οπαδών, είναι σαν να ψεύδεται, αφού την ενότητα την παρέχει ο ίδιος, σχεδόν αποκλειστικά. Ίσως αυτή η συνθήκη, που γίνεται σχετικά εύκολα κατανοητή από τους οπαδούς της ΑΕΚ, έστω και διαισθητικά, τους απομάκρυνε, προϊόντος του χρόνου της ομιλίας, και τους γέμισε πλήξη. Ο Ηλιόπουλος τους υπενθύμιζε συνεχώς τον πρωτεύοντα και μοναδικό ρόλο του στην επιτυχία. Στο τελετουργικό των επινικίων το κύπελλο κλάπηκε από τους επιδέξιους κασκαντέρ-κομάντος και το επανέφερε στον λαό της ΑΕΚ ο πρόεδρός της με το αγωνιστικό του αυτοκίνητο, που έκανε σπιναρίσματα στον χλοοτάπητα.

Είναι πασιφανές ότι η ΑΕΚ βασίζεται στα δεδομένα όπως η ΜΠΑΜ, η Άρσεναλ και ο Πανιώνιος Καισαριανής. Όμως στην περίπτωση της κιτρινόμαυρης ομάδας, η εξατομικευμένη αναγνώριση που επεδίωξε ο πρόεδρός της, πιθανώς ασυνειδήτως, αφήνει μια ελπίδα λάθους σε ένα σύστημα που θέλει και μπορεί να κατισχύει της ανθρωπινότητάς μας. Ο Μάριος Ηλιόπουλος φαίνεται σαν παραφωνία, έστω και γραφικού χαρακτήρα, αλλά τουλάχιστον μας υπενθυμίζει ότι το «τουρμπιγιόν πλημμύρα» μπορεί να δημιουργεί ένα ελπιδοφόρο σχόλιο στο περιθώριο μιας ζωής «τουρμπιγιόν».