Αθλητισμος

Τι συμβαίνει στο ελληνικό ποδόσφαιρο; Τα όρια υπάρχουν για να τα ξεπερνούν οι επόμενοι

Στην αρχή πολιτικοποιήθηκε το ποδόσφαιρο, μετά ποδοσφαιροποιήθηκε η πολιτική, πλέον έχουμε να κάνουμε με δυσερμήνευτα και μη διαχειρίσιμα μεγέθη

Zastro
15’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Super League: Πέντε ομάδες, ένα πρωτάθλημα, κόντρες, συμφέροντα –πολιτικά και μη– και στη μέση το ποδόσφαιρο

Τέσσερις επίδοξοι πρωταθλητές, καθένας να διεκδικεί τις πιθανότητές του με τα δικά του όπλα στη φαρέτρα και τις δικές του αδυναμίες. Μετά από χρόνια έκαναν την εμφάνισή τους σχόλια ότι βρισκόμαστε ενώπιον «του πιο συναρπαστικού πρωταθλήματος όλων των εποχών». Η συζήτηση όμως δεν είναι μόνο ποδοσφαιρική, άπτεται δεκάδων παραμέτρων και αφορά πολύ περισσότερους τομείς από τους προφανείς.

Το πρωτάθλημα διεξάγεται με τρομερή κουβέντα για τη διαιτησία, με μπούκες σε διοικητικά συμβούλια, ιπτάμενες φούστες, εμπρηστικές δηλώσεις προπονητών και παραγόντων, με μάχες «χαρακωμάτων» και «πρωτοφανή τοξικότητα» όπως τονίζουν τα επικοινωνιακά επιτελεία κάθε που η ομάδα τους αδικείται ή πρέπει να εμφανίζεται ότι αδικείται. Κι όμως δεν είναι πρωτόγνωρες καταστάσεις αυτές για το ελληνικό ποδόσφαιρο, δεν είναι καν η πρώτη φορά που ο πρωθυπουργός της χώρας «παρεμβαίνει» προκειμένου να καταλαγιάσει όπως όπως το ζοφερό κλίμα φανατισμού και αμφισβήτησης.

Πάντοτε στο ελληνικό ποδόσφαιρο υπήρχαν σεζόν που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου και πάντοτε συνέβαιναν γεγονότα που ξεπερνούσαν ακόμη και την ίδια τη φαντασία. Αφήνοντας τις «περίεργες» σεζόν επί χούντας, από καταβολής επαγγελματισμού το πρωτάθλημα στεκόταν σε τεντωμένο σχοινί και το κοινό αδυνατούσε να αποκρυσταλλώσει σαφή άποψη. Αναβρασμός, ανησυχία, απώλεια εσόδων και βία. Το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι γεμάτο από ιστορίες «τρέλας» ή και πραγματικά πολύ δύσκολες χρονιές. Κάποιες ολοκληρώθηκαν υπό μεγάλη ένταση, κάποιες άλλες δεν θα τελείωναν ποτέ χωρίς αλχημείες, υπαναχωρήσεις της πολιτείας και αναδιπλώσεις των ίδιων των ΠΑΕ.

Το ’79 φερειπείν διεξήχθη το τελευταίο κατ’ ευφημισμόν ερασιτεχνικό πρωτάθλημα με τρομερές καταγγελίες για δωροδοκίες και χρηματισμούς που θύμισαν την περίφημη υπόθεση με τα «λουλούδια» του 1975, στην οποία ο Παναθηναϊκός κρίθηκε πρωτόδικα ένοχος και διεσώθη από τον υποβιβασμό στην αρμόδια επιτροπή της ΕΠΟ με την ψήφο του εκ των ιδρυτών του Ολυμπιακού, Γιώργου Ανδριανόπουλου. Είναι από τα κατ’ εξοχήν οπαδικά τσιτάτα η συγκεκριμένη υπόθεση και ίσως αξίζει ένα ξεχωριστό σημείωμα στην AthensVoice.

Εν προκειμένω για το πρωτάθλημα του 1979 αξίζει να σημειωθεί ότι τυπικά δεν τελείωσε ποτέ, διότι ο Ολυμπιακός αρνήθηκε να συμμετέχει στο μπαράζ της Λεωφόρου με την ΑΕΚ, διαμαρτυρόμενος για τη σφαγιαστική διαιτησία του Παμπορίδη στο Ηράκλειο με τον ΟΦΗ. Είχαν προηγηθεί ο χαμός με την καταγγελία του Απόλλωνα Αθηνών για την απόπειρα δωροδοκίας του ποδοσφαιριστή του Οικονόμου στον αγώνα με τον Ολυμπιακό και η πολύκροτη υπόθεση Λίσα (τερματοφύλακας του ΠΑΣ) και Ντε Φαρία (μάνατζερ των περίφημων Αργεντινών και προπονητής στα Ιωάννινα) για το παιχνίδι των ερυθρόλευκων με τον ΠΑΣ.

Ο Ολυμπιακός κατήγγειλε προβοκάτσια, ο ΠΑΣ διέγραψε τον ποδοσφαιριστή καταγγέλλοντας το δελτίο του στην ΕΠΟ και τις τελευταίες αγωνιστικές συνέβησαν μια σειρά από γεγονότα απείρου κάλλους αρχικά στη Ρόδο και εν κατακλείδι στο Ηράκλειο, όπου το τελικό 3-3 οδήγησε στη δριμύτατη αντίδραση του Ολυμπιακού και στο μπαράζ που δεν έγινε ποτέ. 

Οι υποθέσεις δεν διαλευκάνθηκαν ποτέ, διότι από τον Μάρτιο είχε ψηφιστεί στη Βουλή ο ν.879/1979 από την κυβέρνηση Ράλλη, με τον οποίο τα μέχρι τότε σωματεία μετατρέπονται σε Ανώνυμες Εταιρείες και, όπως με κάθε τι νεοσύστατο, ισχύει η tabula rasa για όλες τις προηγούμενες αμαρτίες, εξομολογημένες και μη.

Το φρέσκο πρωτάθλημα είναι όντως συναρπαστικό και το διεκδικούν όχι τέσσερις, αλλά πέντε ομάδες οι οποίες, έξι στροφές πριν το τέλος, έχουν μόλις 2 βαθμούς διαφορά μεταξύ τους: Άρης, Παναθηναϊκός, Ολυμπιακός, ΠΑΟΚ και ΑΕΚ. «Αφεντικά» με την έννοια που το ορίζουν κάποιοι σήμερα, διαθέτουν ο Ολυμπιακός με τον Σταύρο Νταϊφά επικεφαλής και ο Παναθηναϊκός με την οικογένεια Βαρδινογιάννη. Η ΑΕΚ έχει απογαλακτιστεί από την εποχή Μπάρλου, ο ΠΑΟΚ έχει την τύχη να διαθέτει έναν μεγάλο παράγοντα, τον Γιώργο Παντελάκη, αλλά χωρίς την οικονομική δυνατότητα να παρακολουθήσει τους υπόλοιπους και ο Άρης μια ομάδα ανθρώπων του συλλόγου με επικεφαλής τη δόξα του συλλόγου, Μενέλαο Χατζηγεωργίου.

Θεωρητικά άνισος ο αγώνας, πλην όμως και ο Νταϊφάς και οι αδερφοί Βαρδινογιάννη ήταν ακόμη άμαθοι στα ήθη και τα έθιμα του ελληνικού ποδοσφαίρου και το πράγμα ακόμα λειτουργούσε ημι-επαγγελματικά λόγω της απαιτούμενης μετάβασης στα νέα δεδομένα. Αυτό επέτρεψε στον μεγάλο Άρη να κυνηγήσει μέχρι το τέλος το όνειρο του πρωταθλήματος, το οποίο σβήστηκε στο περίφημο μπαράζ του Βόλου, όπου και αναρτήθηκε το περιβόητο πανό της Θύρας 4 με «ολόψυχες ευχές στο εντιμώτατον σωματείον του Ολυμπιακού για κατάκτησιν του πρωταθλήματος».

Πρόκειται για ένα ακόμη landmark στη λαογραφία του ποδοσφαίρου μας, μια στιγμή που μνημονεύεται μέχρι σήμερα που φαντάζει άκρως τρελή και ανεπίκαιρη. Βαθμηδόν η Ελλάδα άλλαξε, το ΠΑΣΟΚ ανήλθε στην εξουσία, το ποδόσφαιρο αποτέλεσε βραχίονα πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών επιδιώξεων.

Την πρωτοκαθεδρία του Νταϊφά και του Ολυμπιακού τη διέκοψε ο Παναθηναϊκός του Γιώργου Βαρδινογιάννη, μια και ο Βαρδής είχε βαθμηδόν αποτραβηχτεί από το προσκήνιο της διοίκησης των πρασίνων. Η «εποχή Βαρδινογιάννη» είναι η πρώτη και σημαντικότερη στην ιστορία του επαγγελματικού πρωταθλήματος, το άλλοθι των αντιπάλων του Παναθηναϊκού, το «πρώτο αίμα» στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Με διαφορετικά δεδομένα, άλλες συνθήκες, μικρότερα οικονομικά μεγέθη, αλλά η πρώτη περίοδος στη Μεταπολίτευση που μνημονεύεται και θα μνημονεύεται ως κακοποιητική για το προϊόν. Ο Βαρδινογιάννης ήλεγχε την ΕΠΟ, όσο αποκτούσε δύναμη επιχειρηματικά τόσο αυξανόταν η επιρροή του στο ποδόσφαιρο και η αλήθεια είναι ότι χάρισε απλόχερα αφορμές για δεκάδες μύθους και πραγματικότητες.

Ο «Θαλής από το Ρέθυμνο», η υπόθεση Κιάππε, οι άριστες σχέσεις με την κυβέρνηση, ο οιονεί έλεγχος της Ομοσπονδίας μέσω παρένθετων προσώπων, η εξουσία στην ΕΠΑΕ μέσω του Γιώργου Δέδε, η επινόηση «φιλικών σωματείων επιρροής» όπως ο ΟΦΗ και η Κόρινθος, η βύθιση του Ολυμπιακού στα λεγόμενα «πέτρινα χρόνια», όλα ανήκουν στην εποχή Βαρδινογιάννη. Ο Παναθηναϊκός διέθετε την ισχυρότερη διοίκηση, ο Παναθηναϊκός είχε προσβάσεις σε όλα τα κέντρα αποφάσεων, ο Παναθηναϊκός ήταν το «αφεντικό» της λίγκας.

Η λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά στην εποχή Βαρδινογιάννη σε σχέση ας πούμε με τη μετέπειτα εποχή Κόκκαλη, είναι η απουσία των εσόδων από τους χρυσοφόρους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ. Αυτό είναι το αντεπιχείρημα στον «πλουραλισμό» των πρωταθλήτριων ομάδων εκείνη την εποχή, συν το γεγονός πως τα όρια κάθε φορά ισχύουν μέχρι να τα παραβιάσει ο επόμενος. Τα οικονομικά στο ποδόσφαιρο εκείνες τις εποχές δεν είχαν εκτοξευθεί στα ύψη, οι ομάδες επί της ουσίας είχαν μοναδικές πηγές εσόδων τα εισιτήρια και το ΠΡΟΠΟ που ήταν κατ’ αντιστοιχία ο προπομπός του σημερινού στοιχήματος.

Μαζί με το ποδόσφαιρο είχε αυξηθεί κατακόρυφα και η παραβατικότητα, μετά την πολύνεκρη τραγωδία της Θύρας 7 το 1981, η ελληνική κοινωνία γνώρισε για πρώτη φορά φαινόμενα «χουλιγκανισμού»

Όταν οι ΠΑΕ αντιλήφθηκαν το περιθώριο κέρδους από το ΠΡΟΠΟ και διαπίστωσαν την τεράστια δημοφιλία του ποδοσφαίρου, ήρθε και η πρώτη σοβαρότατη ρήξη με την πολιτεία. Μαζί με το ποδόσφαιρο είχε αυξηθεί κατακόρυφα και η παραβατικότητα, μετά την πολύνεκρη τραγωδία της Θύρας 7 το 1981, η ελληνική κοινωνία γνώρισε για πρώτη φορά φαινόμενα «χουλιγκανισμού». Η ελαστικότητα της γενιάς της μεταπολίτευσης κυοφόρησε και έτεξε ακραία φαινόμενα που κορυφώθηκαν με το θάνατο του Χαράλαμπου Μπλιώνα στο Αλκαζάρ από φωτοβολίδα που εκτοξεύθηκε από το πέταλο των οπαδών του ΠΑΟΚ.

Το καυτό καλοκαίρι του '86, ο τότε υφυπουργός Αθλητισμού, Σήφης Βαλυράκης δεν ενέδιδε στην ικανοποίηση των αιτημάτων των ΠΑΕ, οι οποίες διεκδικούσαν από την εκλεγμένη για δεύτερη φορά κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, γενναίες ρυθμίσεις και διαγραφές χρεών, αναδιάρθρωση κατηγοριών και αυτοδιοίκητο. Ήσσονος σημασίας ζητήματα μπροστά στο κορυφαίο και κεφαλαιώδες αίτημα, το οποίο ήταν η καθιέρωση υψηλότατου πάγιου ποσοστού από τα έσοδα του ΟΠΑΠ.

Εκείνο το πρωτάθλημα, το λεγόμενο «πατάτες» όπως το χαρακτήρισε ο Πρόεδρος του Απόλλωνα Καλαμαριάς και δημοφιλέστατος καλλιτέχνης, Χάρρυ Κλυνν, διεσώθη και δεν διαλύθηκε, όταν Πανιώνιος, Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός και ΟΦΗ «έσπασαν» τη συμμαχία και αποφάσισαν να στηρίξουν σιωπηρά την κυβέρνηση. Ήταν από τις πρώτες φορές στα χρονικά του επαγγελματικού ποδοσφαίρου που Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός συμμαχούσαν έστω και ατύπως, πηγαίνοντας κόντρα στα συμφέροντα των υπολοίπων.

Οι τελευταίες αγωνιστικές του πρωταθλήματος προσομοιάζουν με τραγέλαφο, οι «αντάρτες» αγωνίζονταν με επαγγελματίες και οι υπόλοιποι δώδεκα χρησιμοποιούσαν ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές, αμούστακα παιδιά από τις τύποις «ακαδημίες» της εποχής.

Μετά την άρνηση Νταϊφά και Βαρδινογιάννη να τραβήξουν το σκοινί στα άκρα, κανείς δεν πίστευε ότι η προσπάθεια θα είχε τελικό αποτέλεσμα και μπορούσε να γίνει οριστική ρήξη. Ο υφυπουργός Αθλητισμού διαισθανόμενος ότι εκτός από τους «αιώνιους» τον στήριζε και το κοινό αίσθημα, οργάνωσε συνέντευξη Τύπου, μίλησε για βαρέλι δίχως πάτο, εξέθεσε τις ΠΑΕ με νούμερα.

Οι ομάδες χρωστούσαν 407 εκατομμύρια στο Δημόσιο, 234 εκατομμύρια στο ΙΚΑ, οι Εκθέσεις του Ελεγκτικού Συμβουλίου για τις εταιρικές χρήσεις των ΠΑΕ ήταν αμείλικτες, με τις ζημίες να έχουν ξεπεράσει τουλάχιστον το 50% του κεφαλαίου. Σύμφωνα με το νόμο είτε θα έπρεπε ήδη να είχαν αυξήσει το μετοχικό του κεφάλαιο είτε να τεθούν σε διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης.

Ήταν η πρώτη φορά που το ίδιο το υπουργείο αψήφησε το πολιτικό κόστος και επικοινώνησε στους Έλληνες (φορολογούμενους) φιλάθλους, ότι 12 ΠΑΕ ήταν βουτηγμένες στα χρέη. Οφειλές προς τρίτους, προς το Δημόσιο, προς τα ταμεία. Υπήρχαν περιπτώσεις εικονικών τιμολογίων, ενοικίων σε σπίτια ποδοσφαιριστών που αντιστοιχούσαν σε αγροτεμάχια (!), ουσιαστικά δημοσιοποιήθηκαν όλα όσα είχαν συμβεί από την tabula rasa και εντεύθεν.

Οι Εκθέσεις του Ελεγκτικού Συμβουλίου έκαιγαν τις ΠΑΕ και ήδη είχε δοθεί εντολή να ξεκινήσουν οι διαδικασίες αναγκαστικών εκτελέσεων ή/και συλλήψεων. Οι ΠΑΕ στράφηκαν αμέσως στην Αντιπολίτευση, προγραμμάτισαν συναντήσεις με τον Πρόεδρο της ΔΗΑΝΑ Κωστή Στεφανόπουλο (μετέπειτα Πρόεδρο της Δημοκρατίας), με αντιπροσωπεία του ΚΚΕ του Χαρίλαου Φλωράκη, την Ελληνική Αριστερά του Λεωνίδα Κύρκου, τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Άπαντες στάθηκαν στο πλευρό των «σωματείων», αλλά ψέλλιζαν και τα νόμιμα για τα «ατακτοποίητα χρέη». Η κυβέρνηση υπό πίεση περνάει με Προεδρικό Διάταγμα ένα άτυπο «δάνειο» 35 εκατομμυρίων πρόσθετης επιχορήγησης, αρκεί να έχουν τακτοποιηθεί οι οφειλές προς ΙΚΑ και Δημόσιο. Οι ΠΑΕ και πάλι αρνούνται να συμμορφωθούν και η απεργία συνεχίστηκε.

Συνελήφθη ο τότε πρόεδρος του ΠΑΣ, Χρήστος Μήτσης, για χρέη 35 εκατομμυρίων στο Δημόσιο, οι «αντάρτες» χρησιμοποιούν τον δημοφιλή Κλυνν, ο οποίος κατορθώνει να αποφύγουν οι ομότιμοί του τη φυλακή ερχόμενος σε συνεννόηση με την Πολιτεία για ευνοϊκούς διακανονισμούς, διότι εκτός Μήτση, ίδιας μεταχείρισης έτυχαν και ο Αντιπρόεδρος (και έχων δικαίωμα υπογραφής) της ΑΕΚ Κώστας Γενεράκης, ο Πρόεδρος του Ηρακλή Πέτρος Θεοδωρίδης, ενώ καταζητούντο πολλοί ακόμα.

Το πρωτάθλημα ολοκληρώθηκε όπως-όπως, με αφαιρέσεις βαθμών και δεκάδες παλινωδίες. Ήταν το τελευταίο που κατέκτησε ο Ολυμπιακός πριν τα «πέτρινα χρόνια». Εάν δεν υπήρχε το Ευρωμπάσκετ του ’87, η εποποιΐα του Γκάλη, του Γιαννάκη και των υπόλοιπων παιδιών του μπάσκετ που άλλαξε εντελώς το κλίμα, οι κρατικοί μηχανισμοί δεν θα είχαν υπαναχωρήσει και η «γραμμή Βαλυράκη» θα παρέμενε άτεγκτη.

Η κυβέρνηση, αντιλαμβανόμενη τη δύναμη του αθλητισμού και την «τόνωση» του ηθικού των πολιτών/φιλάθλων, εκπόνησε «βελτιωτικές διατάξεις». Σε περίοδο ραστώνης, Ιούλιο του 1987, βρέθηκαν 80 εκατομμύρια τα οποία δόθηκαν «έναντι» στο ΙΚΑ, αυξήθηκε η επιχορήγηση και δόθηκαν 720 εκατ. στις ομάδες της Α΄ Εθνικής με αναδρομικά, 306 εκατ. στη Β΄ Εθνική, 324 εκατ. στη Γ΄ Εθνική και ρυθμίστηκαν όλες οι οφειλές προς το Δημόσιο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο προέκυψε η πρώτη ιστορική «σύγκλιση» στην ιστορία και έγινε αντιληπτό ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι μια απλή υπόθεση.

Βάσει της ίδιας φιλοσοφίας προέκυψε και ο Κοσκωτάς για τον Ολυμπιακό, ο «τραπεζίτης» που θα άλλαζε το status quo και θα έριχνε –στο ποδοσφαιρικό πεδίο– τον «βαρδινογιαννισμό». Ο Κοσκωτάς μοίρασε αφειδώς χρήματα, πλήρωσε τρομακτικές υπεραξίες, χρησιμοποίησε κάθε μορφής πρόσβαση στην εξουσία. Συμπτωματικά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το μεγαλοϊδεατισμό του για τον Ολυμπιακό, για λίγους μήνες δεν τελεσφόρησαν στρατοσφαιρικά deals με ποδοσφαιρικούς μύθους όπως ο Κλίνσμαν ή ο Φούτρε και «αρπαγές» σημαίων των αντιπάλων όπως ο Δημήτρης Σαραβάκος.

Όταν ξέσπασε το σκάνδαλο και ενώ ο Βαρδινογιάννης τελούσε εν αμύνει, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί το μέγεθος της καταστροφής για τον Ολυμπιακό. Ο σύλλογος μπήκε σε μια απίθανη δίνη χρεών, απατεώνων και ημιαπατεώνων, ακόμα και φημολογούμενων παρένθετων προσώπων του Βαρδινογιάννη στη διοίκησή του. Η χώρα στέναζε πολιτικά και κοινωνικά, το σκάνδαλο Κοσκωτά επηρέασε τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της, καθόρισε καριέρες, κόστιζε ζωές.

Ολόκληρο το διάστημα του «limbo» στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του Ολυμπιακού, θεωρείται ότι είναι η πιο «σκληρή» περίοδος Βαρδινογιάννη στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Οι νεότεροι δεν είναι σε θέση να το αντιληφθούν, αλλά εκείνες οι γενιές γέννησαν το μίσος για τις επόμενες. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από την αποχώρηση του ΠΑΟΚ από το Ολυμπιακό Στάδιο τον Σεπτέμβριο του 1990, δεν υπάρχει για να καταδείξει το μέγεθος της περιρρέουσας ατμόσφαιρας και της τοξικότητας της εποχής.

Την ημέρα που ο Σαλιαρέλης παρουσιάζει στο κατάμεστο Καραϊσκάκης τα «Μινγκ» (που δεν πλήρωσε) από την Ουκρανία, ο ΠΑΟΚ του Θωμά Βουλινού αποχωρούσε από το ΟΑΚΑ διαμαρτυρόμενος για τη διαιτησία και το διεφθαρμένο πρωτάθλημα των Αθηνών. Η εικόνα ήταν ανάλογη της «εισβολής» του Ιβάν Σαββίδη στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου της Τούμπας στο πολυθρύλητο ματς ΠΑΟΚ-ΑΕΚ το 2018 με το ακυρωθέν γκολ του Βαρέλα. Ο Βουλινός αδιαφόρησε για αστυνομικούς και security, μπήκε στο γήπεδο και πήρε τους παίκτες του ΠΑΟΚ στα αποδυτήρια.

Και τότε τα πρωτοσέλιδα ήταν συγκλονιστικά αιχμηρά και τα επίπεδα τοξικότητας και διαχωρισμού βορρά-νότου είχαν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Ο Παναθηναϊκός κέρδισε το παιχνίδι με 3-0, κατέκτησε το νταμπλ κερδίζοντας και τον Αθηναϊκό στους διπλούς τελικούς Κυπέλλου και επιβεβαίωσε την παντοδυναμία του στο ελληνικό ποδόσφαιρο, παρά το γεγονός ότι είχε να κατακτήσει πρωτάθλημα από το 1986.

Την παντοκρατορία Βαρδινογιάννη επιχείρησε να αμφισβητήσει -και το κατάφερε- ο ένας εκ των δυο νέων ιδιοκτητών της ΑΕΚ, ο Δημήτρης Μελισσανίδης, ο οποίο εμφανίστηκε στο προσκήνιο αναλαμβάνοντας μαζί με το Γιάννη Καρρά την μέχρι πρότινος υπό διοίκηση Πρωτοδικείου ΠΑΕ ΑΕΚ. Ο Μελισσανίδης, επί χρόνια γενικός αρχηγός και «κουμάντο» στον Ιωνικό, επρόκειτο να εξασφαλίσει τη λεγόμενη «προστασία» της ομάδας.

Είναι μια ατάκα που έχει ενταχθεί στην καθημερινότητα των Ελλήνων οπαδών και είναι ο πιο εύσχημος τρόπος για να διατυπωθεί η «μη αδικία» από τη διαιτησία, ήτοι η υποκειμενική ερμηνεία των καταστάσεων. Ο Μελισσανίδης δημιούργησε τον δικό του μύθο στην ΑΕΚ και εξ αιτίας της πρώτης του παρουσίας στον οργανισμό, θεωρήθηκε βασικός συντελεστής στο θαύμα των ομάδων του Μπάγεβιτς με τις κατακτήσεις των τριών συνεχόμενων πρωταθλημάτων.

Επί των ημερών του συνέβησαν ουκ ολίγα ευτράπελα που είτε πιστώθηκε δικαίως είτε αδίκως με χαρακτηριστικό περιστατικό το μύθο για «τα φώτα» στο παιχνίδι με τον Ολυμπιακό στη Νέα Φιλαδέλφεια και την υπόθεση του διαιτητή Μπάκα μετά τον χαμένο τελικό με τον Παναθηναϊκό το 1995. Όσο ελκυστική κι αν ήταν η ΑΕΚ, ο Παναθηναϊκός παρέμενε πολύ πιο στιβαρός και οργανωμένος διοικητικά εξ ου και η επαναφορά του στην κορυφή μετά τη χρυσή τριετία που ξεκίνησε το 1991/92 και ολοκληρώθηκε το 1994.

Η συγκεκριμένη περίοδος είναι και η πιο σημαδιακή για τον εκτός νυμφώνος Ολυμπιακό, ο οποίος ευρισκόμενος σε κυκεώνα χρεών, περίμενε από τη διοικούσα Επιτροπή να προλειάνει το έδαφος για την είσοδο του επιχειρηματία Σωκράτη Κόκκαλη. Εισάγεται στη Βουλή ο ν.2021/1992 από τον τότε Υπουργό Οικονομικών Στέφανο Μάνο. Ένας φαινομενικά αδιάφορος για το φίλαθλο κοινό νόμος, με τίτλο «Ταμείο διαχείρισης πιστώσεων για εκτέλεση αρχαιολογικών έργων και άλλες διατάξεις», ο οποίος εμπεριείχε τρία άρθρα τα οποία αφορούσαν άμεσα την ΠΑΕ Ολυμπιακός.

Το Δημόσιο αναλάμβανε την αποπληρωμή ενός ποσού μέχρι τα 2,6 δισεκατ. δραχμές, αφού το συνολικό ύψος των οφειλών είναι αδύνατον να προσδιοριστεί ακόμη και σήμερα. Ο νόμος ρύθμισε και το χάος με τους απλήρωτους φόρους, ενώ διαγράφηκαν και περί τα 3 δισεκατ. δραχμές, με τα υπόλοιπα 5,5 δισεκατ. να τίθενται εκτός ρύθμισης λόγω εκκρεμοδικίας.

Το χάος στον Ολυμπιακό ήταν αδιανόητο και σε συνδυασμό με την απειρία του Κόκκαλη, ήταν η αιτία που «αφεντικά» του ποδοσφαίρου εξακολούθησαν να θεωρούνται ο Βαρδινογιάννης (και λιγότερο) ο Μελισσανίδης, ενώ για τον ΠΑΟΚ ούτε λόγος, αφού οι Θεσσαλονικείς μαστιζόνταν από εσωτερικές έριδες και το διαχρονικό πρόβλημα με τη μη εξεύρεση οικονομικά εύρωστου ιδιοκτήτη.

Αφού τακτοποιήθηκε και το τελευταίο κομμάτι της διευθέτησης των χρεών της Τράπεζας Κρήτης με τον τελικό νόμο Μάνου (ν. 2166/1993) ξεκίνησε να εκπονείται το διοικητικό πλάνο του Σωκράτη Κόκκαλη για τη λήξη των «πέτρινων χρόνων». Ο Μελισσανίδης αποχωρεί από την ΑΕΚ παραδίδοντας στον Τροχανά, ο Βαρδινογιάννης πιθανόν από αλαζονεία δεν ζυγίζει σωστά τον νέο παίκτη στο τραπέζι και ενώ ο Παναθηναϊκός πραγματοποιεί μια από τις σπουδαιότερες σεζόν στην ιστορία του, ο Σωκράτης Κόκκαλης συμφωνεί με τον Ντούσαν Μπάγεβιτς και ανατινάζει τις ισορροπίες στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Στο περιθώριο της συμφωνίας με τον προπονητή, ο Κόκκαλης προσλαμβάνει στον Ολυμπιακό ως εντεταλμένο σύμβουλο και έναν άγνωστο παράγοντα στο ευρύ κοινό, το Θωμά Μητρόπουλο. Το πέναλτι του Παπουτσέλη στο ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό στο Καραϊσκάκη είναι η πρώτη ένδειξη ότι το ποδόσφαιρο αλλάζει χέρια.

Το ποδόσφαιρο έχει εξελιχθεί, έχει μπει στις ζωές μας το Τσάμπιονς Λιγκ, τα έσοδα, ο νόμος Μποασμάν, οι φανταχτεροί ξένοι ποδοσφαιριστές. Ο Βαρδινογιάννης του δόγματος «οι ομάδες χτίζονται και δεν αγοράζονται» εικάζεται ότι πηγαίνει πάσο. Τουλάχιστον αυτή είναι η δικαιολογία που χρησιμοποιούν ορισμένοι οπαδοί του Παναθηναϊκού για την απόσυρσή του από τα δρώμενα.

Στην Ελλάδα μετά την πολιτική αστάθεια και την τριετία Μητσοτάκη, πνέει αέρας «εκσυγχρονισμού» σε όλα τα επίπεδα. Η χώρα περνάει σε μια φάση επίπλαστης ευμάρειας, μαθαίνει με λάθος τρόπο το lifestyle, παρεξηγεί βασικές κοινωνιολογικές έννοιες, αναπτύσσεται αλλά χάνει το δρόμο παρασυρόμενη από τις παθογένειές της.

Δημιούργησε όμως τη σχολή της επικοινωνιακής κατοχύρωσης, της χειραγώγησης της μάζας, έκανε πραγματικότητα τις προϋποθέσεις για οπαδικές ρεβάνς

Ο Κόκκαλης κατακτά επτά σερί πρωταθλήματα με τον Ολυμπιακό. Δεν ήταν όλα «πέτσινα» όπως επαίρονται οι πολέμιοί του. Δημιούργησε όμως τη σχολή της επικοινωνιακής κατοχύρωσης, της χειραγώγησης της μάζας, έκανε πραγματικότητα τις προϋποθέσεις για οπαδικές ρεβάνς. Και επέτρεψε να δημιουργηθεί ένα τέρας που ο Έλληνας φίλαθλος έχει διατηρήσει στο θυμικό του ως «παράγκα».

Αυτό το σύστημα διαφέντευε το ελληνικό ποδόσφαιρο και εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του Ολυμπιακού. Απέκτησαν σημασία οι «πλάγιοι», εφευρέθηκαν αφορισμοί όπως το «κάντε ομάδα αν κερδίζετε και τη διαιτησία», εντάχθηκαν στο λεξιλόγιο αγοραίες ατάκες, σεξιστικά πρωτοσέλιδα, μια νεοπλουτίστικη νοοτροπία που έφερε μεν κοντά στο ποδόσφαιρο επιχειρηματίες όπως ο Κοντομηνάς και ο Μυτιληναίος, αλλά ανεχόταν και φαινόμενα Μπατατούδη και Ψωμιάδη. Τα πάντα με τις ευλογίες της εξουσίας.

Τα αλόγιστα ποσά του Alpha Digital, η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από το ποδόσφαιρο στην επικοινωνία, η λάθος ανατροφή φιλάθλων και οπαδών οδήγησαν σε μια αίσθηση ότι το «σύστημα» και η «παράγκα» είναι σε θέση να προσφέρει το ποδόσφαιρο στον πλειοδότη. Την εποχή του limbo της κυβερνητικής αλλαγής, ο ίδιος ο Γιάννης Βαρδινογιάννης έχει δηλώσει ότι τον πλησίασαν και του πρόσφεραν τα «κουμάντα» στο πιάτο. Αρνήθηκε.

Με το διάλειμμά ενός χαμένου πρωταθλήματος που χρεώθηκε στο Δούρο, ο Ολυμπιακός κατέκτησε επτά+επτά συνεχόμενα. Όταν άλλαξε χέρια η σκυτάλη, ο Βαρδινογιάννης είχε υποχωρήσει και ο Παναθηναϊκός πέρασε στην εποχή της πολυμετοχικότητας που υποσχόταν το μοντέρνο μοντέλο διοίκησης. Ο Παναθηναϊκός κατέκτησε το νταμπλ υπηρετώντας το ίδιο κι απαράλλακτο «σύστημα» που ανέδειξαν οι επταετίες του Ολυμπιακού.

Είναι άγνωστο τι θα συνέβαινε εάν δεν έσκαγε σαν πυρηνική βόμβα στη χώρα μας η οικονομική κρίση, ανάγεται στη σφαίρα της εικασίας εάν ο Βγενόπουλος και ο Πατέρας συνέχιζαν πατώντας στο ίδιο μονοπάτι. Ο Κόκκαλης αποχώρησε από τον Ολυμπιακό, μεγαλομέτοχος αναδείχθηκε ο επιστήθιος φίλος του Νίκου Πατέρα, Βαγγέλης Μαρινάκης. Στο ποδόσφαιρο ευδοκιμούσαν λογής φρούτα, η οικονομική κρίση ανάγκασε πολλά από τα σαλιγκάρια της «παράγκας» να κρυφτούν στο καβούκι τους.

Ο Μαρινάκης έπαιξε μόνος του. Τόσο μόνος του που οι υπόλοιποι εξαφανίστηκαν. Το πρωτάθλημα ευτελίστηκε, η Ομοσπονδία έγινε υποχείριο, η Λίγκα διακοσμητική. Για να γυρίσει αυτό το φύλλο χρειάστηκε να συμμαχήσουν και οι τρεις αντίπαλοι του Ολυμπιακού με στοχευμένο σχέδιο, συγκεκριμένη στρατηγική και κοινές επιδιώξεις.

Ο ΠΑΟΚ σώθηκε από τον ομογενή επιχειρηματία Ιβάν Σαββίδη. Ο Παναθηναϊκός από το Γιάννη Αλαφούζο, η ΑΕΚ κήρυξε πτώχευση και εν τέλει αναγεννήθηκε από το διαχρονικό σωτήρα της, Δημήτρη Μελισσανίδη. Οι τρεις σχημάτισαν μια ιερή συμμαχία που έλαβε το χαρακτήρα μηχανισμού «εξυγίανσης». Το κοινό αίσθημα αποδίδει το modus operandi σε τρεις άξονες: ο Σαββίδης αναλαμβάνει το οικονομικό, ο Αλαφούζος το επικοινωνιακό και ο Μελισσανίδης την τεχνογνωσία. Ένας και μοναδικός στόχος να γκρεμιστεί ο Ολυμπιακός.

Ο Μαρινάκης σε πολύ σκληρές εποχές για την ελληνική οικονομία –συνεπεία και την κοινωνία– αντέχει μέχρι το 2017. Έγιναν πολλά στην επταετία του, ξεχωρίζουν οι αδιανόητες αποφάσεις των διαιτητών στο οφσάιντ του Κατσουράνη στο Φάληρο και στο χέρι του Γιάννη Μανιάτη στον τελικό κυπέλλου εναντίον του Αστέρα Τρίπολης.

Η πεποίθηση στο ελληνικό φίλαθλο κοινό που έχει απομείνει, είναι ότι δεν χρειάζεται να χρηματίζονται ή να επηρεάζονται οι διαιτητές. Αρκεί να γνωρίζουν ποιος έχει τη δύναμη και τι μπορεί να κάνει. Το ποδόσφαιρο έχει ξαναλλάξει πίστα, έχει περάσει σε άλλο level. Τα εκατομμύρια του Τσάμπιονς Λιγκ δεν είναι πλέον εγγυημένα, η απαξίωση έχει επιφέρει μείωση εσόδων και ενδιαφέροντος, τα γήπεδα είναι μισοάδεια.

Η Εθνική μετά από μια συγκλονιστική δεκαετία επιτυχιών έχει επιστρέψει στην ανυποληψία, διασύρεται ακόμα και από ομάδες ερασιτεχνών. Κουμάντο κάνουν οι μάνατζερ, τα συμφέροντα, οι αργομισθίες και οι «εξυπηρετήσεις». Ο Μαρινάκης αντιλαμβάνεται ότι παλιοί γνώριμοι πρώην διοικήσεων του Ολυμπιακού άλλαξαν στρατόπεδο και επιλέγουν τον Μελισσανίδη. Το δηλώνει ότι ο Σωκράτης Κόκκαλη επέτρεψε να κουμπωθεί ολόκληρη η παρέα στο πέτο του ιδιοκτήτη της ΑΕΚ που δηλώνει ότι «έρχεται».

Το ποδόσφαιρο πια είναι κάτι άλλο, οι οπαδοί είναι ποτισμένοι με μίσος, αρνούνται και τα προφανή, χρησιμοποιούν όρους πολιτικής αντιπαράθεσης των καφενείων της δεκαετίας του ’80. Η πόλωση έχει χτυπήσει κόκκινο, το μένος για τον άλλοτε πανίσχυρο Ολυμπιακό είναι δυσθεώρητο. Έρχονται ξένοι διαιτητές στα ντέρμπι, αναλύεται ακόμα και ένα πλάγιο άουτ και αποδίδεται πρόθεση στο βοηθό διαιτητή, ξεκινά σοβαρή συζήτηση για Grexit και στο ποδόσφαιρο.

Οι εκλογές στην ΕΠΟ αλλάζουν το σκηνικό. Πλέον παύει να την ελέγχει ο Ολυμπιακός, την ελέγχει ο ΠΑΟΚ και η ΑΕΚ. Το κοινό έχει πάψει να διακρίνει το δίκαιο, το σωστό, το αυτονόητο. Δεν το αγγίζουν ούτε τα σκηνικά ωμής βίας, οι δολοφονίες, οι υποκλοπές, οι υποθέσεις πολυιδιοκτησίας, τα λευκά Polo, οι ροζ και οι κίτρινες αποκαλύψεις, τίποτα. Πτωχευμένη χώρα, πτωχευμένο ποδόσφαιρο. Επιστρατεύονται τοποτηρητές της UEFA, υπουργικές αποφάσεις, μηχανορραφίες, πολιτικές παρεμβάσεις, υπόγειες συνεννοήσεις, ανίερες συμμαχίες. Τα πάντα ρει και ουδέν μένει.

Το «σύστημα» δεν είναι ίδιο όπως παλιά, δεν αρκούν τα δυο-τρία βασικά πράγματα για να επικρατήσει ο ισχυρός. Καθένας έχει την αλήθεια του, καθένας εξυπηρετεί τα δικά του συμφέροντα και κατά συνέπεια ερμηνεύει κατά το δοκούν. Απλώς έχουμε περάσει σε μια εντελώς διαφορετική περίοδο διάχυσης της πληροφορίας, έχουν ενταχθεί τα social media πολύ δυνατά στο παιχνίδι, έχει περάσει από πάνω μια δωδεκαετία απανωτών κρίσεων και τυγχάνει και οι τέσσερεις μεγάλες ομάδες της χώρας να διαθέτουν ισχυρότατους ιδιοκτήτες και πολύ δυνατές διοικήσεις.

Εδώ βρίσκεται η ειδοποιός διαφορά με τα προηγούμενα χρόνια. Ανέκαθεν τις μεγάλες ομάδες τις διοικούσαν ισχυρές προσωπικότητες, ανέκαθεν επικρατούσε ο πιο ισχυρός, πολλές φορές μάλιστα αυτός ο ισχυρός χαρακτήριζε την «εποχή» και τις ισορροπίες που ουδέποτε ήταν τέτοιες. Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο έχουμε να κάνουμε με ένα αμάλγαμα ισχυρών και νομιζόμενων ισχυρών, απλούστατα διότι οι εμπλεκόμενοι με το ποδόσφαιρο δεν κυριαρχούν μόνο οικονομικά και επιχειρηματικά, κυριαρχούν και στα Μέσα και το παιχνίδι έχει αλλάξει όρους.

Παλαιότερα «πανάκεια» εθεωρείτο η επικράτηση στις Ενώσεις και κατά συνέπεια στην Ομοσπονδία, το κύριο ζητούμενο ήταν ο έλεγχος της ΚΕΔ, τα πειθαρχικά όργανα, ο επηρεασμός της αθλητικής δικαιοσύνης. Πλέον στο ελληνικό ποδόσφαιρο πρωτάθλημα μπορεί να κρίνει ένα ρολό ταμειακής, τα τσιμεντωμένα δοκάρια, μια φωτογραφία ενός ιδιοκτήτη που εισβάλλει στον αγωνιστικό χώρο για να διαμαρτυρηθεί για την απόφαση ενός διαιτητή.

Φέραμε το VAR. Στην αρχή λειψό, μετά ολοκληρωμένο. Δοκιμάσαμε ξένους διαιτητές, βγήκαν σκάρτοι. Ζητάμε ελίτ διαιτητές από μεγάλα πρωταθλήματα, με διεθνή εμπειρία και όσο το δυνατόν πιο αμερόληπτους. Φέραμε ξένο αρχιδιαιτητή, δούλεψε για ελάχιστο χρονικό διάστημα απρόσκοπτα και αμέσως βρέθηκαν συμμαχίες και μηχανισμοί επηρεασμού στους ορισμούς. Τον αλλάξαμε κι αυτόν, προσελήφθη άλλος που εξυπηρετεί και υπάρχουν «επιτροπές υποδοχής» στο αεροδρόμιο για τον κάθε Κουλμπάκοφ.

Η παράνοια δεν έχει τελειωμό. Όλοι χρησιμοποιούν το ίδιο moto: «μόνοι μας και όλοι σας», όλοι αισθάνονται αδικημένοι και όλοι προσπαθούν να εξασφαλίσουν «το 50-50». Ποτέ δεν ήταν 50-50. Δεν υπάρχει 50-50, διότι ο καθένας το λογίζει διαφορετικά. «Προστασία της ομάδας» δεν σημαίνει να μην αδικείται εκείνη, αλλά κατά το δυνατόν οι ανταγωνιστές. Τα Μέσα διαδραματίζουν το ρόλο τους αναλόγως τον εργοδότη.

Τρεις διαφορετικές αθλητικές εκπομπές κάθε Κυριακή, η καθεμία με διαφορετική ερμηνεία για τις επίμαχες διαιτητικές αποφάσεις . Δημοσιογράφοι-δηλητηριογράφοι, ρεπόρτερ-οπαδοί, επικοινωνιολόγοι-εντολοδόχοι. Ο κάθε οπαδός με τη δική του αλήθεια, το κάθε πέταλο με τη δική του ατζέντα, πολλές φορές άσχετη εντελώς με την ομάδα και το ποδόσφαιρο. Με αποκρυσταλλωμένη άποψη ότι «ο Αυγενάκης είναι του Μαρινάκη», «η ΕΠΟ του Μελισσανίδη», «η βόρεια Ελλάδα του Σαββίδη», «η κυβέρνηση του Αλαφούζου».

Αυτά ακούγονται στα στέκια, αυτά γράφονται στα social media, αυτά «επικοινωνούν» είτε κεκαλυμμένα είτε απροκάλυπτα οι αρμόδιοι. Οι ίδιοι που υιοθετούν φτηνές πολιτικές, οι ίδιοι που εξυφαίνουν σενάρια και διαθέτουν το σωστό άλλοθι για κάθε περίσταση. Μια ατέλειωτη αιματοχυσία στην Αρένα, ένα συνονθύλευμα νύχτας, λαϊκής οργής, συμφερόντων, ποινικών υποθέσεων, νόμων του ισχυρού της ζούγκλας.

Στην αρχή πολιτικοποιήθηκε το ποδόσφαιρο, μετά ποδοσφαιροποιήθηκε η πολιτική, πλέον έχουμε να κάνουμε με δυσερμήνευτα και μη διαχειρίσιμα μεγέθη. Ανέκαθεν υπήρχε καχυποψία, ανέκαθεν τα «επιχειρήματα» αναφέρονταν στο «τι κάνατε εσείς πριν από εμάς», είναι κατ’ εξοχήν η πιο ανέξοδη επιλογή για να πεταχτεί η μπάλα στην εξέδρα.

Το πρωτάθλημα είναι σε εξαιρετικά κρίσιμη καμπή, αλλά η κατάσταση τρομερά έκρυθμη. Κάθε χρόνο οι παλιές εποχές φαντάζουν ολοένα και πιο ρομαντικές, πιο αθώες, πιο καθαρές. Γιατί είπαμε, τα όρια υπάρχουν για τα ξεπερνούν οι επόμενοι.