Αθλητισμος

Πρώτη η Ισπανία, γιατί δεν μοιάζει με καμία!

Παίξε, ρε παιδάκι μου, την μπάλα που ξέρεις! Αυτή που τραβάει η ψυχούλα σου.

Μιχάλης Λεάνης
ΤΕΥΧΟΣ 310
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Παίξε, ρε παιδάκι μου, την μπάλα που ξέρεις! Αυτή που τραβάει η ψυχούλα σου. Να γουστάρεις κι εσύ, να γουστάρουμε κι εμείς που σε υποστηρίζουμε και φάγαμε τα νιάτα μας να σε ακολουθούμε. Αλλιώς τσάμπα σε πιστεύουμε και εσύ τσάμπα μας μάγεψες. Δεν έχω ακούσει μεγαλύτερη βλακεία από το επιχείρημα: «Οι ομάδες από τη Λατινική Αμερική, υιοθετώντας το ευρωπαϊκό στιλ, δίνοντας δηλαδή μεγαλύτερη βαρύτητα στην τεχνική και λιγότερη στο θέαμα, πετυχαίνουν πιο εύκολα το σκοπό τους, που δεν είναι άλλος από την κατάκτηση ενός τίτλου. Εκτός του ότι δεν γουστάρω να βλέπω τη Βραζιλία να παίζει διαφορετικά από τον τρόπο που με έκανε να την ξεχωρίσω και την Αργεντινή να καμώνεται την Ευρωπαία, από πουθενά δεν προκύπτει ότι ομάδες από τη Λατινική Αμερική κέρδισαν τίτλους παίζοντας με ευρωπαϊκό ύφος, ευνουχίζοντας τα χαρακτηριστικά τους. Και σίγουρα όχι από την ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Μια φορά μόνο η Βραζιλία του Ντούνγκα (γι’ αυτό έκανε και την εθνική σαν τα μούτρα του), του Ρομάριο και του Μπεμπέτο το ’94, στο Μουντιάλ της Αμερικής. Θύμιζε Προοδευτική του Σούλη Παπαδόπουλου στο μελαψότερο και τελικά κατάφερε να προσθέσει ακόμη έναν παγκόσμιο τίτλο στη συλλογή της. Γιατί η επόμενη Βραζιλία, του Ρομπέρτο Κάρλος, του Ρονάλντο, του Κάφου, ήταν πραγματική Σελεσάο. Χάιδευαν την μπάλα και άκουγες… σάμπα! Και μπαλαδόρους είχε και στο χορτάρι απολαμβάναμε τακουνάκια, εμπνεύσεις και ατομικές ενέργειες που μας ξεσήκωναν, που συνήθως τις συνόδευαν επιφωνήματα θαυμασμού! Τα ίδια ισχύουν και για την Αργεντινή. Όσες φορές έπαιξε λατινοαμερικάνικα, με φινέτσα, με μαγκιά, προσφέροντας θέαμα όχι για το θέαμα αλλά γιατί έτσι της έβγαινε, τσίμπησε παγκόσμιο τίτλο και τη χειροκρότησαν όλοι. 

Αυτή η εμμονή με τη σκοπιμότητα και το κυνήγι της ουσίας, εκτός από μπαρούφα, αποδείχθηκε η μεγαλύτερη παγίδα στην οποία έχουν πιαστεί οι περισσότερες ομάδες. Άλλο αν δεν θέλουν να το παραδεχτούν. Το κυριότερο; Όλες οι εθνικές έχασαν σιγά σιγά τα τοπικά τους χαρακτηριστικά, αυτά που τις έκαναν διαφορετικές και ενδιαφέρουσες. Έχασαν δηλαδή την ποδοσφαιρική τους κουλτούρα και κατέληξαν να μοιάζουν σαν τους τυπάδες και τις τύπισσες που κυκλοφορούν τα βράδια στα μεγάλα κλαμπ. Είναι όλοι τραγικά ίδιοι. Άμα δεις έναν τους έχεις δει όλους. Στην ίδια λούμπα έχουν πέσει και οι ομάδες της Αφρικής. Πριν από μερικά μουντιάλ οι εθνικές από τη Μαύρη Ήπειρο είχαν ένα δικό τους στιλ, μια δική τους προσωπικότητα. Γρήγορο ποδόσφαιρο, τακτική όση χρειάζεται για να γίνει το κοκτέιλ ισορροπημένο, λίγη αναρχία στο παιχνίδι τους και πολλές εμπνεύσεις. Τους έψησαν και αυτούς ότι αν αποβάλλουν τις κακές συνήθειες και εξευρωπαϊστούν, θα φτάσουν ψηλά. Γι’ αυτό το λόγο προσέλαβαν προπονηταράδες από τη Γηραιά Ηπειρο. Κάτι παροπλισμένα σκαριά που μπάταραν σε ξέρες. Καμία δεν έφτασε ψηλά και ούτε θα φτάσει ποτέ αν συνεχίσει να παρουσιάζεται μεταλλαγμένη. Σε αυτό το μουντιάλ που ζήσαμε, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο σφύριγμα περισσότερο θόρυβο έκαναν ο βουβουζέλες από τις ομάδες μέσα στα γήπεδα. Όλες κοιτούσαν να εμφανιστούν διακριτικές και σιγά σιγά να φτάσουν στο ψηλότερο σκαλί. Είχες την εντύπωση ότι ένα φωτοτυπικό μηχάνημα τύπωνε ομάδες και τις μοίραζε στους αγωνιστικούς χώρους. Τόσο ίδιες και απαράλλακτες ήταν μεταξύ τους. 

Δεν βρίσκω λοιπόν καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι αυτές που προχώρησαν και έκλεισαν την τετράδα ήταν ομάδες που αρνήθηκαν να πέσουν στην κινούμενη αμμο της συλλογιστικής του σύγχρονου ποδοσφαίρου και διατήρησαν τα βασικά στοιχεία από τη φυσιογνωμία τους. Η Γερμανία, χειμώνας μπαίνει χειμώνας φεύγει, παίζει το ίδιο ποδόσφαιρο. Γρήγορο, με αυτοματισμούς, με βασικό σκοπό να εκμεταλλευθεί τους κενούς χώρους. Άλλες φορές μπορεί να υποστηρίξει αυτό το στιλ με επιτυχία, άλλες όχι. Αλλά είναι πάντα η Γερμανία. Προσηλωμένη στις αρχές της έφτασε να κατακτήσει την τρίτη θέση. Η αντίπαλός της η Ουρουγουάη, η μόνη από τη Λατινική Αμερική που ταξίδεψε ψηλά, ήταν κλασική ομάδα με λατινοαμερικάνικα χαρακτηριστικά. Με έναν παίκτη πραγματικό ηγέτη, τον Φορλάν, και δίπλα του ποδοσφαιριστές ελεύθερους στις εμπνεύσεις τους και με πολύ πάθος μέσα τους. Έπαιξαν στο μικρό τελικό από εκεί που δεν τους περίμενε κανείς. Αντίθετα, αυτοί που περίμεναν να δουν τελικό μιας Βραζιλίας με αντίπαλο κάποια Αργεντινή, θα το δουν στο όνειρό τους. Αντίστοιχα η Ολλανδία και η Ισπανία, που έφτασαν ως τον τελικό, παίζουν τη δική τους μπάλα. Οι Οράνιε με πολύ τρέξιμο, δύναμη, τεχνική, διαρκή κίνηση και εμπνεύσεις, από παίκτες υψηλού επιπέδου σαν τον Ρόμπεν, τον Σνάιντερ, τον Βαν Πέρσι και τον Βαν Μπόμελ. Οι Ισπανοί με εκπληκτικό passing game, πολλή δουλειά στο κέντρο του γηπέδου, από παίκτες με πολύ καλή τεχνική κατάρτιση και πολύ μυαλό.  Από τον Ινιέστα και τον Τσάβι, που θα μπορούσαν κάλλιστα να ήταν σκακιστές, αλλά και τον Βίγια, τον Φάμπρεγκας, τον Μπούσκετς, τον Πικέ, τον Πουγιόλ και τον Σέρχιο Ράμος. Κέρδισαν πανάξια τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή, αποδεικνύοντας πως οι ομάδες που έχουν ταυτότητα στο παιχνίδι τους, εκτός από ταλέντο, αδύνατον να χάσουν την πρωτιά από εθνικές με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. Έναν εαυτό που όταν κοιτάζονται αυτάρεσκα στον καθρέφτη δεν τον αναγνωρίζουν ούτε οι ίδιες.  

Εικονoγράφηση: Απόστολος Γιαγιάννος, Goal Keeper", ακρυλικα& λαδια, 2007

*info@athensvoice.gr