Αθλητισμος

Γιατί ο Ολυμπιακός χρειάζεται ένα μείγμα Κόκκαλη - Μαρινάκη

Οι ομάδες μιας χρήσεως δεν είναι η σοφή επιλογή

Zastro
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πολλά μπορείς να πεις για τον πρόεδρο και ιδιοκτήτη Κόκκαλη, να του πιστώσεις τη σωτηρία του συλλόγου εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ότι μετά από μια μακρά περίοδο επενδύσεων δίχως αντίκρυσμα «γύρισε το φύλλο» επιλέγοντας τον Θωμά σε εκείνες τις εκλογές στην Αλεξανδρούπολη, ότι έχτισε το Καραϊσκάκη, ότι κατέκτησε τα συνεχόμενα πρωταθλήματα βάζοντας το όνομά του δίπλα σ’ εκείνο του Γουλανδρή. Πολλά και ακόμα περισσότερα. Ένα πράγμα δεν άντεχε ο Κόκκαλης και σε ένα πράγμα είναι εκ διαμέτρου αντίθετος από το σημερινό ιδιοκτήτη του Ολυμπιακού, τον Βαγγέλη Μαρινάκη: στις πωλήσεις ποδοσφαιριστών. «Και η Μάντσεστερ ενδιαφέρθηκε και η Τότεναμ και άλλες ομάδες, όμως μετά από τέσσερα, πέντε χρόνια δένεσαι διαφορετικά με την ομάδα. Ο κ. Κόκκαλης έπαιξε μεγάλο ρόλο στο να παραμείνω στον Ολυμπιακό» λέει και ξαναλέει ο Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς σε κάθε του συνέντευξη και σε δυο αράδες συνοψίζει την πολιτική του Σωκράτη Κόκκαλη όσον αφορά τις πωλήσεις παικτών.

Κάποτε τον είχα γνωρίσει από κοντά, είδα έναν άνθρωπο πολύ μακριά από το στερεότυπο του επιχειρηματία-killer, έναν τύπο πάρα πολύ έξυπνο, με πάθη και τεράστια αγάπη για το ποδόσφαιρο. Είναι απίστευτο πόσο αγαπάει το ποδόσφαιρο, πόσο κατηρτισμένος είναι και πόσα πράγματα καταλαβαίνει. Με τον δικό του όμως τρόπο, που θα μπορούσε κανείς να κατηγοριοποιήσει σε μια σοβιετικού τύπου σχολή και παράδοση. Ήθελε τον Ολυμπιακό πιο πολύ «οικογένεια» να λειτουργεί σε διαφορετικό εντελώς πλαίσιο και μακριά από ατζέντηδες και μεσάζοντες. Για κάποιους αυτή η προσέγγιση είναι οπισθοδρομική, επ’ ουδενί δεν προκρίνεται ως σωστός ο τρόπος του Κόκκαλη και ως λάθος ο τρόπος του Μαρινάκη. Το ζητούμενο και η διαφορά έγκεινται στη φιλοσοφία και στο ποδόσφαιρο που είχε ο καθένας στο μυαλό του όταν ασχολήθηκε με το #1 ποδοσφαιρικό brand στη χώρα. Ο Κόκκαλης τους καλούς παίκτες τούς θεωρούσε παιδιά του, ήθελε να τους βλέπει να κεντάνε στο γήπεδο, γούσταρε να βλέπει τον Ζιοβάνι στο χόρτο όπως ο οπαδός, παρά το γεγονός ότι ο Βραζιλιάνος μπορεί να έκανε κακό στη λειτουργία της ομάδας.

Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι η μοναδική φορά που «λύγισε» ο Κόκκαλης σε πώληση ήταν όταν οι Ουκρανοί της Σαχτάρ έστρωσαν πακτωλό εκατομμυρίων στα πόδια του Νέρι μετά από εκείνο το εκπληκτικό τουρνουά του Μεξικάνου στο Copa America. Η πώληση του Νταμπίζα στη Νιούκαστλ ήταν πιο πολύ προϊόν διαφωνίας και ο Στέλιος ο Γιαννακόπουλος έφυγε ελεύθερος στην Μπόλτον γιατί πήγε στο γραφείο του Κόκκαλη με απαιτήσεις. Ναι, μη σας κάνει εντύπωση, ο ίδιος ο Κόκκαλης τους έβλεπε τους ποδοσφαιριστές, μιλούσε μαζί τους, περίμενε στο γραφείο του να τους ακούσει και συνήθως του άρεσε να του λένε «ό,τι θες εσύ, Πρόεδρε» και όχι συγκεκριμένα νούμερα. Δεν θα μπορούσε με τίποτα να συνομιλεί με μάνατζερ, να κάνει τις διάφορες «χάρες» που κάνει ο Μαρινάκης σε ατζέντηδες, να δίνει τόσο γερές προμήθειες προκειμένου να τον ανεβάσουν στη λίστα όταν στην επόμενη μεταγραφική περίοδο θα προωθήσουν τον επόμενο πελάτη τους. Με λίγα λόγια, ο Κόκκαλης δεν θα μπορούσε ποτέ να αντέξει π.χ. τον χαρακτήρα του Μίνο Ραϊόλα, την αμετροέπεια και τις συμφωνίες τύπου Βάις.

Ο Μαρινάκης είναι «πιο επιχειρηματίας», τον αγαπάει εξίσου τον Ολυμπιακό, αλλά κατάλαβε νωρίς ότι ο σύλλογος είναι αναγκασμένος να ακολουθήσει το «σύγχρονο» τρόπο για να παραμείνει στην ελίτ. Ο Κόκκαλης ελίτ θεωρούσε την πρωτοκαθεδρία στην Ελλάδα, την ευρωπαϊκή διάκριση σπανίως την πρόταξε στις μέρες της δόξας του, ειδικά μετά από εκείνη την καταστροφική χρονιά αμέσως μετά την πρόκριση στα προημιτελικά του Champions League και τον «αέρα» του Ελευθερόπουλου. Μόνο εκείνο το καλοκαίρι κινήθηκε ο Σωκράτης διαφορετικά, σύναψε δύο επιζήμια για τον προϋπολογισμό δάνεια και έφερε στην Ελλάδα δυο τρομερά ονόματα για τα ελληνικά δεδομένα, που όμοιά τους δεν θα ξαναδούμε ποτέ: τον Ζιοβάνι από την Μπαρσελόνα και τον Ζάχοβιτς από την Πόρτο. Τον Ζιοβάνι τον συμπάθησε αμέσως γιατί του άρεσε πάντα το «περιττό» και τα κόλπα, τον Σλοβένο έκανε αμήν να τον ξαποστείλει στη Βαλένθια, μετανιωμένος που τον πλήρωσε πανάκριβα. Ακόμα και στην περίπτωση του Γρηγόρη Γεωργάτου που πωλήθηκε στην Ίντερ, ο Κόκκαλης με το συναίσθημα λειτούργησε και, όταν ο παίκτης ζήτησε να γυρίσει μετά από μόλις μία σεζόν στο Μιλάνο, του άνοιξε αμέσως την πόρτα αρνούμενος τη δεύτερη δόση από τα 7 δισ. (δραχμές) του Μοράτι. Δεν είναι μικρό πράγμα, είναι ζήτημα πολιτικής και χαρακτήρα, και ο Κόκκαλης απλούστατα δεν είναι Μαρινάκης.

Η μοναδική φορά που ο Ολυμπιακός πήγε να λειτουργήσει σε «πρότυπα Μαρινάκη» ήταν το 2008, όταν πια τα ηνία τα είχε αναλάβει ο Πέτρος και με επικεφαλής του τμήματος τον Ίλια Ίβιτς έγιναν κινήσεις που παραπέμπουν στη σημερινή κατάσταση. Μέχρι τότε η δαπάνη επί παραδείγματι 7μισι εκατομμυρίων ευρώ για ποδοσφαιριστή (η περίπτωση του Αργεντίνου Μπελούτσι) ήταν εκτός συζήτησης και εκτός πλάνου. Και πάλι όμως, όταν εμφανίστηκε ο κίνδυνος της απώλειας του τίτλου, ο Κόκκαλης δεν δίστασε να καθαίρει τον ίδιο του τον γιο, προκειμένου να επιστρέψει ο σύλλογος στην προτέρα κατάσταση (και να κατακτήσει τελικά στο νήμα το πρωτάθλημα εκμεταλλευόμενος την αντικανονική συμμετοχή Βάλνερ). Ο Ολυμπιακός του Κόκκαλη ήταν πιο συναισθηματικός, συνάμα όμως ήταν και πιο πρωτόγονος, πιο τραχύς, πιο «ελληνικός».

Για να γίνει κατανοητό, ο Βαγγέλης Μαρινάκης πήρε έναν σύλλογο που μάτωσε επί χρόνια να κάνει ένα εκτός έδρας διπλό στο Champions League (το οποίο το έκανε με Πέτρο Κόκκαλη και Ίλια Ίβιτς στον σχεδιασμό και τη διοίκηση) και με την πολιτική του τον οδήγησε σε άκρως υπολογίσιμη ευρωπαϊκή δύναμη που βγάζει διπλό ακόμα και στο Emirates.

Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς, τι σχέση έχουν οι εκτός έδρας νίκες στο Champions League με τις πωλήσεις παικτών. Όλα έχουν σχέση στο σημερινό ποδόσφαιρο, ακόμα και η φαινομενικά αποτυχημένη και ξεχασμένη μεταγραφή κάποιου Γκαζαριάν, μπορεί να οδηγήσει στο μεταγραφικό «μπαμ» της επόμενης σεζόν που θα φέρει το επόμενο διπλό στην Ευρώπη. Ο Κόκκαλης με το ζόρι συναίνεσε στον Μπαμπαγκίντα προκειμένου να του φέρει ο «καταστρόφα» Σέλουκ τον Γιάγια Τουρέ, ο Μαρινάκης όχι απλώς θα είχε κρατήσει τον Τουρέ, αλλά θα τον πουλούσε ο ίδιος στην Μπαρσελόνα, χωρίς το «μεσάζοντα» Μονακό. Και ο Μαρινάκης άλλωστε, στην αρχή της θητείας του, αρνητικός ήταν σε αυτήν την άτυπη «επιχειρηματοποίηση» του ποδοσφαίρου, κάποιες συναντήσεις όμως και γεύματα στο εξωτερικό με τους σωστούς ανθρώπους τον οδήγησαν στην απόφαση να αναθεωρήσει. Ο Κόκκαλης σε αυτές τις συναντήσεις δεν θα παρίστατο ποτέ γιατί, κατά τη δική του λογική και κοσμοθεωρία, ο Ολυμπιακός δεν είναι ούτε selling club ούτε μπορεί να γίνει Πόρτο και Μπενφίκα.

Κάποτε μεταξύ σοβαρού και αστείου είχε δηλώσει ότι ο στόχος είναι η κατάκτηση του Champions League, ότι ο τελικός της Αθήνας είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον Ολυμπιακό να πάρει το πρώτο του ευρωπαϊκό τρόπαιο. Χίμαιρρες κυνηγούσε ο Κόκκαλης γιατί το ποδόσφαιρο το αντιμετώπιζε σαν μικρό παιδί, ήταν ικανός να ταξιδέψει από το σπίτι του στη Χαλκίδα να δει τοπικό πρωτάθλημα, τα σαλόνια και τις σουίτες δεν τις αγάπησε ποτέ. Άλλα χρόνια και άλλες καταβολές, θα πει κανείς και θα έχει απόλυτο δίκιο, πλην όμως δεν είναι σαφές ποιο από τα δυο ποδόσφαιρα ενδείκνυται. Οι παλαιότεροι λατρεύουν τον Ολυμπιακό του 4-4-2, της φουλ επίθεσης, της τρίπλας, του «περιττού». Ο Ολυμπιακός του σήμερα είναι μια ομάδα που δεν φοβάται να παίξει άμυνα, μπορεί και ξέρει να περιμένει τον αντίπαλο για να χτυπήσει στην κόντρα. Αυτό ο Ολυμπιακός του Κόκκαλη το λοιδωρούσε όταν έβλεπε να το κάνουν οι «απέναντι» που κέρδιζαν στο Αμβούργο στην κόντρα. Είναι η φιλοσοφία του συλλόγου που τονίστηκε προηγουμένως, η ανάγκη που ένιωθε ο ίδιος ο Κόκκαλης να βλέπει τον Ολυμπιακό να διαλύει στη μέρα του τη Λεβερκούζεν με 6 γκολ, αλλά να χάνει και με 5 από τη Μάντσεστερ στο Ολντ Τράφορντ.

Ο Μαρινάκης στη θητεία του έχει κάνει ούτε λίγο ούτε πολύ 150 μεταγραφές, ο σύλλογος έχει ξοδέψει πάνω από 120 εκατομμύρια σε αγορές, έχει εισπράξει πάνω από 180 σε πωλήσεις. Τα νούμερα είναι ασύλληπτα κι ας ξενίζουν φίλους κι αντιπάλους. Για να καταστεί σαφής η διαφορά φιλοσοφίας των δύο σε ομοειδείς περιπτώσεις, ο Κόκκαλης «εξαναγκάστηκε» να πωλήσει τον Κυριάκο Παπαδόπουλο στη Σάλκε με 1.8 (2.2 με τα bonus) εκατ. ευρώ, όταν ο Μαρινάκης τον Ρέτσο τον πούλησε με 17μισι εκατομμύρια (με τα bonus22) στη Λεβερκούζεν. Αμφότερες οι πωλήσεις στη Γερμανία και οι δυο νεαροί ποδοσφαιριστές χωρίς παρουσίες και παραστάσεις. Μόνο με το όνομα και το brand του Ολυμπιακού. Η διαφορά είναι τρομακτική, σίγουρα καταδεικνύει το πόσο έχει αλλάξει το ποδόσφαιρο την τελευταία δεκαετία και σε οικονομικό επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα αποδεικνύει και τη διαφορά Κόκκαλη-Μαρινάκη. Παλαιάς κοπής παράγοντας ο Σωκράτης, σύγχρονος μάνατζερ ο Βαγγέλης.

Πλέον το κύριο ζητούμενο είναι να διαπιστωθεί η πρόθεση Μαρινάκη στον πιο «ατύπικο» Ολυμπιακό του καιρού του. Το rebuilding είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο, σίγουρα έσοδα δεν υπάρχουν και ο Ολυμπιακός καλείται να βρει ισορροπίες και σταθερές, αφού ειδικά την περσινή σεζόν, το παράκανε. Η ελληνική αγορά δεν προσφέρεται είναι η αλήθεια για αισιόδοξα πλάνα, ένα πρωτάθλημα που βάλλεται πανταχόθεν είναι σχεδόν αδύνατον να παράξει ποδοσφαιρικά προϊόντα και ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου. Οι επιλογές και οι στόχοι είναι συγκεκριμένοι, η αγορά λειψή, το πρωτάθλημα εξακολουθεί να είναι παραγοντικό και τρόπον τινά παρασκηνιακό. Οι ομάδες μιας χρήσεως δεν είναι η σοφή επιλογή, ένας σύλλογος όπως ο Ολυμπιακός χρειάζεται τελικά ένα μείγμα και από τη φιλοσοφία Κόκκαλη και από τη φιλοσοφία Μαρινάκη, γιατί κινδυνεύει να χάσει την ταυτότητά του. Και πλέον δεν παίζει μόνος του.