Αθλητισμος

Το μάθημα που πήρε ο Λεμονής

Αν τα πράγματα εξακολουθήσουν να προχωρούν με οδηγό το «βλέποντας και κάνοντας», καλό θα είναι να μην περιμένει κανείς διαφορετικά αποτελέσματα

Νίκος Ασημακόπουλος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Φαντάζομαι πως από τότε που ο Λεμονής ξαναγύρισε στον Ολυμπιακό, το πρώτο πράγμα που ψάχνει είναι ένας τρόπος για να ριζώσει και να κάνει αυτή τη φορά τη μεγάλη καριέρα που ονειρεύεται κάθε Έλληνας προπονητής.

Συμπαθητικό παιδί που δεν προκάλεσε ποτέ κανένα φίλο ή εχθρό, πήγε για τρίτη φορά με τη φιλοδοξία να κάνει την υπέρβασή του. Βρήκε το περιβάλλον ιδανικό. Όλοι τον θυμούνται για την πρώτη εκτός έδρας νίκη στο Champions League μετά από χρόνια ξηρασίας (3-1 στην Βρέμη), το 6-2 κόντρα στη Λεβερκούζεν και κυρίως το επικό και ανεπανάληπτο 4-1 με τον Παναθηναϊκό στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Και τώρα ο δρόμος ήταν στρωμένος. Η ομάδα έχει πάρει ήδη το πρωτάθλημα με τον «αποτυχημένο» Μπέντο κι αυτός το μόνο που χρειαζόταν ήταν να σφραγίσει με την παρουσία του τη φιέστα και να φέρει το κύπελλο.

Μάλιστα οι... μαγικές του ικανότητες αποθεώθηκαν προκαταβολικά, όπως γίνεται πάντα με κάθε «καινούργιο κοσκινάκι», μόλις κατάφερε να νικήσει τον Πλατανιά και την Κέρκυρα. Αμέσως βαφτίστηκε «καταλληλότερος για το μέλλον» και πήρε πόντους: «Ο Τάκης είναι δικό μας παιδί και θα πρέπει να τον κρατήσουμε για του χρόνου, αφού ένας καινούργιος θα είναι αναγκασμένος να μάθει την ομάδα από την αρχή με κίνδυνο να πάει στα προκριματικά του Champions League τον Αύγουστο και να αποκλειστεί».

Τέτοια έλεγαν όλη την προηγούμενη εβδομάδα, σίγουροι ότι ο Ολυμπιακός θα νικούσε στην Λιβαδειά και θα επέστρεφε στον Πειραιά πρωταθλητής με το μεγαλοπρεπέστατο πούλμαν.

Οι υπολογισμοί έπεσαν έξω. Το 1-1 με τον Λεβαδειακό, τέσσερις μέρες πριν το πρώτο ματς κυπέλλου με την ΑΕΚ, πήγε τα πράγματα πίσω. Ήδη ξαναμπαίνει δειλά-δειλά θέμα του προπονητή. Ο «καταλληλότερος» έγινε με την πρώτη στραβή... «ξαναζεσταμένος» και... «μ αυτόν δεν πάμε πουθενά»! Πλέον είναι υποχρεωμένος να παίξει τα δύο ντέρμπι κυπέλλου με την πλάτη στον τοίχο, να φτάσει στον τελικό και να τον κερδίσει, αν θέλει να έχει ελπίδες παραμονής.

Το θέμα όμως με τον φετινό Ολυμπιακό είναι πιο βαθύ και ξεπερνάει τον όποιο κόουτς. Τέσσερις πέρασαν φέτος από τον πάγκο, χωρίς κανένας να καταφέρει να αφήσει το στίγμα του σε μια χρονιά που ξεκίνησε λάθος και τελειώνει λάθος.

Έτσι, το μόνο που μένει είναι η προσπάθεια να παραμυθιαστεί για μια ακόμη φορά ο κόσμος και να μην ξενερώσει ακόμη περισσότερο ενόψει του φινάλε. Όμως ούτε κι αυτό το καταφέρνουν οι άνθρωποι της ομάδας.

Για παράδειγμα, όσο καιρό ήταν ο Μπέντο, ολόκληρος ο επικοινωνιακός μηχανισμός περνούσε στους οπαδούς την «τεράστια κίνηση» να χρησιμοποιεί τον Ρέτσο, τον Μανθάτη και τον Ανδρούτσο ακόμη και στα πιο δύσκολα ματς. Με το που ήρθε ο Λεμονής, οι ίδιοι άνθρωποι άρχισαν να «απολαμβάνουν» την −ας την πούμε− επιλογή τού να πατήσει σε «έμπειρους και ποιοτικούς» όπως ο Καμπιάσο, ο Μάριν και ο Τσόρι Ντομίνγκες, επειδή ο πρωταθλητισμός και το κυνήγι των υψηλών στόχων «δεν σηκώνουν πειράματα».

Για κακή τους τύχη, η εικόνα του Ολυμπιακού ήταν ίδια και με τη μία συνταγή και με την άλλη. Ίδια θα μείνει προφανέστατα και του χρόνου, όταν αναγκαστικά θα χρειαστεί να αναδειχθούν ξανά οι πιτσιρικάδες με την ελπίδα ότι θα πουληθούν στην πρώτη καλή ευκαιρία, οπότε θα ξαναπαίξει δυνατά το χαρτί της αξιοποίησης των ποδοσφαιρικών ακαδημιών.

Φυσικά, δεν θα φταίει ούτε τότε ο προπονητής − είτε είναι ο ίδιος είτε έρθει καινούργιος. Αν τα πράγματα εξακολουθήσουν να προχωρούν με οδηγό το φετινό «βλέποντας και κάνοντας», καλό θα είναι να μην περιμένει κανείς διαφορετικά αποτελέσματα. Και όλη η ως τώρα διαχείριση δείχνει ότι τα μυαλά δεν πρόκειται να αλλάξουν. Ίσως μάλιστα να είναι χειρότερα τα πράγματα αν έρθει το νταμπλ και ρίξει στάχτη στα μάτια εκείνων που τρέχουν την ΠΑΕ χωρίς πλάνο, χωρίς προοπτική, χωρίς τον παραμικρό σχεδιασμό και με πυξίδα το «ό,τι πουν οι μάνατζερ».

Για να δούμε, τι θα δούμε...