ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Ρόπαλα στα πανεπιστήμια, ξανά: Τι πραγματικά έχει αλλάξει στα ελληνικά ΑΕΙ

Ρόπαλα, καπνογόνα και το παλιό ερώτημα που δεν φεύγει από τα ελληνικά πανεπιστήμια

Λουκάς Βελιδάκης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η επίθεση στην Πολυτεχνική του ΑΠΘ επανέφερε το παλιό ερώτημα της ασφάλειας στα ΑΕΙ. Ο Παναγιώτης Γκλαβίνης και η Βάσω Κιντή μιλάνε στην ATHENS VOICE

Στην Πολυτεχνική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η ακαδημαϊκή καθημερινότητα διακόπηκε βίαια. Ομάδα ατόμων με κράνη, ρόπαλα και επιθετικό εξοπλισμό εισέβαλε στον χώρο και επιτέθηκε σε φοιτητές, σκορπίζοντας πανικό μέσα σε ένα πανεπιστήμιο που βρισκόταν σε πλήρη λειτουργία. Η χρονική συγκυρία -παραμονή φοιτητικών εκλογών- φόρτισε ακόμη περισσότερο το περιστατικό.

Τα ΜΑΤ έφτασαν στην Πολυτεχνική αφού τα επεισόδια είχαν τελειώσει. Η αστυνομία προχώρησε σε 39 προσαγωγές, χωρίς να προκύψουν στη συνέχεια κατηγορίες σε βάρος των προσαχθέντων. Το ίδιο απόγευμα, παρόμοιο επεισόδιο στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής: ομάδα περίπου οκτώ ατόμων με γάντια και κράνη επιτέθηκε και τραυμάτισε τρεις φοιτητές που μεταφέρθηκαν στο Θριάσιο.

Για πολλούς, η εικόνα έμοιαζε με επιστροφή σε ένα παρελθόν που θεωρητικά είχε αρχίσει να υποχωρεί. Για άλλους, δεν υπήρξε καμία έκπληξη.

«Η συγκεκριμένη επίθεση, που είναι πολύ στοχευμένη, διεξήχθη με τρόπο καταδρομικό στο Πολυτεχνείο ενόψει των εκλογών», λέει στην ATHENS VOICE ο κοσμήτορας της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, Παναγιώτης Γκλαβίνης. Η δική του ανάγνωση είναι σαφής: δεν πρόκειται, όπως υποστηρίζει, για ένδειξη γενικευμένης επιστροφής της ανομίας στα πανεπιστήμια, αλλά για μια ειδική περίπτωση βίαιης σύγκρουσης μεταξύ χώρων της άκρας αριστεράς και του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου.

«Είναι ένας ενδοακροαριστερός εμφύλιος μεταξύ των ΕΑΑΚ και του αναρχικού χώρου», σημειώνει. Κατά την εκτίμησή του, πρόκειται για μια σύγκρουση με ανοιχτούς λογαριασμούς που προϋπάρχουν εδώ και καιρό, ανεξαρτήτως του αν οι ακριβείς αιτίες της αντιπαράθεσης δεν είναι απολύτως σαφείς.

Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί -όπως ξεκαθαρίζει- την υποχρέωση του πανεπιστημίου να προστατεύει οποιονδήποτε δέχεται επίθεση εντός της πανεπιστημιούπολης. «Δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε εμείς την υποχρέωση να προστατεύουμε οποιονδήποτε υφίσταται επίθεση εντός του Πανεπιστημίου, οποιωνδήποτε πεποιθήσεων και να είναι».

Το ερώτημα όμως παραμένει: αν το πανεπιστήμιο δεν είναι πια αυτό που ήταν, γιατί τέτοιες εικόνες εξακολουθούν να επιστρέφουν;

Ο κ. Γκλαβίνης απορρίπτει την εικόνα ενός ΑΠΘ που λειτουργεί ως «ξέφραγο αμπέλι», υποστηρίζοντας ότι η κατάσταση έχει αλλάξει ουσιαστικά σε σχέση με προηγούμενα χρόνια: οι καταλήψεις έχουν περιοριστεί σημαντικά και χώροι που στο παρελθόν λειτουργούσαν ως «στέκια» έχουν χάσει τον προηγούμενο ρόλο τους.

«Σήμερα η κατάσταση που επικρατεί δεν έχει τίποτα να κάνει με αυτό που επικρατούσε μέχρι τώρα. Από τη μεριά των καταλήψεων, από τη μεριά των πάρτι, από τη μεριά της ανομίας, όλα αυτά τα πράγματα έχουν τελειώσει».

© Eurokinissi

«Οι κλειδαριές είναι για τους νοικοκυραίους»

Στην ανάλυσή του, το χθεσινό περιστατικό δεν ανήκει στην κατηγορία της καθημερινής εσωτερικής απορρύθμισης του πανεπιστημίου, αλλά σε κάτι διαφορετικό: αιφνίδιες επιθέσεις τύπου hit-and-run, τις οποίες θεωρεί εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθούν ή να αποτραπούν από τις πανεπιστημιακές αρχές. «Απέναντι σε τέτοιου είδους επεμβάσεις, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τίποτα».

 Όταν τίθεται το επιχείρημα περί ελεγχόμενης εισόδου ή φυσικών μέτρων ασφαλείας, απαντά: «Να βάλουμε πόρτες με ασφάλεια, ελεγχόμενη είσοδο και τα λοιπά; Μα οι κλειδαριές είναι για τους νοικοκυραίους. Έρχεται ο κλέφτης, βλέπει μια κλειδαριά και μπαίνει μέσα, σπάει την πόρτα». Κατά τη δική του λογική, αν μια οργανωμένη ομάδα αποφασίσει να εισβάλει βίαια, θα παραβιάσει οποιοδήποτε εμπόδιο.

Στην ίδια γραμμή, υποστηρίζει ότι οι δράστες τέτοιων επιθέσεων δεν είναι φοιτητές αλλά εξωπανεπιστημιακές ομάδες που γνωρίζουν πώς να παρεμβαίνουν δυναμικά στον πανεπιστημιακό χώρο και να αποχωρούν πριν υπάρξει ουσιαστική αντίδραση.

«Πανεπιστημιακή αστυνομία: Δεν έχει δοκιμαστεί - δεν έχει αποτύχει»

Η ομότιμη καθηγήτρια Φιλοσοφίας ΕΚΠΑ, Βάσω Κιντή, σημειώνει ότι το χθεσινό περιστατικό δεν ήταν παρένθεση ούτε εξαίρεση. «Για μένα αυτά όλα τα επεισόδια είναι αναμενόμενα, διότι δεν έχει συμβεί κάτι που να μπορεί να τα αποτρέψει. Δεν εξεπλάγην». Παραδέχεται μεν ότι τα επεισόδια έχουν μειωθεί, αλλά διότι «έχουν αποδυναμωθεί αυτές οι ομάδες - όχι γιατί το πανεπιστήμιο έχει πάρει κάποια μέτρα». 

Η λύση που προτείνει -και που λέει ότι έχει κουραστεί να επαναλαμβάνει- είναι η πανεπιστημιακή αστυνομία. «Ο μόνος τρόπος που έχει απομείνει, γιατί δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ, είναι η πανεπιστημιακή αστυνομία. Θα πρέπει τώρα τα ίδια τα ιδρύματα να ζητήσουν αυτή τη βοήθεια. Γιατί την απέκρουσαν όταν τους προσφέρθηκε και η κυβέρνηση στη συνέχεια δίστασε να την επιβάλει κόντρα στις διοικήσεις των πανεπιστημίων». Η κανονική αστυνομία, εξηγεί, δεν μπορεί να λύσει αυτό το πρόβλημα.

«Τα ΜΑΤ με τον βαρύ εξοπλισμό τους δεν μπορούν να είναι συνέχεια μέσα στα ιδρύματα και να αποτρέπουν τέτοιες ενέργειες. Πρέπει να υπάρχουν σχέδια ασφαλείας, πρέπει να υπάρχουν στελέχη, προσωπικό πανεπιστημιακής αστυνομίας οι οποίοι να είναι σε κρίσιμους χώρους, να ξέρουν να προβλέπουν ότι πιθανόν, αν υπάρχουν εκλογές, πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερη εγρήγορση». Το επιχείρημα εναντίον της πανεπιστημιακής αστυνομίας είναι ότι «δεν λειτούργησε». 

Η κ. Κιντή το αντιστρέφει: «Να μη λένε ότι έχει αποτύχει. Να λένε ότι δεν έχει δοκιμαστεί αυτή η λύση. Και δεν μας προτείνουν κάτι άλλο. Ας μας προτείνουν κάτι άλλο». «Δεν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα. Απλώς εθελοτυφλούμε», συμπληρώνει.

Η άποψη αυτή δεν περιορίζεται στη Βάσω Κιντή. Σε παρόμοιο τόνο κινήθηκε και ο αντιπρύτανης του ΑΠΘ, Ιάκωβος Μιχαηλίδης. «Η συντριπτική πλειονότητα της ακαδημαϊκής κοινότητας ζητά πανεπιστημιακή αστυνομία, ελεγχόμενη πρόσβαση στο πανεπιστημιακό campus και κάμερες ασφαλείας», τόνισε στον ΣΚΑΪ, σημειώνοντας  πάντως ότι υπάρχει και ένα μεγάλο μέρος της πανεπιστημιακής κοινότητας που έχει συμβιβαστεί με αυτά τα φαινόμενα βίας.

Πέρα από τα ρόπαλα

Πέρα από το επεισόδιο της Τρίτης, ο Παναγιώτης Γκλαβίνης βλέπει ένα ευρύτερο κοινωνικό πρόβλημα ριζοσπαστικοποίησης που, κατά την εκτίμησή του, δεν αφορά μόνο τα ελληνικά πανεπιστήμια. Τονίζει ότι στις δυτικές δημοκρατίες η ριζοσπαστικοποίηση αποτελεί ευρύτερο κοινωνικό φαινόμενο. Στην Ελλάδα όμως, λόγω του «legacy» της Μεταπολίτευσης, όπως το περιγράφει, αυτή η ένταση βρίσκει έκφραση και μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους, κυρίως στα κεντρικά campus της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. 

«Εκεί λοιπόν εμείς υφιστάμεθα μία τάση ριζοσπαστικοποίησης, στην οποία φαίνεται πως ακολουθούν σχολές που έχουν πρόβλημα στην επαγγελματική αποκατάσταση», αναφέρει, διευκρινίζοντας πάντως ότι αυτό δεν σημαίνει πως οι φοιτητές εμφανίζουν σήμερα τις ίδιες ακραίες συμπεριφορές με το παρελθόν.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η φοιτητική κουλτούρα έχει αλλάξει αισθητά μετά την πανδημία. «Μετά τον COVID έχουμε ιδεί σημαίνουσα διαφορά στη συμπεριφορά των φοιτητών», σημειώνει, εκτιμώντας ότι η συμμετοχή σε ευρύτερες μορφές κινητοποίησης είναι πλέον πιο περιορισμένη.