Η Άννα Μπολένα είναι ένα σπάνιο ορόσημο του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου, καθώς σηματοδοτεί τη μετάβαση του μπελ κάντο από πεδίο φωνητικής επίδειξης σε ουσιαστικό δραματουργικό εργαλείο. Η παγκόσμια πρεμιέρα του έργου δόθηκε με τεράστια επιτυχία στις 26 Δεκεμβρίου 1830 στο Θέατρο Κάρκανο στο Μιλάνο και αποτέλεσε την πρώτη διεθνή επιτυχία του Ντονιτσέττι, αφού αμέσως μετά το Μιλάνο το έργο παρουσιάστηκε σε όλο τον κόσμο. Πρόκειται για δραματική ιστορία με πάθη, πολιτικές δολοπλοκίες και προδοσίες η οποία, σε συνδυασμό με τη μοναδικής έμπνευσης και ευαισθησίας μουσική σύνθεση, ξετυλίγει συναρπαστικά τους χαρακτήρες των ηρώων, ιδιαίτερα της Άννας. Το λιμπρέτο του Φελίτσε Ρομάνι αφηγείται τις τελευταίες ημέρες της βασίλισσας στην αυλή του Ερρίκου Η΄. Όταν ο βασιλιάς στρέφει το ενδιαφέρον του στην Τζοβάννα Σεϋμούρ, προμηνύεται η πτώση της Άννας. Η επανεμφάνιση του παλιού της έρωτα, του λόρδου Περσύ, και η άτυχη παρέμβαση του νεαρού Σμέτον δίνουν στον Ερρίκο το πρόσχημα να την κατηγορήσει για μοιχεία, με αποτέλεσμα τη σύλληψή της. Στον Πύργο του Λονδίνου, η Άννα αρνείται να ομολογήσει παρά τις προτροπές της Τζοβάννας και τις θυσίες του Περσύ και του Σμέτον, και λίγο πριν την εκτέλεσή της παραληρεί, αναπολεί το παρελθόν, συγχωρεί τους εχθρούς της και οδηγείται στο ικρίωμα, ενώ ταυτόχρονα αναγγέλλεται ο γάμος του βασιλιά με τη Σεϋμούρ.
Η Άννα Μπολένα δεν αφηγείται απλώς μια ιστορική πτώση, αλλά φωτίζει διαχρονικά ζητήματα εξουσίας, δημόσιας εικόνας και προσωπικής ευθραυστότητας, αναδεικνύοντας τη φωνή ως χώρο εσωτερικής σύγκρουσης και μνήμης. Μέσα από τη μουσική και τη δραματουργία, η αριστουργηματική αυτή όπερα προσφέρει στο σύγχρονο κοινό τη δυνατότητα να αναστοχαστεί πάνω στη σχέση ατόμου και συστήματος, καθιστώντας την κάθε νέα παρουσίασή της μια ζωντανή και επίκαιρη καλλιτεχνική πράξη.
Η Άννα Μπολένα, η οποία αποτελεί μέρος της «Τριλογίας των Τυδόρ» γράφτηκε από τον Ντονιτσέττι μέσα σε έναν μήνα, ενώ μετά την πρώτη παρουσίασή της παρέμεινε δημοφιλής για περίπου πενήντα χρόνια. Μετά από ένα μεγάλο διάστημα λήθης, επανήλθε στο ρεπερτόριο τη δεκαετία του 1950, κυρίως χάρη στην ερμηνεία της Μαρίας Κάλλας στη Σκάλα του Μιλάνου το 1957, η οποία άνοιξε τον δρόμο για την αναβίωση και άλλων «ξεχασμένων» έργων του μπελ κάντο. Η προσέγγιση της Κάλλας στον ρόλο, η οποία συνδυάζει τη φωνητική δεξιοτεχνία του μπελ κάντο με την έντονη τραγική εκφραστικότητα, αποτελεί μέχρι σήμερα ένα υπόδειγμα ερμηνείας του ρόλου, ενώ η ζωντανή ηχογράφηση του έργου θεωρείται ένα ιστορικό ντοκουμέντο για τη συγκεκριμένη όπερα και ένα σημείο αναφοράς για τον ρόλο.
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:
Θέμελης Γλυνάτσης
ΗΘΟΠΟΙΟΙ:
Πέτρος Μαγουλάς, Μαρία Κοσοβίτσα, Μιράντα Μακρυνιώτη, Γιάννης Γιαννίσης, Γιάννης Χριστόπουλος, Διαμάντη Κριτσωτάκη, Μάνος Κοκκώνης. Με την Ορχήστρα και τη Χορωδία της ΕΛΣ