Αρχειο

Omonoia: this is the end

…My friend, όπως θα ’λεγε ο μακαρίτης Jim Morrison. Θα το έλεγε ως τραγούδι, αλλά κολλάει τέλεια στην Ομόνοια. Που σαν πρωτευουσιάνικη πλατεία είναι στο τσακ να αυτοκαταστραφεί.

Μανίνα Ζουμπουλάκη
ΤΕΥΧΟΣ 263
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ένας διευθυντής περιοδικού μάς έλεγε (όταν ήμασταν μικροί) πως δεν κατέβαινε στην Ομόνοια ποτέ, από άποψη – και μας φαινόταν περίεργο. Η πλατεία Ομονοίας ήταν σημείο συνάντησης («μπροστά στον Μπακάκο») και τόπος απόσυρσης μετά από κάθε νυχτερινή έξοδο. Είχε ζαχαροπλαστεία (Λαύριο, Βρεττάνια) και εστιατόρια (δεν τα θυμάμαι). Ένας μέτριος δημοσιογράφος περνούσε απ’ την Ομόνοια τουλάχιστον μία βραδιά τη βδομάδα και δεν θέλω να σκεφτώ τι έκανε ένας καλός δημοσιογράφος. Πιθανώς να κατασκήνωνε εκεί. Η λογική ήταν της πλατείας-του-χωριού: συναντούσες κόσμο, τα λέγατε, σκοτώνατε μερικές βραδινές ώρες ανταλλάσσοντας απόψεις. Μετά έφταναν οι εφημερίδες και μένατε λίγο ακόμα να τις σχολιάσετε. Είχε πλάκα.

Χωρίς να το πάρουμε είδηση άρχισε να ’χει βαποράκια στην αρχή, μετά χρήστες (ναρκωτικών, καλέ) που πολλαπλασιάζονταν συνεχώς, μετά πουτάνες, μετά πορτοφολάδες και τέλος… ό,τι μπορεί να σκεφτεί κανείς σε μη-ακαδημαϊκό. Σε μία δεκαετία η Ομόνοια έγινε αυτό που είναι σήμερα, και που ο μέσος Αθηναίος δεν βλέπει ποτέ γιατί δεν έχει καμιά όρεξη. Δεν περνάμε από κει, δεν είναι ο δρόμος μας – κι αν είναι, σπιντάρουμε με τα παράθυρα του αυτοκινήτου κλειστά και με το διαβατήριο στα δόντια…

Το πάθαμε ένα Σάββατο βράδυ με την ξαδέρφη μου και το αμάξι της, που ψάχναμε «ασφαλές σημείο» να το παρκάρουμε, επειδή μια άλλη φορά που το άφησε κάτω από την Ομόνοια της το σπάσανε. Το «Κάτω από την Ομόνοια» είναι εφιάλτης – ο «Εφιάλτης στο δρόμο με τις λεύκες» μπροστά στη Μενάνδρου, Γερανίου, Κουμουνδούρου, Σωκράτους, Λυκούργου, Βηλαρά κ.λπ. είναι Όνειρο Θερινής Νυχτός: σφιχτές παρέες μεταναστών με σκοτεινά βλέμματα κάνουν περιπολίες ανά ομάδες, οι Νιγηριανοί, Σενεγαλέζοι σε στάνταρ δρόμους, οι Πακιστανοί, Ινδοί σε άλλους, οι Αλβανοί χώρια, οι Μολδαβοί, Γεωργιανοί, Κούρδοι επίσης. Όπου φτάνει το μάτι σου, κάθε είδους πουτάνα χτυπάει τα τακούνια της στα δύσχρηστα πεζοδρόμια: καχεκτική, ναρκομανής, έφηβη, μητέρα, παχουλή, μαύρη, άσπρη, ασιάτισσα, μικρή, μεγάλη, ξανθιά, μελαχρινή, βαμμένη, άβαφτη, φοιτήτρια, ξέκωλη… αλλά βασικά… ναρκομανής. Σε γωνία της Σατωβριάνδου δύο καρα-προσγειωμένες «πεταλούδες της νύχτας» βαρούσαν ενέσεις στις εννιά το βράδυ. Σε γωνία της Αγίου Κωνσταντίνου κάποιος έκανε εμετό ενώ κάποιος άλλος του έψαχνε τις τσέπες. Σε όλες τις γωνίες ανεξαίρετα κάποιος πουλούσε κάτι (και δεν εννοώ κάστανα), κάποιοι την είχανε στημένη, κάποιοι άλλοι πιανόντουσαν στα χέρια. Περιπολικά σταματούσαν κόσμο για εξακρίβωση, ιδρωμένοι άντρες με βρόμικα ρούχα στεκόντουσαν με τα χέρια σε κουρασμένη ημι-ανάταση μπροστά στα μπατσικά. Ιδρωμένοι μπάτσοι με κομμένα μάτια προσπαθούσαν να διαβάσουν «χαρτιά» σε ξένες γλώσσες. Και οι μεν και οι δε είχανε βδομάδες να κοιμηθούνε σαν άνθρωποι.  Έκανε ζέστη και στις πλάκες της πλατείας εκατοντάδες μετανάστες, κυρίως άντρες, κι άλλοι τόσοι τζάνκις και των δύο φύλων περίμεναν σκυθρωποί κοιτάζοντας τους υπόλοιπους μετανάστες και τζάνκις.

Ναι, και μέσα σ’ όλο αυτό το τουρλουμπούκι ψάχναμε με την ξαδέρφη πού θα παρκάρουμε το κάμπριο…

Πήγαμε για φαγητό στο roof garden του Dorian Inn Hotel, στο μικρό και συμπαθητικό “Point of View”. Τα ξενοδοχεία της Ομόνοιας είναι ανακαινισμένα, όμορφα, καθαρά, ξάστερα – σαν να βρέθηκαν εδώ από άλλες περιοχές της Αθήνας, από περιοχές που κατοικούν κανονικοί άνθρωποι. Το “Point of View”  είναι μια τέτοια περίπτωση: ένα συμμαζεμένο, όμορφο εστιατόριο-μπαρ στο 12ο όροφο του ξενοδοχείου, με υπέροχη θέα που πιάνει όλο το λεκανοπέδιο και με την κλασική πλέον «Ακρόπολη στο πιάτο». Ο θόρυβος και το γενικό χάλι της Ομόνοιας δεν έφτανε ως το 12ο, η Αθήνα από ψηλά φαινόταν κούκλα, φυσούσε ένα δροσερό αεράκι που δεν άγγιζε καν την πλατεία. Η πισίνα του ξενοδοχείου «μαδούσε» μικρές στάλες νερού που σε δρόσιζαν ακόμα περισσότερο. Φάγαμε ένα τέλειο φιλέτο «του Σατανά» και μια ωραία σαλάτα, είδαμε και ξαναείδαμε τη θέα, ξεχάσαμε την πλατεία από κάτω, όλα ήταν άψογα. Το σέρβις γλυκύτατο. Οι τιμές λογικές (€ 20-25). Όλα ωραία – αλλά κυρίως η θέα, που είναι στην κατηγορία «δεν παίζεται».

Φεύγοντας μάθαμε ότι υπάρχει πάρκινγκ απέναντι από το Dorian Inn. Δηλαδή, duh. Άδικα διασχίσαμε με κίνδυνο της ζωής μας όλη τη Γάζα. Και πάλι, όμως, νιώσαμε πολύ τυχερές που τη βγάλαμε καθαρή, δύο κουλές με τα πεδιλάκια και τις ψάθινες τσαντούλες τους στα καλά καθούμενα μέσα στην Ομόνοια σαν πόντιες Μικρές Λουλούδες – αλλού ξημερωμένες, κανονικά.

Τέλος πάντων υπόσχομαι να μην αφήσω να περάσουν χρόνια πριν ξαναπάω στην Ομόνοια. Όχι ότι απασχολεί κανέναν το πόσο συχνά πάει ένας μέτριος/κακός δημοσιογράφος στην Ομόνοια, εδώ δεν πατάει ο καλός, μια και μένει Φιλοθέη. Η Ομόνοια είναι μακριά μας (δόξα σοι ο Θεός). Απλώς… είναι και πολύ δίπλα μας.

By the way, αν πάτε για φαγητό ή ποτό στο “Point of View”, έχει πάρκινγκ ακριβώς απέναντι… 

 

“Point of view”, Dorian Inn Hotel, Πειραιώς 17, 210 5231.755