Αρχειο

ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΚΑ

Όλοι (κάνουμε) πως σιχαινόμαστε τα κλισέ. Τα οποία πάντα κρύβουν μια δόση αλήθειας, διαφορετικά δεν θα λέγονταν έτσι. Το δικό μου αγαπημένο –που πιστεύω 100%– είναι ότι αγαπάς, εξερευνάς, επανεφεύρεις την πόλη που ζεις αν (σου) φορέσεις την ετικέτα του «τουρίστα».

Παναγιώτης Μένεγος
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Έστω για λίγες ώρες. Κι εγώ το κάνω κάθε φορά που περπατάω στην Πλάκα. Είτε στην ξεδιάντροπα εμπορική πλευρά της είτε στα γοητευτικά Αναφιώτικα και τα μυστηριώδη στενά της. 

Πάντα ξεκινώ από το Σύνταγμα για να την εμβολίσω από το σημείο που η δική της «πόλη μέσα στην πόλη» τέμνεται με το downtown. Ανεβαίνω τη Βουλής, ψωνίζω φρέσκα ζαρζαβατικά από την ευγενική κυρία στο μανάβικο της οδού Απόλλωνος (απέναντι από το Furin Kazan), περνάω μια βόλτα από την πλακόσττωτη αυλή-πλατεία του 1ου Πειραματικού Αθηνών στην οδό Ηπίτου. Τσεκάρω τα μαγειρευτά στο μενού του «Παραδοσιακού Οινομαγειρείου» στη συμβολή με τη Ναυάρχου Νικοδήμου. Στην τελευταία μπορεί και να λοξοδρομήσω για λίγο, περνώ έξω από τις pubs Love και New York – απομεινάρια μιας άλλης εποχής που σου χαμογελούν πονηρά. Ξαναβρίσκω το βήμα μου και μπαίνω στην καρδιά της «γειτονιάς των αγγέλων». Η Κόδρου είναι ένας μικρός δρόμος με δύο μπουτίκ, ένα ξενοδοχείο και το Μουσείο Παιδικής Τέχνης. Αν ζούσα στην Πλάκα, θα ήθελα ένα σπίτι ανάμεσά τους (5 χρόνια πριν θα ζητούσα ένα διαμέρισμα στη γαλάζια πολυκατοικία των φοιτητών της οδού Δαιδάλου). Βγαίνοντας στην Κυδαθηναίων, προσπερνάω τον «μίστερ εκλογές» Ηλία Νικολακόπουλο που πίνει το χυμό του στη γωνιά του καφέ «Οιωνός» και κατηφορίζω – ανάμεσα από Γιαπωνέζους που τραβάνε φωτογραφίες και γκαρσόνια που μιλάνε αδέξια αγγλικά– προς την Αδριανού. Προσπερνώ το υπέροχο θερινό «Σινέ Παρί», την πολύχρωμη λάμψη από τα λικέρ της βιτρίνας του Βρεττού, του πιο παλιού αποστακτήριου της Ευρώπης, το υπόγειο με Τα Μπακαλιαράκια του Δαμίγου και αντιμετωπίζω το τρίλημμα: να χαθώ,  στη σκιά της Ακρόπολης, στα Αναφιώτικα, καταλήγοντας για μια κρέπα στο γαλακτοπωλείο «Αμάλθεια»; Να κατηφορίσω την Αδριανού και να χαζεύω με τις ώρες τις φωτογραφίες έξω από το Remember – αυτόν το ναό του vintage/kitch που έχουν τιμήσει με την παρουσία τους ο Nick Cave, οι Technotronic και τα club kids των 80s που σύχναζαν στα επίσης πλακιώτικα MAD και Trip; Ή να βγω από τη Θρασύλλου στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου και το νέο Μουσείο της Ακρόπολης που – ντροπή μου– δεν έχω ακόμα επισκεφθεί;

Διαλέγω το τρίτο. Στην επιστροφή θα μπω από τη Φρυνίχου και το Θέατρο Τέχνης που παίζεται το πολυσυζητημένο «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ», ενώ θα σταθώ στην πλατεία Καλλικράτους. Ο αστικός μύθος τη θέλει να ονομάζεται «Φανάρι του Διογένη» (άγνωστο γιατί), η νοσταλγική πραγματικότητα αναπολεί τον μπερντέ που έστηνε ο Ευγένιος Σπαθάρης, διασκεδάζοντας με Καραγκιόζη τους διερχόμενους Αθηναίους.