Αρχειο

Διακοπές στην Αθήνα

Τουρίστας στην πόλη που πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου

Μίμης Χρυσομάλλης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δέκα μέρες διακοπές. Όχι στα νησιά, ούτε σε κάποια γραφική παραθαλάσσια περιοχή μακριά από τα αστικά κέντρα. Δέκα μέρες σαν τουρίστας στην πόλη όπου πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου έως σήμερα. Δέκα μέρες διακοπών στην Αθήνα. 

Αν και μικρό, το χρονικό αυτό διάστημα στάθηκε αρκετό για να ξαναδώ με φρέσκια ματιά μέρη, πράγματα, και πρόσωπα που είτε τα είχα δεδομένα είτε ελαφρώς παραμελημένα σε κάποια γωνία του μυαλού μου. Κάνοντας τακτικά την διαδρομή Άμστερνταμ-Αθήνα (πετώντας τόσο με το αεροπλάνο όσο και το μυαλό μου) τα τελευταία χρόνια, είναι μια ευκαιρία να βάζω σε τάξη τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου, να αναθεωρώ τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο και τον εαυτό μου, να σιγουρεύομαι για τις προτεραιότητές μου. Επιστρέφοντας πίσω είναι σαν να συναντιέμαι με ένα παλιό φιλαράκι, με βοηθάει να βλέπω πιο καθαρά ποιος είμαι, πως και πόσο έχω αλλάξει.

Έτσι και τούτη τη φορά. Οι δέκα αυτές μέρες μου έδωσαν την ευκαιρία για ενδοσκόπηση και επαναπροσέγγιση των σχέσεών μου με όσα και όσους με περιβάλλουν. Μου έδωσαν επίσης την ευκαιρία να επανεκτιμήσω τις μικρές εκείνες απολαύσεις που μόνο μέσω της απόστασης και του αποχωρισμού καταλαβαίνεις την αντιστρόφως ανάλογη, τεράστια σημασία τους.

Μιλώ για την εκτυφλωτική λάμψη του αυγουστιάτικου ήλιου που σου τσουρουφλίζει τη σάρκα αλλά και το μυαλό, αδειάζοντάς το από εφήμερες έγνοιες και δυσάρεστες σκέψεις. Τον σταθερό, σίγουρο παφλασμό από το κυματάκι που σκάει αβίαστα μέχρι τα πόδια σου, χαϊδεύοντας απαλά τα βοτσαλάκια της παραλίας. Το αεράκι που κουνάει πέρα-δώθε τα κλαδάκια των πεύκων, σκορπώντας τριγύρω μικρές πράσινες πευκοβελόνες. Τον ήχο από τα τζιτζίκια που σαν αλάνθαστοι ψάλτες κρατάνε το ίσο στην θερινή αυτή λειτουργία.

Μιλώ ακόμα για το πορφυρό πέπλο που σκεπάζει την πόλη καθώς πέφτει το σούρουπο, και το κυνηγητό που παίζει μαζί σου ο γιγαντωμένος πύρινος δίσκος του ήλιου που δύει, καθώς περπατάς κατά μήκος της μεγάλης λεωφόρου στο κέντρο της πόλης. Τους τοίχους γεμάτους με τα γκράφιτι και τους αφορισμούς που φιλοδοξούν να αλλάξουν, ή έστω να ταρακουνήσουν κάπως, την κοσμοθεωρία μας.

Μιλώ για τις μακρόσυρτες κουβέντες με φίλους σε ταβερνάκια και ολάνθιστους κήπους, τις μουσικές που διαχέονται από τα διάφορα μπαράκια στα δρομάκια του κέντρου, τις απογευματινές και ολονύκτιες συμμαζώξεις σε ταράτσες με (ή χωρίς) θέα. Τις μυρωδιές της βραδινής Αθήνας - αυτό το μείγμα από ιδρώτα, τσιγάρα και αλκοόλ σε τυχαία ποσόστωση, ανακατεμένο με άρωμα από γιασεμί που έρχεται να ευωδιάσει τον αέρα έχοντας δραπετεύσει από κάποιο θερινό σινεμά ή μια γειτονική αυλή.

Μιλώ για όλα εκείνα τα φαινομενικά πεζά και ασήμαντα μικροπράγματα που όμως αναδεικνύουν την πραγματική ομορφιά της καθημερινής ζωής στην πόλη. Είναι ακριβώς αυτές οι εικόνες, οι ήχοι, οι οσμές, τα πρόσωπα και η ανάμνησή τους που αποτελούν το απόσταγμα των σύντομων, και όμως τόσο μεγάλων, δέκα αυτών ημερών.

Και όπως κάθε φορά, έτσι και φέτος νιώθω να με κατακλύζει μία αίσθηση ακαθόριστης μελαγχολίας αφήνοντας πίσω μου το ελληνικό καλοκαίρι. Ξέρω όμως πως πρόκειται για έναν αποχωρισμό προσωρινό και η παρήγορη αυτή σκέψη μου φέρνει ένα χαμόγελο καθώς φέρνω ξανά στο μυαλό μου στιγμές από τις δεκαήμερες αυτές διακοπές κάνοντας ταυτόχρονα σχέδια για την επόμενη συνάντησή μου με την Αθήνα, που αν και δοκιμάζεται παραμένει ζωντανή, όμορφη, μοναδική.