Αρχειο

Κωνσταντίνα Κούνεβα

Η δικαίωση, το χθες και το μετά

Τάκης Σκριβάνος
18’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ήρθε στην Ελλάδα ως μετανάστρια, εργάστηκε ως καθαρίστρια, πολέμησε για τα δικαιώματά της, έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας γι’ αυτόν το λόγο, παλεύει και σήμερα για τα προβλήματα που άφησε στην υγεία της η επίθεση αυτή και στις εκλογές της 25ης Μαΐου εξελέγη ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ με περισσότερους από 100.000 σταυρούς.

Με αφορμή όλα αυτά, της κάναμε δύο ερωτήματα και παραθέτουμε τρία ακόμα θέματα που έχουν δημοσιευθεί στην ATHENS VOICE για την ιστορία της. Ένα για την επίθεση εναντίον της, λίγες εβδομάδες μετά (Φλεβάρης 2009), ένα δικό της άρθρο, όταν της ζητήσαμε να γράψει το editorial της Athens Voice (Νοέμβριος 2009) και μία συνέντευξη λίγο πριν τις εκλογές (Μάιος 2014).

 


Η εκλογή σας στην Ευρωβουλή αποτελεί για εσάς μια δικαίωση για όσες δυσκολίες περάσατε στη χώρα μας;

Είναι μια δικαίωση, αλλά εμένα δεν με απασχολούσε αυτό. Στη διάρκεια όλων όσων πέρασα χαιρόμουνα πολύ την αγάπη, το ενδιαφέρον για το πώς εξελίσσεται η υγεία μου, για το τι έχω ανάγκη, χαιρόμουνα τη συμπαράσταση και την αλληλεγγύη. Το γεγονός ότι ξεσηκώθηκε ο κόσμος και άρχισε να λέει ανοιχτά τα προβλήματά του μου έδινε βεβαιότητα πως όσα όλα όσα είχα κάνει ήταν σωστά. Η εκλογή στην Ευρωβουλή έδωσε και πολιτική έκφραση στη δικαίωση που είχα ήδη πάρει από τον κόσμο.

Τι θα θέλατε να επιτύχετε κατά τη διάρκεια της θητείας σας ως ευρωβουλευτής, ώστε να δικαιώσετε και εκείνους που σας ψήφισαν;

Το έχω απαντήσει και πριν την εκλογή μου, το ξαναλέω και τώρα. Είναι υποχρέωση και δική μου και όλων των ευρωβουλευτών της Αριστεράς να γίνουμε η φωνή των αδύνατων, των αποκλεισμένων, όλων όσοι υποφέρουν από τα μνημόνια, από τη λιτότητα, από την αυθαιρεσία των εργοδοτών. Θα έχουμε πετύχει, πρώτα απ’ όλα αν περισσότεροι Ευρωπαίοι μάθουν την αλήθεια για την καταστροφή που γίνεται στην ελληνική κοινωνία. Και θα έχουμε δικαιώσει όσους μας ψήφισαν αν στο τέλος της θητείας μας η Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει ένα πρόσωπο λιγότερο σκληρό και αδιάφορο απ’ αυτό που δείχνει σήμερα στους λαούς της.

 


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΗ (τ. 246, της Δήμητρας Τριανταφύλλου))

Είναι μητέρα, μετανάστρια και εσχάτως φιγούρα τραγική, αλλά περισσότερo ηρωική μπροστά στα σοκαρισμένα μάτια της παγκόσμιας κοινότητας. Είναι η Κωνσταντίνα Κούνεβα και αυτή είναι η ιστορία της.

22/12/2008, 00.10

Μια νύχτα που η πόλη ζούσε στο παραμύθι των Χριστουγέννων, μια γυναίκα πολύ κουρασμένη, επιστρέφει από τη δουλειά της, όπως κάθε βράδυ την ίδια ώρα. Λίγα μέτρα πριν από το σπίτι της, στη συμβολή των οδών Τρώων και Δρυοπών στα Άνω Πετράλωνα, ένας άντρας την πλησιάζει και της αποσπά την προσοχή. Ένας δεύτερος από αριστερά της ρίχνει βιτριόλι στο πρόσωπο, την αναγκάζει να το καταπιεί. Διαφεύγουν με μηχανάκι. Όσοι τη βλέπουν πρώτοι λένε ότι φεύγουν ολόκληρα κομμάτια από το σώμα της, μιλάει όμως ακόμα, οι φωνητικές της χορδές δεν έχουν καταστραφεί. Μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο, ένας από τους περίοικους την καταβρέχει με ένα λάστιχο. Η Κωνσταντίνα Κούνεβα μεταφέρεται στον Ευαγγελισμό.

Πέμπτη, 22/1, 17.30

Κρύο τσουχτερό στην πόλη, από τα ηχεία στα Προπύλαια ξεχύνεται το τραγούδι της προσυγκέντρωσης. «Ποιος τη ζωή μου ποιος την κυνηγά να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα (...) ποιος τη ζωή μου ποιος παραφυλά στου κόσμου τα στενά ποιος σημαδεύει;». Στην κεφαλή της η μητέρα της Κωνσταντίνας, η ψυχολόγος της, συναδέλφισσες και φίλες πίσω από το πανό «Οι δολοφόνοι της Κ. Κούνεβα θα πληρώσουν. Να κλείσουν οι δουλεμπορικές εταιρείες». Η πορεία που διοργάνωσε η «Πρωτοβουλία Πρωτοβάθμιων Σωματείων» –τα οποία ξεπερνούν τα 60– είναι μαζική, αν και η έκφραση στο πρόσωπα των συμμετεχόντων δείχνει ότι πάνω απ’ όλα είναι συναισθηματικά φορτισμένη. Πάνε σχεδόν δυο μήνες που το σύνθημα «Κωνσταντίνα δεν είσαι μόνη» διατρέχει τους τοίχους της πόλης με ταχύτητα φωτός.

Ευαγγελισμός, βράδυ Δευτέρας

Σε ένα παράλληλο σύμπαν, στον 10 όροφο του Ευαγγελισμού, στο σαλόνι των επισκεπτών κοιτάω από το παράθυρο τον ορίζοντα της βραδινής πόλης. Η ζωή εκεί έξω τρέχει, αλλά ο χρόνος εδώ κινείται αργά. Δίπλα μου, η μητέρα της Κωνσταντίνας, Έλενα Ντέτσεβα, με βλέμμα τόσο βαρύ και θλιμμένο που ντρέπεσαι να το κοιτάς. «Έχω κουραστεί πολύ, θέλουμε κι εκείνη κι εγώ να μάθει ο κόσμος. Η υπόθεση να μην κουκουλωθεί, να πάει μέχρι εκεί που το ζήτησε η Κωνσταντίνα». Η Κωνσταντίνα τής γράφει καθημερινά. Τώρα «η κατάστασή της είναι σταθερή με ελαφριά βελτίωση, έχουν γίνει 3 πλαστικές επεμβάσεις. Το ένα μάτι της –στο άλλο η όραση έχει χαθεί οριστικά–, ο λάρυγγας, ο οισοφάγος και το στομάχι αντιμετωπίζουν ζωτικά προβλήματα. Δεν μου το έλεγε η Κωνσταντίνα ότι είχε προβλήματα, γιατί είμαι άρρωστη γυναίκα, και δεν ήθελε να με στεναχωρεί, αλλά εγώ το καταλάβαινα. Μερικές φορές έβγαινε έξω για καμιά δουλειά και επέστρεφε πολύ αγχωμένη.

Γνώριζα λίγα, όπως για παράδειγμα ότι μια φορά, ανάμεσα 2007-2008, ένας υπεύθυνος από το συνεργείο στο σταθμό του Αμαρουσίου τράβηξε την Κωνσταντίνα από τα μαλλιά και της είπε: “Δεν έχεις χαρτιά, δεν έχεις δουλειά εδώ, να πας στην πατρίδα σου”. Ξεκίνησα να δουλεύω στον ΗΣΑΠ το 2000 και από κάποιο σημείο και μετά άρχισαν να με μεταφέρουν από σταθμό σε σταθμό, ύστερα στις κοινόχρηστες τουαλέτες στον ηλεκτρικό στον Πειραιά... Δεν έφυγα, η δουλειά δεν είναι ντροπή. Η Κωνσταντίνα ξεκίνησε με το Θησείο, μετά Φάληρο και μετά Μαρούσι, όσο περνούσε ο καιρός τόσο περισσότερο ήθελαν να τη δυσκολεύουν. Στο τέλος, όταν έμαθαν για τη συνδικαλιστική της δραστηριότητα, έστειλαν εμένα στον ΟΣΕ στο Ρέντη. Και τι δεν με έβαζαν να κάνω, να καθαρίζω και στα τρένα και στις τουαλέτες και στα γραφεία, τα δέχτηκα όλα. Όταν πήγαινα να φέρω αντίρρηση άρχιζαν τα εξώδικα. Μου έστειλαν 3-4 που έγραφαν ότι δεν έκανα καλή δουλειά, ότι δεν έχω καθαρίσει μια τουαλέτα, αλλά δεν τα υπέγραφα. Η υπεύθυνη στο Ρέντη μού έλεγε: “Θα σε διώξω και δεν θα βρεις δουλειά πουθενά”. Της απαντούσα: “Tο ξέρω, είμαι μεγάλη γυναίκα”. Τελικά, μετά από κάποιον καιρό, η πρoσωπάρχισσα μου είπε ότι έπρεπε να υπογράψω και να φύγω. Στις αρχές του περιστατικού, όταν ακόμα η Κωνσταντίνα ήταν στην εντατική, πήγα από μόνη μου στην αστυνομία ένα χαρτί στο οποίο μου έγραψε: “Αυτός που μου το έκανε ήταν ντυμένος με χειμωνιάτικη, γκρι στολή”. Η συμπαράσταση από τον κόσμο είναι πάρα πολύ μεγάλη, μας βοηθάνε μέχρι και από το εξωτερικό. Το έχουμε πάρα πολλή ανάγκη. Τελευταία ήρθε στο νοσοκομείο και ο πρόεδρος των συνδικάτων του μεγαλύτερου συνδικάτου της Βουλγαρίας. Στη χώρα μας συζητάνε πάρα πολύ για το γεγονός, ο λαός όμως δεν έχει ξεσηκωθεί όπως συμβαίνει εδώ, φοβάται. Οι δημοσιογράφοι –πρώτα οι Βούλγαροι– μου έχουν ζητήσει να δώσω φωτογραφία της Κωνσταντίνας, όπως είναι αυτή τη στιγμή. Το σκέφτηκα πάρα πολύ, ένα ολόκληρο βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Αποφάσισα να μην το κάνω. Δεν θέλω ο λαός να κοιτάξει αυτή την εικόνα και να αποκτήσει περισσότερο μίσος. Θα συγκινηθεί, αλλά το μίσος θα φουντώσει. Από χτες έχουμε και φύλαξη, το ζήτησα για την ασφάλειά της.

Το απόγευμα οι φιλενάδες της έρχονται σπίτι για να κάθονται με το παιδί. Τώρα ο Εμμανουέλ τα ξέρει σχεδόν όλα, γιατί εγώ από την πρώτη μέρα τού είπα ότι έριξαν βιτριόλι στο πρόσωπό της. Ξέρει ότι δεν βλέπει και είναι με κολλύρια στα μάτια. Κάθεται σιωπηλός και το σκέφτεται, προσπαθεί να καταλάβει. Στις 2 Φλεβάρη είχε τα γενέθλιά του και μια μέρα πριν η ψυχολόγος της, η κα Κατερίνα Μάτσα, έφερε στην Κωνσταντίνα μια κάρτα να γράψει ευχές για το μικρό. Το πρωί της ημέρας των γενεθλίων του, λίγο πριν φύγει για το σχολείο, του λέω: “Εμμανουέλ, ένα λεπτό, έχεις γράμμα”. Μου διαβάζει τι γράφει μέσα και στο τέλος μού λέει: “Αυτό το τελευταίο δεν μου αρέσει. Γράφει να βοηθάω και στο σπίτι”. “Παρακάτω όμως τι γράφει;”, του λέω. “Α! Αυτό είναι από τη μαμά μου” απάντησε και ήταν μεγάλη η έκπληξή του. Αγκάλιασε την κάρτα, τη φίλησε και έφυγε για το σχολείο με τα μάτια του γεμάτα δάκρυα».

Σιλίστρα, Βουλγαρία 1964

Η Κωνσταντίνα Κούνεβα γεννήθηκε το 1964 στην παραδουνάβια πόλη Σιλίστρα, στη βορειοανατολική Βουλγαρία. Σπούδασε κι έκανε μεταπτυχιακά στην ιστορία και την αρχαιολογία. Στη χώρα της ερωτεύτηκε κι έκανε ένα παιδί. Στη δική μας ήρθε όταν ο γιος της εμφάνισε ένα σοβαρό πρόβλημα καρδιάς, το οποίο δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί εκεί. Το 2001 έφτασε εδώ με τη μητέρα της και το παιδί της. Ο οικογενειακός σήμερα φίλος της και συμπατριώτης Θοδωρής Ποπόφ, που δούλευε στο Ωνάσειο, ανέλαβε να τη συστήσει στους ειδικούς γιατρούς. Μετά την επέμβαση, ο γιος της Εμμανουέλ, που σήμερα πηγαίνει Ε’ Δημοτικού, έπρεπε να παρακολουθείται, γι’ αυτό κι εκείνη έψαξε μια δουλειά με ένσημα. Η μητέρα της –που εργαζόταν ήδη εκεί– την έφερε σε επαφή με την εταιρεία καθαρισμού ΟΙΚΟΜΕΤ Α.Ε., όπου και προσλήφθηκε. «Η φύση της δουλειάς δεν την ενοχλούσε καθόλου, είναι ένας άνθρωπος καλλιεργημένος και όποιος είναι καλλιεργημένος δεν στέκεται στο αν θα πιάσει μια σφουγγαρίστρα. Και στη Βουλγαρία, άλλωστε, αναγκάστηκε να κάνει δουλειές άσχετες με τις σπουδές της. Άνοιξε ένα κατάστημα με ρούχα, δούλεψε σε ένα εργοστάσιο με χαρτικά... Η Κωνσταντίνα είναι μια μορφωμένη γυναίκα, πολύ έξυπνη, με οράματα για τον κόσμο. Είναι ένα άτομο στα 100». Αυτά λένε για τη γραμματέα της Παναττικής Ένωσης Καθαριστριών και Οικιακού Προσωπικού οι φίλες της από το σωματείο.

Δικηγορικό γραφείο Δάφνης Βαγιανού, πλ. Κάνιγγος

«Όταν τη ρώτησαν ενώ σφάδαζε στο δρόμο “γιατί σου το έκαναν αυτό, κορίτσι μου;”, εκείνη απάντησε “γιατί είμαι συνδικαλίστρια”», μου λέει η Δάφνη Βαγιανού, μία εκ των δύο δικηγόρων της. «Η Κωνσταντίνα πρωταγωνίστησε σε ένα ζουγκλοειδές τοπίο εργασιακών σχέσεων. Μπήκε στο στόχαστρο γιατί συγκέντρωνε πολλά χαρακτηριστικά: περήφανη, συγκροτημένη, δεν μίλαγε αν πρώτα δεν είχε επεξεργαστεί τα επιχειρήματά της, νέα, μετανάστρια, μια γυναίκα αξιοπρόσεχτη. Όλα αυτά δημιούργησαν ένα σύνολο που κάποιους τους απείλησε, τους θορύβησε, τους θύμωσε... Η δολοφονική επίθεση εναντίον της είναι μία από τις πιο βάρβαρες και απάνθρωπες που έχω συναντήσει στα πολλά χρόνια που δουλεύω. Αυτό που σοκάρει είναι το μέγεθος της πράξης, το μέσο, η ποσότητα αυτού και ο τρόπος – την ανάγκασαν μέχρι και να το καταπιεί. Αρχικά, ο φάκελος που σχηματιζόταν έδειχνε μια εμμονή με τα προσωπικά της».

«Η αστυνομία» συνεχίζει «ισχυριζόταν ότι εξέτασε όλους τους μάρτυρες. Ρωτήσαμε αυτούς τους 10-15 ανθρώπους που την είδαν αμέσως μετά το συμβάν και ανακαλύψαμε ότι δεν εξετάστηκαν αρκετοί, ούτε όσο θα έπρεπε. Δεν γίνεται όμως μια τέτοια υπόθεση να αντιμετωπιστεί ρουτινιάρικα, η έρευνα είναι δύσκολη και απαιτεί καλής ποιότητας δουλειά. Ο κόσμος των εργασιακών σχέσεων, με τα κυκλώματα ανάμεσα στα άλλα που προωθούν τους ξένους εργάτες, είναι πολυσύνθετος. Αυτό που προκαλεί μεγάλη εντύπωση είναι ότι το αφεντικό της εταιρείας δεν έχει βγει αυτοτελώς να πει “τι είναι αυτά που υπονοείτε;”, δεν διαρρηγνύει τα ιμάτιά του, δεν παίρνει τη θέση που θα έπρεπε».

Ο δεύτερος δικηγόρος, κος Κώστας Παπαδάκης, δήλωσε πρόσφατα πως η δολοφονική επίθεση εναντίον της έγινε από πληρωμένους μπράβους με στόχο να τη σκοτώσουν. Νωρίτερα, η εισαγγελέας Πρωτοδικών Ελένη Ράικου είχε επιστρέψει το φάκελο της Κούνεβα ως ελλιπή και στη συνέχεια ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών κ. Ιωάννης Σακελλάκος είχε παρέμβει, παραγγέλνοντας τη διερεύνηση τυχόν ατασθαλιών από τις εταιρείες που αναλαμβάνουν εργολαβικά έργα καθαρισμού δημοσίων υπηρεσιών. Τώρα, και αφού η δημόσια κατακραυγή γιγαντώνεται μέρα με τη μέρα, η αστυνομική ασφάλεια Αττικής βάζει στο μικροσκόπιο συγκεκριμένες εταιρείες ασφάλειας, όπου θεωρείται πιθανό ότι εργάζονται οι δράστες.

24/2, είδε το φως της δημοσιότητας πληροφορία σύμφωνα με την οποία η αστυνομία έχει συλλάβει για τροχαίο ένα άτομο αλβανικής καταγωγής, πρώην εργαζόμενο στην εργολαβική εταιρεία καθαρισμού ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ – είχε αναλάβει από κοινού με την ΟΙΚΟΜΕΤ το έργο καθαρισμού του ΗΣΑΠ το 2003. Λέγεται ότι κατά τη διάρκεια της εξέτασής του υπέπεσε σε αντιφάσεις σχετικά με το πού βρισκόταν την περίοδο που έγινε η απόπειρα, καθώς και ότι την επομένη της δολοφονικής επίθεσης τηλεφώνησε στο σπίτι της Κούνεβα ρωτώντας πού είναι και τι κάνει. Σύμφωνα με τη δικηγόρο της Κούνεβα, Δάφνη Βαγιανού: «Ο συλληφθείς θα απολογηθεί αύριο. Το θέμα είναι να γίνει μια σωστή αξιοποίηση των πληροφοριών, να μάθουμε ποιες ακριβώς είναι αυτές οι αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε και αν είναι αληθινές».

Γραφεία ΠΕΚΟΠ, οδός 3ης Σεπτεμβρίου

Η Βλασσία Παπαθανάση, πρόεδρος της ΠΕΚΟΠ, η Βασιλική Τσούνη, αντιπρόεδρος, μαζί με άλλες συναδέλφισσες και φίλες της Κωνσταντίνας με περιμένουν στο μικρό γραφείο του σωματείου. Κουνούν τα χέρια τους με οργή, όταν μιλάνε για την εργασιακή φρίκη στον κλάδο τους.

«Από εκείνο το πρωινό που η μητέρα της μας ενημέρωσε για το συμβάν, έχουμε χάσει τον ύπνο μας. Η Κωνσταντίνα είναι άνθρωπός μας. Πήγαινε στη δουλειά της πεντέμισι ώρες και ύστερα ερχόταν εδώ για άλλες έξι. Έξω δεν έβγαινε πολύ, γιατί δεν είχε την οικονομική δυνατότητα, είχε όμως πολλούς φίλους. Όλη η καθημερινότητά της ήταν το παιδί της και το σωματείο. Όταν γράφτηκε στην ΠΕΚΟΠ, το 2003, μίλαγε ελληνικά, αλλά με πολύ μεγάλη δυσκολία, όμως διάβαζε τα πάντα, ενημερωνόταν –και όχι μόνο για τα δικαιώματά της– αλλά και για τη μουσική, που της άρεσε πολύ και προσπαθούσε να τη μεταδώσει και στο γιο της ξεκινώντας του με τα ελάχιστα χρήματά της μαθήματα πιάνου. Στη χώρα της τα συνδικάτα είναι ισχυρά και παρότι εκεί δεν ήταν συνδικαλίστρια το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε να κάνει εδώ ήταν να μπει σ’ ένα σωματείο.

Εμείς, μόλις την είδαμε, την ξεχωρίσαμε αμέσως. Είναι πάρα πολύ πνευματώδης και ταγμένη στο να βοηθήσει να αλλάξει ο κόσμος προς το καλύτερο. Το 2004 της προτείναμε να εκλεγεί στο Δ.Σ., αν και η ίδια δεν είχε τέτοιες βλέψεις. Παρά την εκλογή της την ενεργοποιούσαμε σε ελάχιστες περιπτώσεις, γιατί ως μητέρα και μετανάστρια θέλαμε να την προστατέψουμε, γι’ αυτό και ο εργοδότης της δεν γνώριζε ότι είναι εκλεγμένη στο σωματείο. Το 2006, από καταγγελίες άλλων εργαζομένων στο χώρο εργασίας της, είδαμε ότι ξαφνικά καταστρατηγούνται όλα τα δικαιώματά τους, γεγονός που η ίδια μας επιβεβαίωσε. Αποφασίσαμε λοιπόν να γίνει μια επιθεώρηση εργασίας, αφήνοντας πάλι την Κωνσταντίνα απ’ έξω. Πριν όμως προλάβει να γίνει ο έλεγχος, της έφεραν ένα βράδυ στο σταθμό τρία περιπολικά της αστυνομίας απειλώντας την ότι θα τη διώξουν από τη χώρα. Μας ενημέρωσε, και εμείς με τη σειρά μας αυτούς, ότι δεν μπορούν να την απολύσουν γιατί είναι εκλεγμένη στο σωματείο μας. Σε εκείνο το σημείο άρχισε και η περιπέτειά της. Η τρομοκρατία υπάρχει και σε άλλους χώρους, αλλά εκεί η κατάσταση είναι τελείως τραγική.

Ο επόπτης καθόταν καθόλη τη διάρκεια του ωραρίου πάνω από το κεφάλι της και όσο περνούσε ο καιρός αυτό γινόταν όλο και πιο έντονο. Η κατάσταση ξέφυγε τον τελευταίο χρόνο. Δεν γνωρίζαμε ότι δεχόταν απειλητικά τηλεφωνήματα ότι θα τη σκοτώσουν, το μόνο που μας είχε αποκαλύψει είναι ότι ένας άντρας με μουστάκι την παρακολουθούσε όταν έφευγε με το τρένο για το σπίτι και εκείνη άλλαζε βαγόνια για να του ξεφύγει. Ακόμα και έτσι, όμως, είχαμε μια αγωνία, γιατί δεν τη βλέπαμε καλά, είχε αγριέψει, βρισκόταν σε υπερένταση. Τώρα καταλαβαίνουμε ότι μάλλον δεν μας έλεγε όλη την αλήθεια, γιατί ήθελε να μας προστατέψει. Πολλοί στη δουλειά της –βλ. επόπτες– τη λέγανε τρελή. Της είχαν δημιουργήσει ενοχές και ίσως εκείνη σκεφτόταν ότι δεν θα την πίστευαν, αν έλεγε ότι απειλείται. Τότε ήταν που συνάντησε το Βέλγο δημοσιογράφο Ζακ Ντελόρμ, ο οποίος ήρθε στη χώρα μας για να ερευνήσει το δουλεμπόριο των εργατών, έναν άγνωστο, και ακούμπησε πάνω του το βάρος της. Τι έχει κάνει όμως η επιθεώρηση εργασίας από τότε που έγινε το συμβάν; Ακούμπησε την εταιρεία του Οικονομάκη;

Πήγαμε εμείς και διαπιστώσαμε 15 παραβάσεις. Σήμερα πήραμε την πληροφορία ότι κάποιος από την εργοδοσία πέρασε μπροστά από μια κοπέλα και της είπε: “Μη μιλάς, γιατί θα σου βάλω το μπουκάλι στο στόμα”. Κατά τα άλλα, ο διευθύνων σύμβουλος του ΗΣΑΠ μάς λέει ότι ο κύριος Οικονομάκης παίρνει τα χρήματα του έργου κανονικά για 6 ώρες και για βαρέα ένσημα. Είναι υπεύθυνος για το φαινόμενο, όπως και ο υπουργός Μεταφορών και η υπουργός Εργασίας και Απασχόλησης. Είχαμε δει μια φορά τον Οικονομάκη, πριν να αρχίσει η μεγάλη κόντρα, και του είπαμε: “Παρανομείς σε 10 πράγματα, ας λυθούν τουλάχιστον σε πρώτη φάση τα 4” και μας απάντησε: “Εγώ τον θέλω τον ΗΣΑΠ, είναι η βιτρίνα μου και το όχημά μου και για άλλες δουλειές”. Σύστησαν μέχρι και δικό τους αντι-σωματείο με μέλη... στελέχη, προσωπάρχες και επόπτες που προπηλάκισαν την Κωνσταντίνα έξω από το υπουργείο Εργασίας. Τώρα, η Κωνσταντίνα θα μείνει ανάπηρη όλη της τη ζωή, θα της δώσουν ένα σπίτι και θα πουν, ξεμπερδέψαμε».

Πέμπτη 22/1, πορεία αλληλεγγύης

«Είμαι στην πορεία» μου λέει στο κινητό ο Γιάννης Κουζής. «Να βρεθούμε αύριο στο γραφείο μου, στο Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ». Ο καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, επιστημονικός σύμβουλος του ινστιτούτου και επικεφαλής της έρευνας «Οι εργασιακές σχέσεις στον κλάδο του καθαρισμού», που διενήργησε ο φορέας και παρουσιάστηκε πρόσφατα, είναι αποκαλυπτικός: «Συνεργαζόμασταν με την Κωνσταντίνα, μας έδινε στοιχεία. Ήταν πολύ δραστήρια και συμμετείχε όπου μπορούσε, εδώ, στο Forum των μεταναστών... Η κουλτούρα και η μόρφωσή της παίζουν καθοριστικό ρόλο στη συνδικαλιστική της δράση. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που υπάρχει στον ευρύτερο χώρο που εργαζόταν είναι ότι δεν εφαρμόζεται η νομοθεσία και ο υπεύθυνος κρατικός φορέας δεν ενδιαφέρεται ή δεν θέλει να ερευνήσει το θέμα.

Η κατάσταση αυτή υπάρχει από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και αφορά σε ένα ευρύ φάσμα παραβιάσεων στα ασφαλιστικά και μισθολογικά θέματα, στις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας, στο ωράριο, έχει να κάνει με εκφοβισμούς και σε κάποιες περιπτώσεις και με σεξουαλικές παρενοχλήσεις – ειδικά στις αλλοδαπές. Νοσοκομεία, πανεπιστήμια και δημόσιοι φορείς έχουν προσωπικό καθαρισμού από ιδιωτικές εταιρείες που έχουν αναλάβει το έργο από το δημόσιο. Οι εργολάβοι εμφανίζονται και σε άλλες εταιρείες και όταν φτάνει η ώρα των ελέγχων αρνούνται να δώσουν τη λίστα με τους εργαζόμενους και με όλα τα συμφωνημένα από τη σύμβαση.

Όταν τελικά γίνεται ο έλεγχος, “κλωνοποιούν” τους εργαζόμενους, φωνάζουν προσωπικό από τις άλλες εταιρείες τους, ακόμα και άτομα που εργάζονται εκτός Αττικής και φαίνονται ότι δουλεύουν και εδώ και στη Θήβα. Η συμφωνία καθορίζει 50 άτομα και αυτοί απασχολούν 30. Σε μερικές περιπτώσεις θα κόστιζε λιγότερο στο δημόσιο να αναλάμβανε αυτό το ίδιο τα έργα. Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, κύλαγε η καθημερινότητα της Κωνσταντίνας και όσο γι’ αυτό που της συνέβη θυμίζει τις δολοφονίες εργατών στη Λατινική Αμερική». Μόνο η εταιρεία του Οικονομάκη, ιδιοκτήτη επίσης και της εταιρείας σεκιούριτι Zircon Security Services and Systems A.E., απασχολεί 870 άτομα και αναλαμβάνει έργα καθαρισμού σε 16 δημόσιες υπηρεσίες. Αυτό είναι ένα ενδεικτικό νούμερο σε έναν κλάδο με 19.000 εργαζομένους (κατά τα επίσημα, «δηλωθέντα» στοιχεία, γιατί τα ανεπίσημα είναι άλλα), ο οποίος κλάδος «δουλεύει» με υποκλοπή υπογραφών των εργαζομένων σε λευκά χαρτιά, ετεροαπασχόληση, μαύρες λίστες σε όσους τολμούν να προβάλλουν αντιστάσεις... Όπως όμως μου λέει και η δικηγόρος Δάφνη Βαγιανού, η Κούνεβα «συμπεριφέρεται σαν ηρωίδα και αυτό που εύχεται και τονίζει από τη δεινή της θέση είναι: “Η υπόθεσή μου να βοηθήσει τον κλάδο των εργαζομένων”. Δίνει πιο πολύ αυτό το μήνυμα και από το να βρεθούν οι ένοχοι».

Ο κόσμος δεν ξεχνά

Οι πορείες και οι δράσεις αλληλεγγύης σε όλες τις γειτονιές συνεχίζονται. Το περιοδικό Alèthéia της γαλλικής εφημερίδας “Liberation” έχει αναρτήσει ηλεκτρονική αίτηση στο www.editions-lignes.com/Justice-pour-Constantina-Kouneva.html, συγκεντρώνοντας υπογραφές –ανάμεσά τους και πολύ γνωστών προσώπων από τον ακαδημαϊκό και καλλιτεχνικό χώρο– για την τιμωρία των ενόχων.

Τώρα, όλος ο κόσμος γνωρίζει...

Για τις σκηνές που θυμίζουν express του μεσονυχτίου σε σταθμούς τρένων και σε εκατοντάδες άλλους χώρους. Γιατί την Κωνσταντίνα Κούνεβα και κάθε άλλη γυναίκα στη θέση της την έχουμε δει χίλιες φορές, αλλά μέχρι τη δολοφονική επίθεση ποτέ δεν μας ενδιέφερε ποιες είναι και πώς ζουν αυτές οι «σκιές» που σιωπηλά μαζεύουν τα σκουπίδια μας.

 


ΤΟ ΆΡΘΡΟ ΤΗΣ Κ. ΚΟΥΝΕΒΑ ΣΤΗ ΣΤΗΛΗ EDITO (τ. 280)

Στο δωμάτιό μου έρχεται συνέχεια κόσμος, δεν μου μένει ούτε λεπτό, είτε μιλάω στο τηλέφωνο είτε είμαι με ανθρώπους που με επισκέπτονται. Δεν κουράζομαι γιατί είμαστε άνθρωποι και χρειαζόμαστε συμπόνια και συντροφικότητα. Αυτό φέρνει χαρά και ευτυχία. Σε όλη μου τη ζωή έχω μάθει να είμαι με τον κόσμο.

Στην αρχή η ζωή μου σε αυτή την πόλη ήταν πολύ δύσκολη, εξαιτίας και της κατάστασης του παιδιού μου που ήταν πολύ άρρωστο. Οι άνθρωποι δεν με καταλάβαιναν, δεν μπορούσαν να δουν ότι είμαι καλός άνθρωπος μέσα μου και επειδή δεν ήξερα καλά ελληνικά δεν είχαν υπομονή να με ακούσουν. Ήμουνα σοκαρισμένη, αλλά καταλάβαινα γιατί τα πράγματα λειτουργούσαν έτσι.

Την πρώτη φορά που μια φίλη της μαμάς μου ήρθε στην πόλη ρώτησε το γιο μου τον Μανουέλ, που τότε ήταν τεσσάρων χρονών, «σου αρέσει η Αθήνα;», κι αυτός απάντησε «όχι, γιατί είναι πολύ βρόμικη και οι άνθρωποι πετάνε τα σκουπίδια κάτω». Κι εγώ όταν ήρθα δεν το πίστευα ότι μπορεί να είναι τόσο βρόμικη μια πόλη, μια πρωτεύουσα κιόλας. Στη χώρα μας αυτό δεν υπάρχει.

Πολλές φορές, όταν τελείωνε ο γιος μου το σχολείο αφήναμε την τσάντα στο σπίτι, είχα ήδη προετοιμάσει το φαγητό, το παίρναμε μαζί με τα βιβλία και τα τετράδιά του και πηγαίναμε στου Φιλοπάππου, σε εκείνο το σημείο απέναντι από την Ακρόπολη, για να φάμε και να κάνουμε τα μαθήματα. Μετά γυρνάγαμε πάλι με τα πόδια, δεν βαριόμασταν να περπατάμε, συζητάγαμε με αυτούς που έβγαζαν βόλτα τα σκυλιά τους και παίζαμε, άρχισα σιγά-σιγά να μιλάω ελληνικά, εκφραζόμουν πιο εύκολα… Ήμουν ευχαριστημένη και έβλεπα και το γιο μου που φαινόταν καλά. Ήταν σαν παραμύθι, πολύ ωραία ζωή.

Πρέπει να αγαπάς τον τόπο σου και την κουλτούρα που σου έχει δώσει, αλλά δεν είναι κακό να περνάς καλά και σε έναν άλλο τόπο, να τον αγαπάς και αυτόν. Αν αγαπάς τους ανθρώπους, αγαπάς κάθε τόπο.

Σήμερα αισθάνομαι μια χαρά στην Ελλάδα. Αυτό που μου συνέβη θα μπορούσε να είχε συμβεί οπουδήποτε αλλού.

Για τα ιατρικά μου έξοδα δεν πληρώνω. Οι ιδιώτες γιατροί προσφέρουν τις υπηρεσίες τους χωρίς λεφτά, έρχονται εδώ από άλλα νοσοκομεία για να με εγχειρήσουν και δεν έχει ζητήσει κανείς τίποτα.

Στον Μανουέλ, γι’ αυτό που συνέβη, εξηγώ ότι η έλλειψη γνώσης στους ανθρώπους τούς κάνει να συμπεριφέρονται με άλογο τρόπο, αλλά ότι εμείς πρέπει να τους καταλάβουμε. Δεν ξέρουμε πώς μεγάλωσε αυτός που μου το έκανε αυτό. Πώς του συμπεριφέρονταν η μαμά του και ο μπαμπάς του. Του λέω ότι αυτούς τους ανθρώπους η ίδια η κοινωνία τους αρρώστησε.

Για εμένα, πάνω από όλα, θέλω να γίνω καλά και να βλέπω, για να μπορώ να διαβάζω. Μου είπαν ότι αυτό θα γίνει, το ένα μου μάτι θα φτιάξει οπωσδήποτε. Στην κατάσταση που βρίσκομαι αυτό είναι μια μεγάλη χαρά. Θέλω να δω το παιδί μου να μεγαλώνει, να μπορέσω να το προετοιμάσω για τη ζωή, να είμαι ήσυχη ότι έκανα όλα όσα έπρεπε να κάνω σαν μητέρα, σαν «γονείς», γιατί έχω και τις δυο ευθύνες, και της μαμάς και του μπαμπά.

Από μικρή διάβαζα λογοτεχνία, έτσι ώστε να είμαι καλύτερη στο σχολείο. Τώρα προτιμώ να διαβάζω φιλοσοφία, ψυχολογία και πολιτική. Μου αρέσει να μαθαίνω πώς εξελίχθηκαν οι κοινωνίες. Είμαι αυτή που είμαι γιατί ενδιαφέρθηκα για τη γνώση και τη σοφία.

Ο συνηθισμένος νους ποτέ δεν χορταίνει. Είσαι ευχαριστημένος, αλλά συνεχίζεις να ψάχνεις. Τρώμε οτιδήποτε βρίσκουμε στο δρόμο μας, έντονες μυρωδιές, έντονες γεύσεις. Αυτοπαγιδευόμαστε.

Κάποτε οι άνδρες είχαν πολύ πιο δυνατή σκέψη, ο τρόπος ζωής σήμερα δεν τους βοηθάει, είναι συνεχώς ανήσυχοι, έχουν φόβους, ψάχνουν συνεχώς τρόπους ευχαρίστησης. Εμείς είμαστε αλλιώς οργανωμένες. Νομίζω ότι έχουμε πάλι ανάγκη από μια πολυγαμική μητριαρχία, αλλά αν το πεις στους άντρες θα τρελαθούν…

Από την παρουσία του τόσου κόσμου που έχω τώρα δίπλα μου, βλέπω ότι είναι πολύ γλυκό για τους άλλους να λειτουργείς με σοφία και αγάπη.

 


Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ (τ. 482, στον Τάκη Σκριβάνο)

Όταν ήρθατε για πρώτη φορά στην Ελλάδα ως μετανάστρια από τη Βουλγαρία, φανταζόσασταν όλες αυτές σας τις περιπέτειες; Αρχικά με την επίθεση εναντίον σας και τα προβλήματα με την υγεία σας, τώρα με την υποψηφιότητά σας για την ευρωβουλή;

Όταν ξεσπιτώνεσαι, όταν αφήνεις τον τόπο σου σαν κυνηγημένη, μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά, δεν φαντάζεσαι ότι πας στον παράδεισο. Αλλά σίγουρα ελπίζεις ότι θα βρεθείς σε κάπως καλύτερες συνθήκες. Φανταζόμουν δυσκολίες, κινδύνους, αλλά όχι, δολοφονική επίθεση εναντίον μου με οξύ δεν τη χωρούσε ο νους μου. Κι όταν ξύπνησα στο νοσοκομείο και είπα «θα ζήσω», ήμουν αποφασισμένη ότι θα ξαναπαλέψω όπως ξέρω να παλεύω. Αλλά μια υποψηφιότητα στην ευρωβουλή φυσικά και δεν ήταν στα σχέδιά μου. Μήπως, όμως, ήταν στα σχέδια κανενός από μας ό,τι συνέβη στην Ελλάδα τα τελευταία τέσσερα-πέντε χρόνια; Mήπως μπορούσαμε να φανταστούμε πόσο βαθιά θα ήταν η κρίση στη Βουλγαρία και μετά το 1990, όταν όλοι προσδοκούσαμε ότι θα είχαμε λιγότερη φτώχεια από πριν;

Γιατί με το ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ;

Έχω ρωτηθεί ξανά κι έχω απαντήσει ότι από άποψη ηθικής στάσης ο ΣΥΡΙΖΑ έχει σταθεί στο πλευρό των αδικημένων. Δέχτηκα την πρότασή του γιατί πρέπει να σταματήσει τώρα η καταστροφή που γίνεται στην Ελλάδα και να κατανοήσουν οι πολιτικοί στην Ευρώπη ότι υπάρχει και άλλη άποψη από αυτήν των «επίσημων πολιτικών» που υπέγραψαν τα μνημόνια. Είτε το θέλουμε είτε όχι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτή τη στιγμή η σημαντικότερη αριστερή, εναλλακτική δύναμη πανευρωπαϊκά. Δεν ξέρω πώς θα ψηφίσουν οι Γάλλοι, οι Πορτογάλοι ή οι Γερμανοί. Αλλά είμαι σίγουρη ότι μια νίκη της αριστεράς στην Ελλάδα θα κάνει πολλούς σε όλη την Ευρώπη να ξανασκεφτούν τη θέση τους.

Εάν εκλεγείτε ευρωβουλευτής, ποια θα είναι η προτεραιότητά σας;

Πρώτη προτεραιότητα θα είναι να συνεννοηθώ με τους συναδέλφους μου στον ΣΥΡΙΖΑ και στις άλλες προοδευτικές ομάδες στο ευρωκοινοβούλιο σε ένα πρόγραμμα και σε μία κοινή αντιμετώπιση με κορμό την προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων, την προστασία των αναπήρων και όλων εκείνων που παραμένουν αόρατοι στις επίσημες πολιτικές. Από τώρα μελετώ για να καταλάβω πώς μπορούμε να κάνουμε να δουλέψει αυτό το πολύπλοκο σύστημα υπέρ των αδυνάμων. Παρακινούμενη και από το δικό μου πρόβλημα, νομίζω πως δεν υπάρχουν πιο απροστάτευτοι από τους ανθρώπους με αναπηρία και χρόνια νοσήματα, τους ανέργους, από τους μετανάστες και από τους «αόρατους» εργαζόμενους που αντιμετωπίζονται σαν οι περιττοί της κοινωνίας. Το αντέχει ο ευρωπαϊκός πολιτισμός τους αυτό;

Ποια είναι η κατάσταση της υγείας σας σήμερα, μετά από 30 χειρουργεία;

Πρόσφατα έκανα ένα ακόμη χειρουργείο με το οποίο ελευθερώθηκα από την τραχειοτομία. Είναι πολύ σημαντικό ότι πεντέμισι χρόνια μετά μπορώ και πάλι να αναπνέω ανεξάρτητα, να περπατάω, να μιλάω, να τρώω με λιγότερα προβλήματα. Με τα άλλα προβλήματα υγείας που μου έχει προκαλέσει η επίθεση ψάχνω τις λύσεις και, εφόσον δεν υπάρχουν, μαθαίνω να ζω με αυτά.

Οι δράστες της επίθεσης εναντίον σας ακόμα δεν έχουν συλληφθεί. Φοβάστε καμιά φορά;

Φοβάμαι για τους άλλους που μπορεί να βρεθούν σε μια αντίστοιχη δύσκολη κατάσταση, επειδή είναι ελεύθεροι οι δράστες. Φοβάμαι ακόμη για την ανοχή και την εξοικείωση που δείχνει ένα μέρος της κοινωνίας απέναντι σε τέτοια περιστατικά. Φοβάμαι για την ευκολία με την οποία ανεχόμαστε και γινόμαστε συνένοχοι στους σχεδόν καθημερινούς θανάτους μεταναστών στα νερά του Αιγαίου.

Η δικαστική περιπέτεια συνεχίζεται; Σας έχει καταβληθεί η αποζημίωση που επέβαλε το δικαστήριο;

Ούτε το υποχρεωτικό ελάχιστο ποσό, που έπρεπε άμεσα να καταβληθεί με βάση το νόμο και τη δικαστική απόφαση δεν έχει καταβάλει η εταιρεία. Αυτή η τελευταία δίκη, εξάλλου, αντιμετώπισε μια μόνο πλευρά του προβλήματος, το εργατικό ατύχημα. Η δίκη για την ίδια τη δολοφονική επίθεση δεν θα γίνει ποτέ αν δεν συλληφθούν οι δράστες, οι φυσικοί και οι ηθικοί αυτουργοί. Δεν έχει ολοκληρωθεί η δεύτερη έρευνα για τον εντοπισμό τους και δεν μπορούμε να ξέρουμε αν γίνονται προσπάθειες. 

Ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα έχει δεχθεί αρκετές φορές αρνητική κριτική. Ως πρώην συνδικαλίστρια, πείτε μας, ποια είναι τα θετικά και ποια τα αρνητικά σημεία του συνδικαλιστικού κινήματος, όπως τα ζήσατε κι εσείς από μέσα;

Τα συνδικάτα βρέθηκαν απροετοίμαστα μπροστά στην πρωτοφανή κρίση. Άλλωστε, είχε προ πολλού ξεκινήσει και η δική τους κρίση. Είχαν ξεκοπεί από τους εργαζόμενους, δεν ήξεραν καλά-καλά την πραγματική κατάσταση και τα προβλήματα. Πολλές φορές οι ηγεσίες τους είχαν συμπεριφερθεί σαν αφεντικά, με αλαζονεία. Κάποιοι πλούτισαν γρήγορα. Από εκεί δημιουργήθηκε μια «εργατική αριστοκρατία» που έβλεπε εχθρικά κάθε ανεξάρτητη κίνηση. Κάποιες φορές οι συνδικαλιστές λειτουργούσαν ως μικροί υπουργοί. Αγνοούσαν ότι σε ορισμένους χώρους, ακόμη και το απλούστατο βήμα, το να γίνει κανείς μέλος του σωματείου, χρειαζόταν θάρρος, τόλμη, αλλά και μια πεποίθηση ότι ο εργαζόμενος μπορεί μέσα από το σωματείο του να κερδίσει ή να υπερασπιστεί κάτι. Πολλά πρέπει να αλλάξουν στα συνδικάτα, πολλά πρέπει να γίνουν από το μηδέν. Αλλά πρέπει να συμφωνήσουμε στο βασικό: δεν υπάρχει άλλος τρόπος από το συλλογικό αγώνα. Το να πορεύεται ο καθένας μόνος του στην πραγματικότητα σημαίνει ότι θα παλεύουμε ο ένας ενάντια στον άλλο.