Αρχειο

Πρωτότυπη πρωτοχρονιά βουνίσια

Παραείναι αβάσταχτη η θλίψη

Άννα Δαμιανίδη
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ας κάνουμε κάτι πρωτότυπο και σπάνιο για την Πρωτοχρονιά, περάσαμε όλες τις εορταστικές μέρες σε εσωτερικό χώρο, πάμε λίγο έξω, είπα χτες το πρωί. Πάμε στην άγρια φύση του νομού, πάμε στην Πάρνηθα μια βόλτα, γρήγορα -γρήγορα, πριν νυχτώσει, ας βρέχει κι ας χιονίζει, πάμε να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα!

Το καταφέραμε, ξεκινήσαμε, χρόνια μετά απο την εποχή που ντύναμε τα παιδιά μας ορειβάτες και τα τρέχαμε στα μονοπάτια, παιχνιδάκι ήταν τότε για μας η διαδρομή απο το Μον Παρνές στο Μπάφι. Το πιο εύκολο και προσιτό μονοπάτι, χαμένο τότε ανάμεσα στα έλατα, ξεχωρίζει τώρα απο μακριά, μια λευκή γραμμή στη γκρίζα πλαγιά, σαν ουλή σε ξυρισμένο κρανίο. Τότε το χάναμε, τώρα φαίνεται από παντού, αλλά δεν μας κάνει καρδιά να το περπατήσουμε πλέον. Προχωράμε, αναζητούμε κομμάτια που είναι ακόμα πράσινα, με τα έλατά τους ψηλά και μεγάλα, να μπερδέψουμε τα βήματα μας ανάμεσα στα βράχια, και στα μούσκλια, και στα... ναι, πώς να το κρύψωμεν άλλωστε, στα σκουπίδια που πετάνε ακόμα οι εκδρομείς κοντά στα καταφύγια, και στους πεσμένους κορμούς, και στα γυμνά και ξερά δέντρα που τα έχει φάει σαράκι ή παράσιτο και κανείς δεν ασχολείται να τα φροντίσει, να τα καθαρίσει, να μαζέψει την καύσιμη ύλη που σαπίζει τώρα στο χώμα, αλλά το καλοκαίρι θα ξεραθεί και θα καίγεται ίσως εύκολα.

n

Πριν τη μεγάλη πυρκαγιά δεν τα φοβόμασταν όλ' αυτά, δεν μας σφιγγόταν η καρδιά στη θέα του γκυ που φυτρώνει απευθείας στους κορμούς των ελάτων, ή εκείνης της πράσινης λειχήνας που τυλίγει τα κλαδιά τους. Τότε το δάσος φαινόταν ανίκητο, είχε ζήσει πυρκαγιές και πυρκαγιές κι είχε επιβιώσει. Δεν μπορούσε η φωτιά να το καταβάλει, ούτε η παραμέληση, ούτε τίποτε, η φύση ήξερε τι έκανε. Τώρα όμως τα βλέπουμε όλ' αλλιώς. Η πυρκαγιά του 2007 δεν ξεπεράστηκε, οι πρώην δασωμένες πλαγιές είναι ακόμα γυμνές. Κάτω απο τα δέντρα το χώμα ήταν φτενό, γεμάτο πέτρα. Πέτρα και βράχια στις απαλές πρώην καταπράσινες κοιλάδες που χαιρόμασταν, σαπίζουν και οι κορμοί που βάλανε για να συγκρατηθεί το χώμα. Μόνο πουρνάρια φύτρωσαν. Τι έγινε η αναδάσωση, τεχνητή ή φυσική; Θα ζήσουμε να δούμε κάτι που να μοιάζει με αυτό που καταστράφηκε; Κάτι που να δίνει μια ελπίδα τέλος πάντων;

n

Περπατήσαμε λίγο, η υγρασία μας περόνιασε, νύχτωνε και νωρίς, επιστρέψαμε κουβαλώντας το κρύο ανάμεσα απο τα πουλόβερ και τα μπουφάν μέχρι τα φωτισμένα δωμάτια του σπιτιού μας. Το κρύο και κάτι το ανελέητο που παραμόνευε σε κάθε στροφή, το σκληρό βλέμμα του περαστικού ή του μόνιμου κατοίκου πάνω στη φύση που ανίσχυρη υποχωρεί συνέχεια. Από τη μιζέρια των οικοπέδων που διασχίζει η οδός Καραμανλή, μέχρι την προκλητική ασχήμια των κέντρων διασκέδασης που καμαρωτά σε καλούν για ψητά κρέατα καθώς ο δρόμος προχωρά προς το βουνό, σα να κατέβασαν απο κει πάνω με ρόπαλα τις τελευταίες αρκούδες και να τις σερβίρουν, κι απο το ρήμαγμα του παλιού Ξενία μέχρι τη μετάλλαξη του Μον Παρνές, την παραίτηση των δέντρων απο τα καμμένα, και τα συνθήματα πάνω στις πινακίδες "ολική απελευθέρωση ανθρώπων και ζώων". Κάτι το ανελέητο και κυνικό που σαρκάζει καταστρέφοντας, που μισεί τη δική μου ρομαντική ανάγκη για περίπατο στη φύση, κι όλων των ομοίων μου, που καταστρέφει πινακίδες της τροχαίας, καταπατεί το στενό δημόσιο δρόμο, γράφει συνθήματα στο γυμνό τσιμέντο των πρώην κραταιών κρατικών φιλοδοξιών, δεν φοβάται να πριονίζει κάθε τι κοινό και δημόσιο, υπομονετικά περιμένει την πλήρη πτώση του καπιταλισμού για να κυβερνήσει όπως ξέρει αυτό και δεν ξέρουμε εμείς. Σιωπηλά δίνεται μάχη κάθε μέρα ανάμεσα στον πυρήνα του εθνικού δρυμού που ανασαίνει όλο και πιο δύσκολα και την τσαπατσούλικη, την αδυσώπητη απληστία που ανεβαίνει σαν την πράσινη λειχήνα αργά και σταθερά το βουνό.

n

Στη μικρή αυτή βόλτα τα αναρχικά συνθήματα συνταίριασαν με την άναρχη οικοδόμηση και πολεοδόμηση γύρω απο την Πάρνηθα. Σα να είναι προσωποποίηση του αστικού ιδανικού το βουνό αυτό, τόσο όμορφο και πολυσχιδές, με τα έλατα που δεν τα βρίσκεις ούτε στην Πεντέλη, ούτε στον Υμηττό, ούτε στο ταπεινό Αιγάλεω βεβαίως, σα να είναι η αριστοκρατία της φύσης, έπρεπε να πληρώσει. Με τις σπηλιές του, με τα σπάνια δέντρα του, με τα ελάφια που είναι απόγονοι των βασιλικών ελαφιών, αν δεν κάνω λάθος. Η μιζέρια που μας σερβίρουν όλο και πιο μονότονα τίτλοι και κριτικές, σχόλια και σημειώσεις, αυτή που σήκωσε κεφάλι κι ονειρεύεται να ισοπεδώσει τα πάντα, έρχεται και δένει με το ρήμαγμα της Πάρνηθας, τη μικροϊδιοκτησία που σκαρφαλώνει στις υπώρειές της ασχημίζοντας το περιβάλλον (μα η ασχήμια είναι λαϊκή κατάκτηση, όπως μας διδάσκουν επίμονα και συστηματικά πρώην εστέτ) την αδιαφορία και την πρόκληση, την αυθαιρεσία και την καταστροφή. Κατά λάθος βρέθηκε ένα τέτοιο βουνό δίπλα στη μητρόπολη της ομοιομορφίας, κι αυθόρμητα οι ενοχλημένοι απο το μεγαλείο του κάτοικοι, αργά και σταθερά το ξεπαστρεύουν.

n

Για μια βόλτα στο βουνό παραείναι αβάσταχτη η θλίψη, κι όμως βραδιάζει και την αποθησαυρίζω σαν πολύτιμο λάφυρο, εμπλουτισμένη με παιδικές και λογοτεχνικές αναμνήσεις. Μπορεί και ν' αλλάξουν τα πράγματα, η φύση είναι πιο δυνατή, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, κλπ.