Βιβλιο

Οι ιεροκήρυκες της ελεύθερης έκφρασης

Από την έκδοση του Δόκτορα Ζιβάγκο το 1957 μέχρι την υπόθεση της Σάλι Ρούνεϊ και τη ματαίωση εκδήλωσης για την εβραϊκή λογοτεχνία στη Θεσσαλονίκη

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης
Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Οι ιεροκήρυκες της ελεύθερης έκφρασης
Προτομή του Μπόρις Πάστερνακ στο Χάρκοβο © Wikimedia Commons

Οι ιεροκήρυκες της ελεύθερης έκφρασης: Η περίπτωση της Σάλι Ρούνεϊ, η ιστορική παρακαταθήκη του Φελτρινέλι και η ιδεολογική επιτήρηση της λογοτεχνίας

Το 1957, ο Ιταλός εκδότης Τζαντζάκομο Φελτρινέλι πήρε μια απόφαση που έμελλε να μείνει στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Εξέδωσε τον Δόκτορα Ζιβάγκο του Μπορίς Παστερνάκ, ένα μυθιστόρημα που η σοβιετική εξουσία είχε εμποδίσει να κυκλοφορήσει στην πατρίδα του συγγραφέα. Ο Φελτρινέλι, ο οποίος προερχόταν από την κομμουνιστική παράδοση, αγνόησε τις πιέσεις της Μόσχας και του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Προτίμησε να συγκρουστεί με τους πολιτικούς του συντρόφους παρά να εγκαταλείψει ένα σπουδαίο λογοτεχνικό έργο στην εξουσία της ιδεολογικής λογοκρισίας.

Οι ιεροκήρυκες της ελεύθερης έκφρασης
Τζ. Φελτρινέλι © Wikipedia

Εξήντα εννέα χρόνια αργότερα, στις 17 Οκτωβρίου 2026, κουκουλοφόροι εισέβαλαν σε βιβλιοπωλείο Feltrinelli, στον σιδηροδρομικό σταθμό Porta Nuova του Τορίνο, κατά τη διάρκεια επεισοδίων που ακολούθησαν διαδήλωση εναντίον της ακρίβειας. Βιβλία και άλλα εμπορεύματα πετάχτηκαν στο πάτωμα, ενώ προκλήθηκαν ζημιές στον χώρο. Η επίθεση είχε όλα τα χαρακτηριστικά της τυφλής βίας που εκδηλώνεται όταν η πολιτική διαμαρτυρία μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτη επιθετικότητα. Ο εκδοτικός οίκος που συνέδεσε το όνομά του με μία από τις σημαντικότερες πράξεις αντίστασης στη λογοκρισία βρέθηκε, σχεδόν επτά δεκαετίες αργότερα, αντιμέτωπος με μια διαφορετική εκδήλωση περιφρόνησης προς τον πολιτισμό.

Την ίδια ημέρα, στην Ελλάδα, η Εταιρεία Συγγραφέων βρισκόταν σε κατάσταση ακραίας ιδεολογικής εγρήγορσης. Είχε ανακαλύψει έναν ακόμη κίνδυνο για την ελευθερία του βιβλίου, αυτήν τη φορά στη Μεγάλη Βρετανία, με αφορμή τη διακοπή της διανομής των μυθιστορημάτων της Ιρλανδής συγγραφέα Σάλι Ρούνεϊ από τον εκδοτικό οίκο Faber.

Η ανακοίνωσή της δεν περιορίστηκε στην έκφραση ανησυχίας. Μίλησε για «φαινόμενα εκφασισμού», για «δυστοπική πραγματικότητα» και ζήτησε από τη συγγραφική κοινότητα να αντιδράσει «ακαριαία και χωρίς αστερίσκους». Ένα ολόκληρο πολιτικό και ηθικό λεξιλόγιο επιστρατεύθηκε για να περιγράψει την απόφαση ενός εκδοτικού οίκου, ο οποίος βρέθηκε αντιμέτωπος με τις ενδεχόμενες συνέπειες της βρετανικής αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας.

Η ανακοίνωση αναγνώριζε, μάλιστα, ότι ο εκδότης μπορεί να είχε νομικούς λόγους να προστατευθεί από πιθανή δίωξη. Παρ’ όλα αυτά, κατέληγε στην καταγγελία μιας πρακτικής λογοκρισίας και τιμωρίας.

Η Ρούνεϊ είχε δηλώσει δημόσια ότι προτίθεται να διαθέσει έσοδα από τα συγγραφικά της δικαιώματα στην οργάνωση Palestine Action, η οποία έχει τεθεί εκτός νόμου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η συγκεκριμένη απαγόρευση βρίσκεται στο επίκεντρο δικαστικής αντιπαράθεσης. Ο Faber ανακοίνωσε ότι, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, αδυνατεί να αποδώσει στη συγγραφέα τα έσοδα από τις πωλήσεις στη βρετανική αγορά. Έτσι, σε συμφωνία με την ίδια, αποφάσισε να διακόψει την προμήθεια νέων αντιτύπων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα ήδη διαθέσιμα βιβλία εξακολουθούν να μπορούν να πωλούνται, ενώ οι εκδόσεις συνεχίζουν να κυκλοφορούν σε άλλες χώρες.

Η υπόθεση της Σάλι Ρούνεϊ έχει μια συγκεκριμένη αφετηρία που η Εταιρεία Συγγραφέων φαίνεται να παραβλέπει. Κανείς δεν απαγόρευσε τα βιβλία της εξαιτίας του περιεχομένου τους. Η ίδια δήλωσε την πρόθεσή της να διαθέσει έσοδα από το συγγραφικό της έργο στην Palestine Action, οργάνωση την οποία το βρετανικό κράτος έχει θέσει εκτός νόμου ως τρομοκρατική. Η ελευθερία της έκφρασης προστατεύει το δικαίωμά της να γράφει, να εκδίδει και να υπερασπίζεται δημόσια τις πολιτικές της απόψεις. Δεν της εξασφαλίζει, όμως, ασυλία απέναντι στις νομικές συνέπειες των πράξεών της ούτε υποχρεώνει τον εκδότη της να υποστεί τον κίνδυνο ποινικής δίωξης.

Η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας είναι απολύτως καταδικαστέα, ανεξάρτητα από την προέλευση των χρημάτων, την πολιτική σκοπιμότητα που επικαλείται ο χρηματοδότης ή το πνευματικό κύρος που ενδεχομένως διαθέτει. Το βιβλίο αποτελεί πνευματικό έργο, αλλά τα έσοδα από την πώλησή του παραμένουν χρήματα, με τις ίδιες νομικές συνέπειες που έχει κάθε άλλη οικονομική συναλλαγή. Η λογοτεχνική δημιουργία δεν προσφέρει κανένα ιδιαίτερο προνόμιο σε όποιον επιθυμεί να διοχετεύσει χρήματα σε απαγορευμένες οργανώσεις.

Αλλά το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ τη Σάλι Ρούνεϊ.

Οι ιεροκήρυκες της ελεύθερης έκφρασης

Η Εταιρεία Συγγραφέων είναι ένας συλλογικός θεσμός με συγκεκριμένη ιστορία, δημόσιο κύρος και ιδιαίτερη ευθύνη απέναντι στον κόσμο των γραμμάτων. Οι ανακοινώσεις της εκδίδονται με το βάρος αυτής της θεσμικής ιδιότητας. Επομένως, οφείλουν να ανταποκρίνονται σε ένα στοιχειώδες αίτημα συνέπειας, τεκμηρίωσης και σεβασμού προς την πολυφωνία που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν. Ποιος, όμως, καθορίζει κάθε φορά τι συνιστά απειλή κατά της ελευθερίας; Με ποια κριτήρια επιλέγονται οι υποθέσεις που κινητοποιούν τη δημόσια ευαισθησία του θεσμού; Και, κυρίως, ποιος αποφασίζει ότι μια συγκεκριμένη πολιτική ερμηνεία δικαιούται να εμφανίζεται με την υπογραφή μιας ολόκληρης λογοτεχνικής κοινότητας; Τα ερωτήματα αφορούν τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας των συλλογικών πνευματικών θεσμών. Η δημοκρατική τους συγκρότηση προϋποθέτει τη δυνατότητα διαφορετικών απόψεων. Η θεσμική τους αξιοπιστία δοκιμάζεται από την ικανότητά τους να διατυπώνουν αρχές που εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τις προσωπικές και πολιτικές προτιμήσεις εκείνων που κατά καιρούς τους εκπροσωπούν.

Δυστυχώς, στην ελληνική μεταπολιτευτική πραγματικότητα αναπτύχθηκε ένα διαφορετικό πολιτιστικό υπόδειγμα. Η πολιτική ταυτότητα ενός συγγραφέα, η συμμετοχή του στις αναμενόμενες δημόσιες καταγγελίες και η ένταξή του στο κατάλληλο ιδεολογικό περιβάλλον απέκτησαν μια ιδιαίτερη συμβολική αξία. Η λογοτεχνική αναγνώριση συνοδεύτηκε σταδιακά από μια δεύτερη, εξίσου σημαντική για τη δημόσια εικόνα του δημιουργού, διαδικασία: την αναγνώριση της ηθικής του ορθότητας.

Κάπως έτσι διαμορφώθηκε ένας ιδιότυπος μηχανισμός απονομής ηθικού κύρους. Οι δημόσιες ευαισθησίες προσφέρουν κύρος, οι συλλογικές παρεμβάσεις επιβεβαιώνουν την ιδεολογική συγγένεια και η αποδοχή των κυρίαρχων πολιτιστικών βεβαιοτήτων διευκολύνει την ένταξη σε έναν ήδη διαμορφωμένο κόσμο αναγνώρισης. Ο συγγραφέας καλείται να διαθέτει, μαζί με το έργο του, και τα κατάλληλα ηθικά διαπιστευτήρια.

Η Εταιρεία Συγγραφέων, με τον τρόπο που παρεμβαίνει σε ορισμένα ζητήματα, δίνει την εντύπωση ότι συμμετέχει ενεργά σε αυτήν τη διαδικασία. Η υπεράσπιση μιας συγγραφέως αποκτά τη μορφή μιας γενικότερης δήλωσης ιδεολογικής ταυτότητας, ενώ η γλώσσα της ανακοίνωσης λειτουργεί περισσότερο ως διαβεβαίωση πολιτικής νομιμοφροσύνης παρά ως αποτέλεσμα προσεκτικής εξέτασης των γεγονότων.

Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η σοβαρότερη αντίφαση.

Τον Μάιο του 2025, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, ματαιώθηκε μια δημόσια συζήτηση για τη σύγχρονη εβραϊκή λογοτεχνία, ύστερα από κινητοποιήσεις και παρεμβάσεις που συνδέονταν με την αντίθεση στην πολιτική του Ισραήλ. Στην εκδήλωση επρόκειτο να συμμετάσχει ο Ισραηλινός συγγραφέας και κριτικός Οντέντ Βολκστάιν. Η λογοτεχνική συζήτηση ουδέποτε πραγματοποιήθηκε.

Εδώ είχαμε μια συγκεκριμένη εκδήλωση που εμποδίστηκε, έναν προσκεκλημένο που στερήθηκε τη δυνατότητα να μιλήσει και ένα κοινό που στερήθηκε τη δυνατότητα να τον ακούσει. Και όλα αυτά σε έναν χώρο αφιερωμένο στην ελεύθερη κυκλοφορία των βιβλίων και των ιδεών.

Θα περίμενε κανείς από έναν θεσμό που εμφανίζεται τόσο ευαίσθητος απέναντι στη λογοκρισία να υπερασπιστεί με την ίδια αποφασιστικότητα το δικαίωμα συμμετοχής ενός Ισραηλινού συγγραφέα στη δημόσια λογοτεχνική ζωή. Η επιλεκτική ενεργοποίηση των δημοκρατικών αντανακλαστικών δεν μπορεί να αποτελεί θεμέλιο αξιόπιστης υπεράσπισης της ελευθερίας. Και όταν ένας συλλογικός πνευματικός θεσμός αντιδρά επιλεκτικά, ανάλογα με την ιδεολογική προέλευση των γεγονότων, η αλληλεγγύη παύει να αποτελεί καθολική αρχή και μετατρέπεται σε προνόμιο των ομοϊδεατών.

Ασφαλώς, ένας σύλλογος συγγραφέων δεν είναι δυνατόν να καταγγέλλει κάθε παραβίαση ελευθερίας που συμβαίνει στον κόσμο. Το ζήτημα αφορά τα κριτήρια της επιλογής. Γιατί μια εκδοτική απόφαση στο Λονδίνο ενεργοποιεί αμέσως το λεξιλόγιο του φασισμού, ενώ η ματαίωση μιας λογοτεχνικής εκδήλωσης στη Θεσσαλονίκη δεν προκάλεσε ανάλογη αντίδραση από την Εταιρεία Συγγραφέων; Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν θυμηθούμε ότι η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών Βιβλιοπωλών είχε προηγουμένως ζητήσει την ακύρωση της εκδήλωσης για την εβραϊκή λογοτεχνία και, όταν αυτή τελικά ματαιώθηκε, πανηγύρισε δημόσια: «Συνάδελφοι, τα καταφέραμε». Η Ομοσπονδία εξέφρασε, μάλιστα, την υπερηφάνειά της για τη συμβολή των εκδοτών στη ματαίωση. Πρόκειται για ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα: άνθρωποι που ζουν από την έκδοση και την κυκλοφορία των βιβλίων να αντιμετωπίζουν ως νίκη την παρεμπόδιση μιας λογοτεχνικής συζήτησης. Και ενώ ένας επαγγελματικός φορέας του βιβλίου επιδοκίμαζε δημόσια το αποτέλεσμα, η Εταιρεία Συγγραφέων, τόσο πρόθυμη σήμερα να καταγγείλει τον «εκφασισμό» στη Βρετανία, δεν φαίνεται να αισθάνθηκε την ίδια ανάγκη να υπερασπιστεί το δικαίωμα ενός Ισραηλινού συγγραφέα να μιλήσει στη Θεσσαλονίκη. Τελικά, η ελευθερία της λογοτεχνίας είναι μια καθολική δημοκρατική αρχή ή ένα προνόμιο που απονέμεται σύμφωνα με τα πολιτικά φρονήματα του εκάστοτε συγγραφέα;

Το ίδιο ερώτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα όταν στρέφεται προς πραγματικά ανελεύθερα καθεστώτα. Στο Ιράν, συγγραφείς και ποιητές έχουν φυλακιστεί για τα κείμενά τους. Η Γκολρόχ Εμπραχίμι Ιραΐ διώχθηκε ακόμη και για ένα ανέκδοτο διήγημα που ασκούσε κριτική στον λιθοβολισμό γυναικών. Εκεί η λογοκρισία διαθέτει αστυνομικούς, δικαστές, φυλακές και συγκεκριμένα θύματα. Η σύγκριση δεν αποσκοπεί στη μείωση της σοβαρότητας οποιουδήποτε περιορισμού σε μια δημοκρατική χώρα. Αναδεικνύει, όμως, την ευθύνη των πνευματικών θεσμών να χρησιμοποιούν τις ίδιες έννοιες με επίγνωση του πραγματικού τους περιεχομένου.

Η ευκολία, εξάλλου, με την οποία χρησιμοποιείται σήμερα η λέξη «εκφασισμός» αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα. Ένας όρος με συγκεκριμένη ιστορική βαρύτητα μετατρέπεται σε γενική καταγγελία κάθε πολιτικής ή νομικής εξέλιξης που προκαλεί δυσαρέσκεια. Ο φασισμός καταντά ένας εξαιρετικά βολικός αντίπαλος: ανακαλύπτεται κάθε φορά εκεί όπου χρειάζεται να ενισχυθεί το ηθικό κύρος μιας ήδη ειλημμένης θέσης.

Μόνο που η κατάχρηση μιας τόσο σοβαρής έννοιας δεν ενισχύει την αντιφασιστική συνείδηση. Αντίθετα, αποδυναμώνει την ιστορική της σημασία και υποβαθμίζει την πραγματική φύση των ολοκληρωτικών καθεστώτων.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στον Φελτρινέλι. Η ιστορία του προσφέρει ένα πολύτιμο κριτήριο για την αξιολόγηση της στάσης ενός πνευματικού ανθρώπου απέναντι στην ιδεολογική εξουσία. Ο Ιταλός εκδότης υπήρξε πολιτικά στρατευμένος, με μια εξαιρετικά σύνθετη και αντιφατική δημόσια διαδρομή. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι το 1957 αναγνώρισε την αξία ενός μυθιστορήματος πέρα από τις απαιτήσεις της πολιτικής του παράταξης. Αντιμετώπισε τη λογοτεχνία ως μια πραγματικότητα που μπορούσε να υπερβαίνει ακόμη και τις δικές του ιδεολογικές βεβαιότητες.

Αυτή είναι μια πολύ δυσκολότερη μορφή πνευματικής εντιμότητας από την υπογραφή μιας ανακοίνωσης που επιβεβαιώνει τα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος στερεότυπα της μεταπολιτευτικής ιδεολογικής κατήχησης.

Οι ιεροκήρυκες της ελεύθερης έκφρασης
© Vickie Flores / EPA

Η Εταιρεία Συγγραφέων θα είχε προσφέρει πραγματική υπηρεσία στην ελευθερία της λογοτεχνίας αν είχε αξιοποιήσει την υπόθεση Ρούνεϊ για να διατυπώσει μια καθολική αρχή: ότι η πρόσβαση του αναγνώστη στο βιβλίο, η αυτονομία της λογοτεχνικής δημιουργίας και το δικαίωμα κάθε συγγραφέα να εκφράζεται πρέπει να προστατεύονται ανεξάρτητα από την πολιτική ταυτότητα του δημιουργού. Ότι, ταυτόχρονα, οι πράξεις του υπόκεινται στους νόμους, των οποίων η συνταγματικότητα και η αναλογικότητα οφείλουν να ελέγχονται από ανεξάρτητα δικαστήρια.

Αντί γι’ αυτό, προτίμησε μια ανακοίνωση που προσφέρει στο οικείο της ακροατήριο την ευχάριστη βεβαιότητα ότι βρίσκεται, για μία ακόμη φορά, στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας».

Εδώ συναντάμε ένα από τα πιο ανησυχητικά χαρακτηριστικά μιας ορισμένης σύγχρονης πνευματικής νοοτροπίας. Η ελευθερία της σκέψης αντιμετωπίζεται ως ιδεολογική ιδιοκτησία. Η δημόσια ευαισθησία απονέμεται επιλεκτικά και η ηθική υπεροχή θεωρείται σχεδόν κληρονομικό δικαίωμα όσων έχουν αποκτήσει το κατάλληλο πολιτικό πιστοποιητικό.

Όμως η λογοτεχνία έχει οικοδομήσει το μεγαλείο της πάνω στην αμφισβήτηση τέτοιων βεβαιοτήτων. Τα σπουδαία βιβλία σπανίως γράφτηκαν για να επιβεβαιώνουν την ορθότητα μιας συλλογικής συνείδησης. Πολύ συχνότερα την έφεραν αντιμέτωπη με τις αντιφάσεις, τις προκαταλήψεις και τα όριά της.

Το ουσιαστικό ερώτημα για την Εταιρεία Συγγραφέων είναι, επομένως, διαφορετικό από εκείνο που η ίδια έθεσε με αφορμή τη Σάλι Ρούνεϊ. Μπορεί ένας θεσμός να υπερασπιστεί πραγματικά την ελευθερία της λογοτεχνίας όταν δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την ίδια ελευθερία σε εκείνους που βρίσκονται έξω από τον δικό του ιδεολογικό κόσμο;

Ο Φελτρινέλι χρειάστηκε να συγκρουστεί με τους συντρόφους του για να εκδώσει τον Δόκτορα Ζιβάγκο. Η πράξη του απέκτησε ιστορική σημασία επειδή προϋπέθετε προσωπικό κόστος και πνευματική ανεξαρτησία.

Σήμερα, στον κόσμο των ενάρετων ανακοινώσεων, η πνευματική γενναιότητα μοιάζει να έχει αποκτήσει πολύ ευκολότερες προϋποθέσεις. Αρκεί να καταγγείλεις εκείνο που ήδη καταγγέλλουν όλοι στον κύκλο σου. Να αποσιωπήσεις όσα θα μπορούσαν να προκαλέσουν αμηχανία. Και, κυρίως, να μην υποχρεωθείς ποτέ να υπερασπιστείς δημόσια έναν άνθρωπο με τον οποίο διαφωνείς.

Μόνο που η ελευθερία της λογοτεχνίας αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η ευκολία της τυφλής ιδεολογικής πίστης.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY