Βιβλιο

Μια δυστοπία για τη δύναμη της τέχνης, της γλώσσας και της αγάπης

Όπου η συμπόνια και η αγάπη μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, και την ιστορία

Κυριάκος Αθανασιάδης
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Για το μυθιστόρημα «Οι χαμένες μας καρδιές» της Celeste Ng (μετάφραση Μαρτίνα Ασκητοπούλου, 440 σελίδες, Εκδόσεις Μεταίχμιο)

Μετά το «Όσα δεν σου είπα ποτέ», μια συγκινητική ιστορία που διερευνά τις διαφορές μεταξύ πολιτισμών και τα ρήγματα μέσα στην ίδια την οικογένεια, και το «Μικρές φωτιές παντού», ένα κοινωνικό, ρεαλιστικό μυθιστόρημα για τη μητρότητα, τις οικογενειακές σχέσεις, την εφηβεία, τον ρόλο της φυλής και της κοινωνικής τάξης —δύο μεγάλα μπεστ-σέλερ βιβλία που καθιέρωσαν τη συγγραφέα—, η Σελέστ Ινγκ περνά στη δυστοπία, ένα υποείδος της επιστημονικής φαντασίας που μας έχει δώσει πολύ σπουδαία μυθιστορήματα: από το «1984», τον «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο», το «Κουρδιστό πορτοκάλι» και το «Φαρενάιτ 451», μέχρι την «Ιστορία της θεραπαινίδας», τον «Δρόμο», τον «Σταθμό Έντεκα» και το «Μη μ’ αφήσεις ποτέ», για να αναφέρουμε μόνο ορισμένα. Και το κάνει με πολύ μεγάλη επιτυχία.

Οι «Χαμένες μας καρδιές» είναι ένα δυνατό μυθιστόρημα, καθηλωτικό, ανησυχαστικό, αλλά και συγκινητικό και απολαυστικό στην ανάγνωσή του. Έχει μάλιστα πολλή και πολύ σοβαρή μελέτη από πίσω του (επ’ αυτού, διαβάστε οπωσδήποτε το σημείωμα της συγγραφέως στο τέλος του βιβλίου, αλλά δείτε και το βίντεο με την Ινγκ αμέσως παρακάτω). Συνολικά, ένα βιβλίο που θα διαβαστεί πολύ, και που κατά τη γνώμη μας πρέπει να διαβαστεί πολύ. (Και μάλιστα, και από νεαρότερες ηλικίες).

Εννοείται πως η συγγραφέας καταπιάνεται και εδώ με τα αγαπημένα της θέματα: έχουμε πάλι οικογένειες και ισχυρούς, ακατάλυτους οικογενειακούς δεσμούς —και βέβαια οικογενειακά δράματα—, έχουμε γονείς και παιδιά, φυλή και φύλο, έχουμε έμφυλες διακρίσεις, έχουμε ρατσισμό και μισαλλοδοξία, αλλά και αστυνομική βία, και απαγορευμένα βιβλία: απαγορευμένο παρελθόν. Η ατμόσφαιρα του βιβλίου είναι φυσικά βαριά και, σε σημεία-σημεία, ανατριχιαστική (το world building της Ινγκ είναι εξαιρετικό: άλλωστε, δεν χρειάστηκε να αλλάξει και πάρα πολλά από τον πραγματικό κόσμο), αλλά αυτό που κυριαρχεί και θριαμβεύει εντέλει δεν είναι το κακό, αλλά η αγάπη και η συμπόνια.

Πολύ όμορφο βιβλίο. Πολύ μάς άρεσε και η μετάφραση της Μαρτίνας Ασκητοπούλου. Όλα τα βιβλία της Ινγκ κυκλοφορούν από το Μεταίχμιο.

H Celeste Ng © Kevin Day Photography.

Η Celeste Ng για τις «Χαμένες μας καρδιές


Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα

Οι πρώτοι ανάδοχοι γονείς της ήθελαν να της δώσουν ένα νέο όνομα. Ένα νέο όνομα για ένα νέο ξεκίνημα, της είχαν προτείνει, αλλά εκείνη είχε αρνηθεί κατηγορηματικά.
Το όνομά μου είναι Σέιντι, τους είπε.
Επί δύο εβδομάδες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να την πείσουν, αλλά τελικά τα παράτησαν.
Πολλές ήταν οι νέες συνθήκες στη ζωή της εκείνες τις πρώτες μέρες. Κάποιες από αυτές –νέα οικογένεια, νέο σπίτι, νέα πόλη, νέα ζωή– δεν μπορούσε να τις νικήσει κι έτσι αντιστεκόταν εκεί που μπορούσε. Στον δρόμο για το σχολείο, είχε σταθεί στο σκαλοπάτι της εισόδου και είχε βγάλει από πάνω της το φλοράλ φόρεμα με τους φραμπαλάδες που της είχαν κάνει δώρο, το άφησε στο γρασίδι και περπάτησε το υπόλοιπο της διαδρομής μόνο με τα εσώρουχά της. Ένα τηλεφώνημα από τον διευθυντή· μια αυστηρή κατσάδα από τους ανάδοχους γονείς της. Το επόμενο πρωί το ξανάκανε. Τα βλέπετε, είπαν όλοι. Μα τι σόι γονείς – Είναι ένα αγρίμι, πραγματικά.
Η δεύτερη ανάδοχη μητέρα της προσπάθησε να ξεμπλέξει τα πυκνό σύννεφο που είχαν γίνει τα μαλλιά της. Θα πρέπει να το ξεδιαλύνουμε κάπως, είπε εκείνη απεγνωσμένη· κι εκείνο το βράδυ, όταν είχαν πάει όλοι για ύπνο, η Σέιντι πήγε κάτω στα κρυφά, για να πάρει το ψαλίδι της κουζίνας. Από τότε έκοβε τα μαλλιά της στο σχήμα ενός σγουρού φωτοστέφανου γύρω από το κεφάλι της. Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω μαζί της, είπε εκείνη η ανάδοχη μητέρα σε μια φίλη της κάποτε, όταν νόμιζε ότι η Σέιντι δεν μπορούσε να την ακούσει. Είναι λες και δεν της καίγεται καρφί για την εξωτερική της εμφάνιση.
Ήταν ευγενικοί άνθρωποι που νόμιζαν ότι έχουν καλές προθέσεις. Είχαν επιλεγεί από την κυβέρνηση ως οι πλέον κατάλληλοι γονείς, εγκεκριμένοι ως άνθρωποι ηθικοί, που θα μπορούσαν να της μάθουν καλές, πατριωτικές αξίες.
Κάτι δεν πάει καλά μαζί της, άκουσε η Σέιντι την τελευταία της ανάδοχη μητέρα να λέει στο τηλέφωνο: η εβδομαδιαία αναφορά στον κοινωνικό λειτουργό, που πίεζε για αποδείξεις ότι η Σέιντι έπρεπε να μείνει. Δεν έχει κλάψει ούτε μία φορά όσο καιρό είναι εδώ. Έκατσα, μάλιστα, έξω από το δωμάτιο της και κρυφάκουγα όλο το βράδυ. Δεν κλαίει καθόλου. Πείτε μου τώρα, ποιο παιδί περνάει όλα αυτά και δεν κλαίει; Ναι. Αυτό σκεφτόμουν κι εγώ. Τι σόι γονείς πρέπει να είχε, την έκαναν τόσο ψυχρή και άσπλαχνη.
Αναστέναξε. Κάνουμε ό,τι μπορούμε, είπε εκείνη. Θα προσπαθήσουμε να επιδιορθώσουμε το κακό που έχει γίνει ήδη.
Μερικές εβδομάδες αργότερα, ένα γράμμα, που η Σέιντι το βρήκε στο γραφείο της ανάδοχης μητέρας της: Δεδομένης της σοβαρότητας της συναισθηματικής βλάβης που προκλήθηκε στο παιδί από το προηγούμενο οικογενειακό του περιβάλλον, συνιστάται η μόνιμη απομάκρυνσή του. Το δικαίωμα επιμέλειας παραχωρείται αποκλειστικά στην ανάδοχη οικογένεια.
Κι ήταν αλήθεια – η Σέιντι δεν έκλαψε ποτέ. Μερικές φορές είχε δώσει στον Μπερντ γράμματα προς την παλιά της διεύθυνση, γραμμένα σε φύλλα τετραδίων, αλλά το τελευταίο είχε επιστρέψει με την ένδειξη ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ. Ακόμη και τότε, ο Μπερντ δεν την είχε δει να κλαίει.
Κάποιες φορές, όμως, όταν την έβλεπε να κάθεται στις φτέρνες της σε μια γωνία της αυλής, το κεφάλι της να στηρίζεται πάνω στο συρματόπλεγμα, του γυρνούσε πλάτη, ώστε να μην αναγκαστεί να το παίξει γενναία μπροστά του. Την άφηνε μόνη της με το πένθος της ή οποιο άλλο βαρίδι χρησιμοποιούσε, για να τα συγκρατήσει όλα μέσα της.
Του είχε προτείνει να το σκάσουν τον προηγούμενο Μάη.
Θα φύγουμε αποδώ και θα τους βρούμε, του είπε.
Η Σέιντι, ο Μπερντ το ήξερε, το είχε σκάσει κι άλλες φορές, αν και πάντοτε την έπιαναν. Αυτή τη φορά, επέμενε, θα τα κατάφερνε. Είχε κλείσει μόλις τα δεκατρία – είμαι ενήλικας πια, επέμενε.
Έλα μαζί μου, Μπερντ, του είχε πει. Είμαι σίγουρη ότι θα τους βρούμε.
Αναφερόταν στους γονείς της και στη μητέρα του. Η σιγουριά της ότι βρίσκονταν ακόμη κάπου εκεί έξω, ότι μπορούσαν να τους βρουν και μάλιστα, ίσως όλους τους, ήταν ακλόνητη. Ένα βολικό, όμορφο παραμύθι.
Θα σε πιάσουν, της είπε.
Όχι, δεν θα με πιάσουν, του αντιγύρισε. Θα πάω–
Αλλά τη διέκοψε. Μη μου πεις, της είπε. Δεν θέλω να ξέρω. Σε περίπτωση που με ρωτήσουν πού πήγες.
Την κοιτούσε στη διπλανή κούνια, που χτυπούσε και χτυπούσε τα πόδια της, δυνατά, πιο δυνατά, μέχρι που έφτασαν στο ίδιο ύψος με το σίδερο από πάνω της, η αλυσίδα χαλάρωσε και λύγισε πίσω της. Τότε, η Σέιντι έβγαλε μια κραυγή και εκσφενδονίστηκε ελεύθερη πια· έκανε ένα άλμα στον αέρα, στο τίποτα. Όταν ήταν μικρός, του άρεσε πάρα πολύ να πηδάει από τις κούνιες ακριβώς έτσι, βουτώντας στα όλο προσμονή χέρια της μητέρας του. Η Σέιντι δεν είχε κάνει τίποτα κακό, σκεφτόταν ο Μπερντ, δεν της άξιζαν όλα αυτά· και μισούσε τους γονείς της που της το είχαν κάνει αυτό. Γιατί δεν σταμάτησαν, εκείνη την πρώτη φορά, πώς μπόρεσαν να φερθούν τόσο ανεύθυνα; Η Σέιντι ανακάθισε και κοίταξε πίσω της τον Μπερντ, από εκεί που είχε προσγειωθεί, σαν μπλεγμένος σωρός πάνω στο γρασίδι. Δεν είχε χτυπήσει. Γελούσε.
Πήδα, Μπερντ, του φώναξε, αλλά εκείνος δεν πήδηξε, περίμενε απλώς την κούνια να κόψει ταχύτητα μέχρι που τα άκρα των παπουτσιών του σέρνονταν στα χαλίκια, αφήνοντας ανατριχιαστικά γκρι γδαρσίματα στο δάπεδο.

Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ: Ο δωδεκάχρονος Μπερντ ζει με τον πατέρα του σε μια τρομαγμένη κοινωνία, όπου κυριαρχούν ο φόβος και η ανασφάλεια που άφησαν πίσω τους τα χρόνια της κρίσης. Ο Μπερντ ξέρει ότι δεν πρέπει να ρωτάει πολλά-πολλά, να ξεχωρίζει υπερβολικά, ή να ξεμακραίνει πολύ. Επί μια δεκαετία, η ζωή τους ορίζεται από νόμους γραμμένους για τη διατήρηση της «αμερικάνικης κουλτούρας» στον απόηχο χρόνων οικονομικής αστάθειας και βίας. Για την τήρηση της τάξης και την αποκατάσταση της ευημερίας, οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί αντιπατριωτικό «απομακρύνεται». Aυτό συμβαίνει και με το έργο της μητέρας του, της Μάργκαρετ, μιας Κινεζοαμερικάνας ποιήτριας που μια μέρα απλώς εγκατέλειψε τον γιο της, όταν εκείνος ήταν εννιά χρονών. Κι έτσι, ο Μπερντ μεγάλωσε αποκηρύσσοντας τη μητέρα του και τα ποιήματά της. Δεν έχει νέα της, δεν ξέρει πού βρίσκεται και δεν πρέπει να ρωτάει. Όταν όμως λαμβάνει ένα μυστηριώδες γράμμα που περιέχει μονάχα μια αινιγματική ζωγραφιά, ρίχνεται σε μια περιπέτεια για να την ξαναβρεί. Το ταξίδι του θα τον οδηγήσει στις σελίδες αμέτρητων παραμυθιών που η μητέρα του του αφηγούνταν όταν ήταν παιδάκι, στις τάξεις ενός παράνομου δικτύου βιβλιοθηκών, στις ιστορίες παιδιών που τα έχουν απομακρύνει από την οικογένειά τους, και, τέλος, στη Νέα Υόρκη, όπου μια νέα πράξη απείθειας μπορεί να είναι η αρχή της πολυπόθητης όσο και αναγκαίας αλλαγής.

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ: Η Celeste Ng (Σελέστ Ινγκ) μεγάλωσε στο Πίτσμπουργκ της Πενσιλβάνια και στο Σέικερ Χάιτς του Οχάιο. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ ενώ έλαβε το μεταπτυχιακό της στη δημιουργική γραφή από το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, στο πλαίσιο του οποίου τιμήθηκε με το Hopwood Award. To «Όσα δεν σου είπα ποτέ» (2014) ήταν το πρώτο της μυθιστόρημα, το οποίο απέσπασε μια πληθώρα βραβείων (Massachusetts Book Award, Asian/Pacific American Award for Literature, ALA’s Alex Award, Medici Book Club Prize), μεταφράστηκε σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες σε όλο τον κόσμο και της χάρισε διεθνή αναγνώριση. Το δεύτερο βιβλίο της «Μικρές φωτιές παντού» (2017) θεωρείται ένα παγκόσμιο εκδοτικό φαινόμενο, καθώς έχει παραμείνει στην κορυφή των ευπώλητων των New York Times για περισσότερες από σαράντα εβδομάδες, έχει σαρώσει στις ψηφοφορίες των αναγνωστών (Goodreads) και έχει συμπεριληφθεί σε όλες τις λίστες με τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς για το 2017 (Amazon, Barnes and Noble, Guardian, LA Times, Washington Post, Esquire κ.ά.). Η συγγραφέας ζει στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης.