Βιβλιο

Ο Αλέξανδρος Ρασκόλνικ ζιπάρει τις ιστορίες του σε «121 λέξεις ακριβώς»

Ο συγγραφέας μιλάει για το βιβλίο του με τις αυστηρά μετρημένες λέξεις

Γιάννης Νένες
ΤΕΥΧΟΣ 881
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αλέξανδρος Ρασκόλνικ: Συνέντευξη με αφορμή το βιβλίο του «121 λέξεις ακριβώς», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Φερενίκη 

Στην εποχή του XXL, του Think Big, των 24ωρων θεατρικών παραστάσεων, του binge watching τηλεοπτικών σειρών απνευστί μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο, των φλύαρων podcast και των βιβλίων ογκόλιθων των 800 σελίδων, ήρθε ξαφνικά στα χέρια μας από τις εκδόσεις Φερενίκη, ένα βιβλίο με δελεαστικό τίτλο: «121 λέξεις ακριβώς». Διηγήματα του Αλέξανδρου Ρασκόλνικ (ψευδώνυμο) που ζιπάρει μέσα σε 121 λέξεις (μετρημένες μία μία) τις ιστορίες του, που όλες ίσως κρύβουν ένα μεγάλο μυθιστόρημα πίσω από την οικονομία τους.

Τα διηγήματα διαβάζονται με μια ανακουφιστική, καλοκαιρινή ελαφρότητα, αλλά έντεχνα αναμοχλεύουν σκοτεινές σκέψεις και εικόνες στο μυαλό σου, αρχαίους μύθους και σύγχρονους αστικούς ήρωες. Η ακαριαία εξέλιξή τους έχει δυναμικό αποτέλεσμα στον αναγνώστη. Και φυσικά, όλα έχουν μια κινηματογραφική καρδιά: είναι σαν ταινίες μικρού μήκους έτοιμες να γίνουν πραγματικότητα (το ευχόμαστε).

Επίσης σε βάζουν «στο παιχνίδι του edit». Να σκεφτείς ή και να προσπαθήσεις να ακολουθήσεις τον περιορισμό σε φράσεις, SMS, αναρτήσεις, mail και συζητήσεις. Είναι σχεδόν εθιστικό.

Αναζήτησα τον κύριο Ρασκόλνικ μέσω mail, σεβόμενος τη διάθεσή του για ιδιωτικότητα, αλλά δεν αντιστάθηκα να του ζητήσω να παίξει το παιχνίδι του και στις απαντήσεις που θα μου έδινε: να είναι όλες 21 λέξεις ακριβώς.

Το βιβλίο σας µε προκαλεί να σας ζητήσω να απαντήσετε σε κάθε µία από τις παρακάτω ερωτήσεις µε έναν καθορισµένο αριθµό λέξεων – ας πούµε 21 λέξεις η κάθε απάντηση. Συµφωνείτε να παίξουµε αυτό το παιχνίδι; Αν όχι, απαντήστε απλώς στις ερωτήσεις µε όσες λέξεις θέλετε. Γιατί, λοιπόν, συµφωνείτε ή όχι;  Γράφοντας, συνειδητοποίησα πως οτιδήποτε µπορεί να λεχθεί µε «121 Λέξεις Ακριβώς». Ας δοκιµάσουµε αν µπορεί να γίνει το ίδιο, µε 21!

Τι σας ώθησε να γράψετε µικρά διηγήµατα σε 121 λέξεις; Η λογοτεχνική πρόκληση του ορίου λέξεων ή η ακαριαία επίδραση στον αναγνώστη που έχουν τέτοια µικρά διηγήµατα; Και γιατί;
Όλα ξεκίνησαν τυχαία, από µια ηλεκτρονική πρόσκληση που έλαβα να συµµετάσχω σε σχετικό οµαδικό εγχείρηµα. Στην πορεία, η ιδέα µε καταγοήτευσε.

Ζούµε σε µία εποχή που όλα γίνονται σε X-Large εκδοχές: τρίωρες ταινίες, binge watching τηλεοπτικών σειρών όλων των επεισοδίων µαζί, βιβλία 800 σελίδων, 24ωρες θεατρικές παραστάσεις. Εσείς πώς βρεθήκατε στην X-small εκδοχή έκφρασης;  
Να είναι, άραγε, τόσο µεγάλο το κενό µέσα µας ώστε ν’ αναζητούµε θηριώδεις εκδοχές πραγµάτων, προκειµένου να γεµίζουµε; Δεν έχω ιδέα!

Φαντάζοµαι το πιο δύσκολο σηµείο στο έργο σας θα ήταν το editing – το να κόψετε λέξεις για να έρθει το επιθυµητό αποτέλεσµα των 121. Ήταν όντως αυτό; Και πώς το διαχειριστήκατε τεχνικά αλλά και λογοτεχνικά;  
Αρχικά, η επιµέλεια ήταν όντως κοπιώδης. Λίγο αργότερα, µε κάποιον µαγικό τρόπο, η πρώτη γραφή έπεφτε όλο και πλησιέστερα στον στόχο.

Υπήρξε στιγµή που κάποια ιστορία να ήταν µικρότερη των 121 λέξεων και να έπρεπε να την «τροφοδοτήσετε» µε έξτρα λέξεις;
Συµβαίνει κι αυτό, καθόλου σπάνια. Αλλά, όπως θα φαντάζεστε, το «γέµισµα» µιας ιστορίας είναι πάντα απλούστερο από την, συχνά «ψυχοβγαλτική», περικοπή λέξεων.

Στη ζωή σας γενικά είσαστε λιγόλογος;  
Αντίθετα, κάποιοι φίλοι ισχυρίζονται ότι είµαι µεγάλη γλωσσοκοπάνα! Όταν όµως βαριέµαι την οµήγυρη, η πικρή αλήθεια είναι ότι γίνοµαι αντιπαθέστατα λακωνικός.

Προτιµάτε και τις ταινίες µικρού µήκους
Το µέγεθος δεν µετράει, που λένε, εφόσον ο δηµιουργός έχει κάτι να πει – κι αυτό, φυσικά, δεν αφορά µόνο στον κινηµατογράφο.

Από τις ιστορίες σας, οι περισσότερες είναι αρκετά σκοτεινές θα έλεγα. Αυτό έχει να κάνει µε το όριο λέξεων ή ήταν η έµπνευσή σας αυτή; 
Ένας σκοτεινός επίλογος ενδεχοµένως να υπηρετεί ευκολότερα τη συγκεκριµένη φόρµα, αλλά αυτή, βεβαίως, δεν είναι αναγκαία συνθήκη. Ολοδικό µου το «ανάθεµα»!

Πώς επιλέξατε τα θέµατά σας; Υπάρχει ένα βλέµµα προς την αρχαία Ελλάδα σε αρκετά διηγήµατα του βιβλίου.
Bλέµµα προς την αρχαία Ελλάδα, όχι. Όµως, τη δίτοµη «Ελληνική Μυθολογία» του Ζαν Ρισπέν σε επιµέλεια Σπύρου Μαρινάτου, την ξεφυλλίζω παιδιόθεν.

Πιστεύω ότι η οικονοµία λέξεων γενικά, δίνει σε ένα κείµενο ένα πιο «σκληρό» και κυνικό ύφος. Συνέβη το ίδιο µε τα διηγήµατά σας;
Απειράριθµα δείγµατα ποιητικής, κυρίως, δηµιουργίας που η οικονοµία λέξεων είναι κρίσιµη, µάλλον συνηγορούν στο αντίθετο. Είναι περισσότερο το «ανάθεµα» που προλέγαµε.

Πιστεύετε ότι σε αυτά που δεν λέγονται ή στα υπονοούµενα κρύβονται οι µεγάλες αλήθειες; 
Θαρρώ ότι οι µεγάλες αλήθειες δεν µπορούν να κρυφτούν. Αναδύονται µ’ ένα βλέµµα, µια χειρονοµία. Αρκεί να θέλουµε να τις δούµε.

Κάθε διήγηµα συνοδεύεται και από ένα σχέδιο του εικονογράφου Στάθη. Θα έλεγα ότι κι εκεί υπάρχει ένας µινιµαλισµός. Πώς έγινε αυτή η συνεργασία; 
Ο Στάθης είχε την καλλιτεχνική ελευθερία που του αρµόζει κι όπως αργότερα µου εξοµολογήθηκε, το πενάκι του αγάπησε τις λέξεις µου.

Το Αλέξανδρος Ρασκόλνικ είναι ψευδώνυµο. Υπάρχει κάποια ιστορία πίσω από αυτό;
Ρασκόλνικους (Ρаскольники) ονόµαζε η ρωσική Εκκλησία τους αποστάτες. Ο άλλος µου εαυτός, µάλλον πασχίζει να βγει απ’ τον κοινωνικό χυλό που... βουλοπλέει.

Ποιο είναι το πιο αγαπηµένο σας διήγηµα από το βιβλίο και γιατί;
Πώς θα µπορούσα να διαλέξω; Είναι όλα τους παιδιά µου! Έτσι, ο εκδότης ανέλαβε να επιλέξει από ένα δεκαπλάσιο σώµα ιστοριών.

Θα θέλατε να δεχθείτε και την πρόκληση του Έρνεστ Χέµινγουεϊ – που είχε γράψει την περιβόητη ιστορία των 6 λέξεων («For Sale: baby shoes, never worn»); Θα µας γράψετε εδώ και τώρα µία ιστορία 6 λέξεων; 

  • Φαιδρότατη κοσµοπληµµύρα χλευάζει την απουσία σου.
  • Οπλίζοντας το περίστροφο, χτύπησε την εξώπορτα.
  • Ένα βλέµµα φαντασµαγορικότερο απ’ τα πυροτεχνήµατα.
  • Ο Λίβας µε µαστίγωνε. Βογκούσα ηδονικά.
  • Με χειροπέδες πισθάγκωνα, τα χειρότερα έπονται.
  • Ικέτης έπεσε. Οι Μοίρες ήταν ανένδοτες.
  • Ξεψύχησε µε το χαλινάρι στα δόντια.
  • Τα «Δωρεάν» φάρµακα, είναι περιττή πολυτέλεια.