Βιβλιο

«Ο άνεμος που σαρώνει»: Ένα μυθιστόρημα υψηλής εσωτερικής έντασης

«Η Αλμάδα αναμετριέται με συγγραφείς όπως ο Ουίλιαμ Φόκνερ κι ο Χουάν Ρούλφο, η Κάρσον Μακ Κάλερς και η Φλάνερυ Ο’ Κόνορ» αναφέρει η μεταφράστρια του βιβλίου Αγγελική Βασιλάκου

Κυριάκος Αθανασιάδης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

«Ο άνεμος που σαρώνει» της Σέλβα Αλμάδα: Μια συζήτηση με την Αγγελική Βασιλάκου, μεταφράστρια του βιβλίου (Εκδόσεις Κλειδάριθμος)

Διάβασα το μικρό μυθιστόρημα (είναι 150 σελίδες όλες κι όλες) της Σέλβα Αλμάδα σε πολύ περισσότερο χρόνο από όσο δικαιολογεί ο όγκος του, καθώς το γράψιμό της, απλό κατά τα άλλα, είναι βαθύ και —με έναν περίεργο τρόπο— σχεδόν υπνωτιστικό. Παράλληλα, αυτά που λέγονται, και όλα τα άλλα που υπονοούνται, σε κάνουν να σκέφτεσαι πολύ, την ίδια στιγμή που είσαι βυθισμένος στην ιστορία. Που είναι απλή. Ένας πάστορας, ο αιδεσιμότατος Πίρσον, κηρύσσει το Ευαγγέλιο στην ύπαιθρο της Αργεντινής μαζί με τη Λένι, την έφηβη κόρη του. Γυρίζουν τα χωριά, κοιμούνται σε ξενοδοχεία, περνούν τον περισσότερο χρόνο τους μέσα στο αυτοκίνητο, μόνοι οι δυο τους. Μέχρι που το αυτοκίνητο χαλάει και ακινητοποιείται κάτω από τον τρομερό ήλιο — ευτυχώς, αρκετά κοντά στο σπίτι και στο γκαράζ του μηχανικού Γκρίνγκο Μπάουερ, που ζει απομονωμένος εκεί μαζί με τον επίσης έφηβο Ταπιόκα — και με μερικά σκυλιά. Η ζημιά στο αμάξι είναι δύσκολη, και ο πάστορας με τη Λένι θα πρέπει να μείνουν εκεί μέχρι να φτιαχτεί. Η αναγκαστική συμβίωση αυτών των ανοίκειων χαρακτήρων, και οι επακόλουθες συζητήσεις τους, μαζί με τη βροχή («σαν ένας τεράστιος στρατός που περπατάει πάνω στα δέντρα») και τον άνεμο που θα τους αποκλείσουν στο σπίτι, θα βγάλουν πολλά μυστικά στην επιφάνεια, θα ξεγυμνώσουν τις ψυχές τους και θα οδηγήσουν σε μία μεγάλη σύγκρουση. Ένα απατηλά απλό, πολύ σφιχτά δομημένο μυθιστόρημα, με κρυστάλλινη, διαυγή πρόζα, γεμάτο εσωτερικούς κραδασμούς σαν μελίσσι λίγο πριν το κλοτσήσει ένα παιδί. Πολύπλοκοι χαρακτήρες, εκπληκτική σκηνογραφία, ένα βιβλίο που κολλάει επάνω σου όπως τα πουκάμισα των πρωταγωνιστών κολλάνε στο δέρμα τους από τον ιδρώτα και από τη βροχή. Η μετάφραση είναι της Αγγελικής Βασιλάκου, οπότε είναι σε πραγματικά πολύ υψηλό επίπεδο. Της έκανα μερικές ερωτήσεις, και είχε την ευγένεια να απαντήσει. Την ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο της και για τη δουλειά της. Ορίστε τι μας είπε:

* * *

Κ.Α.: Νομίζω πως πρώτη μου φορά διαβάζω κάτι τέτοιο. Πολύ ξεχωριστή πεζογραφία, βραδύκαυστη, «συμπεπυκνωμένη», με μεγάλη ένταση αλλά χωρίς πολλές κορυφώσεις — είναι αυτό το στιλ πάντα της Αλμάδα;

Α.Β.: Την ίδια ακριβώς αντίδραση είχε και η Beatriz Sarlo, μια από τις σπουδαιότερες κριτικούς λογοτεχνίας στην Αργεντινή, όταν διάβασε το πρωτόλειο της Σέλβα Αλμάδα, γιατί αυτό είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. «Όλα ήταν περίεργα και πρωτότυπα για τη λογοτεχνία της Αργεντινής, τουλάχιστον όπως την ήξερα εγώ. Δεν ήταν αστική λογοτεχνία, δεν υπήρχε η παραμικρή ειρωνεία ή κλείσιμο ματιού στη λογοτεχνική κοινότητα, ούτε η συγγραφέας αφηγείτο κάποια αυτοβιογραφική ιστορία. Ο “Άνεμος που Σαρώνει” είναι μια ιστορία χωρίς μεγαλειώδεις χειρονομίες και ανακοινώσεις, ΑΛΛΑ με την πρωτοτυπία που η Αλμάδα επιλέγει τις λέξεις, κερδίζει το παιχνίδι της Γραφής, κάνοντας το βιβλίο της Ποίηση, Μουσική…», έγραψε χαρακτηριστικά η Sarlo στην εφημερίδα Perfil. Και απ’ ό,τι φαίνεται είχε απόλυτο δίκιο. Γιατί το βιβλίο κυκλοφορούσε επί μία δεκαετία από τις ανεξάρτητες εκδόσεις Mardulce, και από το 2012 δεν έπαψε ούτε μια μέρα να πουλάει ή να συλλέγει κριτικές — γιατί στο μεταξύ έγινε ταινία, θεατρικό έργο και ανέβηκε με τη μορφή όπερας στη Λυρική Σκηνή του Ρίο ντε λα Πλάτα, και το 2019 τιμήθηκε με το First Book Award Festival International of Edinburg. Με αποτέλεσμα να επανεκδοθεί, αυτή τη φορά από τον Random House, να μεταφραστεί σε 12 γλώσσες και να συμπαρασύρει και τα επόμενα βιβλία της Αλμάδα.

Κ.Α.: Μου έκανε εντύπωση επίσης που δεν παίρνει θέση. Νομίζω πως δεν είναι εύκολο να το κάνεις όταν είσαι συγγραφέας. Η Αλμάδα αρνείται να κλίνει προς τη μία ή την άλλη πλευρά, προς την πίστη ή προς τον σκεπτικισμό. Ή, για να το πω κι αλλιώς, είναι και με τους δύο!

Α.Β.: Μα δεν μπορεί να πάρει θέση. Γιατί η Σέλβα Αλμάδα είναι μια βιωματική συγγραφέας. Γεννήθηκε στο Έντρε Ρίος το 1973, έζησε μέχρι τα 17 της χρόνια στην επαρχία, στο δέλτα του ποταμού Παρανά, και σήμερα ζει και γράφει στο Μπουένος Άιρες. Είναι μια από τις πιο αναγνωρισμένες Αργεντινές συγγραφείς, μαζί με τη Μαριάνα Ενρίκες και τη Σαμάντα Σβέλμπιν, και ξεκίνησε όπως κι αυτές γράφοντας αυτοβιογραφικά διηγήματα… Ο «Άνεμος που Σαρώνει» ήταν μάλλον ένα «ατύχημα», όπως μας λέει η Σέλβα Αλμάδα, και μας εξηγεί πώς συνέβη: «Πίστευα ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να γράψω μυθιστόρημα. Προσπαθούσα να γράψω μια μικρή ιστορία: η έφηβη κόρη ενός πάστορα, η Λένι, είναι καταδικασμένη να περνάει τον χρόνο της με τον πατέρα της στον περιορισμένο χώρο ενός αυτοκινήτου. Όμως, κάποια στιγμή στη συγγραφή, κάτι μπέρδεψε, δεν θυμάμαι ακριβώς τι, οπότε το άφησα. Γύρισα τον χρόνο πίσω και, αντί να κλείνει, το προσχέδιο άνοιγε όλο και περισσότερο· η κόρη του πάστορα πέρασε στο βάθος, ο πάστορας έγινε κεντρικό πρόσωπο, όπως και ο μηχανικός που συναντούν όταν χαλάει το αυτοκίνητό τους, τα πιστεύω τους και οι πεποιθήσεις του καθενός...»

Κ.Α.: Μεταφέρθηκε στο θέατρο λοιπόν, εκτός των άλλων. Είναι βέβαια απολύτως «θεατρικό», υπό μία έννοια. Πώς γίνεται να έχουμε ένα τόσο «κλειστό» κείμενο μέσα στην απέραντη πάμπα;

Α.Β.: Γίνεται. Γιατί η Αλμάδα όταν γράφει βυθίζεται. Στις φωνές των χαρακτήρων, στον θόρυβο του ποταμού, των φύλλων των δέντρων, ακόμη και στη σιωπή… ενός κατεξοχήν αρσενικού σύμπαντος που χτίζεται με βρισιές, περίεργα βλέμματα, λαϊκές ρήσεις, με ανατροπές… Ο «Άνεμος που Σαρώνει» είναι μια ιστορία που εκτυλίσσεται μέσα σε λίγες ώρες ή μια μέρα, σε δύο ουσιαστικά χώρους, εκτός σπιτιού-συνεργείου και μέσα σ’ αυτό. Και τι συμβαίνει στη διάρκειά της; Τίποτε και τα πάντα, γιατί όλα γίνονται αντιληπτά (κυρίως) από τους διαλόγους, κι όλα είναι ψιθυριστά όπως μιλάς στον Θεό (αν είσαι πιστός) ή κλειστοφοβικά όπως είναι όλα στη Φύση (γεμάτα φώτα και σκιές, υφές και, πάνω απ’ όλα, αντιφάσεις).

Κ.Α.: Ο καιρός είναι βασικός πρωταγωνιστής του βιβλίου: ήλιος, βροχή, άνεμος, σκόνη… Παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο — όχι τόσο η ίδια η φύση, όσο ο καιρός. Δεν βλέπω κάποιου είδους αλληγορία εδώ. Είναι έτσι;

Α.Β.: Ακριβώς. Μια βλάβη κάνει τον αιδεσιμότατο να συναντήσει τον Μπράουερ. Και μια συμβολική καταιγίδα θα εγκλωβίσει τα τέσσερα πρόσωπα σε μια υποβλητική ατμόσφαιρα όπου θα συγκρουστούν για την ελευθερία και την αβεβαιότητα, την πίστη και τη μοναξιά. «Όπως η Φλάνερυ Ο’ Κόνορ και ο Χουάν Ρούλφο, η Αλμάδα αντικατοπτρίζει στις γεμάτες ποίηση, ένταση και μυστήριο σελίδες της τα διλήμματα της φύσης, του Θεού, και της ύπαρξης», έγραψε το BBC.

Κ.Α.: Είναι αληθινά τόσο πιστός ο αιδεσιμότατος Πίρσον; Και είναι πράγματι τόσο σκεπτικιστής ο Γκρίνγκο Μπάουερ;

Α.Β.: Ο Πίρσον είναι φανατικός. Είναι κύριος της αποπλάνησης. Δεν είναι τυχαίο ότι τα κηρύγματά του διανθίζονται με πυρετώδη λόγια και θεατρικές χειρονομίες και ότι το ζήτημα της ειλικρίνειας όσων επεμβαίνουν ανοιχτά στη συνείδηση των ανθρώπων τίθεται με βάθος και λεπτότητα. Ο Μπράουερ είναι αυτοδημιούργητος, μοναχικός, ζει απομονωμένος με τον Ταπιόκα σε ένα βουνό, φυσικό είναι να είναι επιφυλακτικός. Εμπιστεύεται μόνο ό,τι βλέπει, ό,τι αγγίζει…

Κ.Α.: Έχουμε δύο πατρικές φιγούρες εδώ. Και δύο παιδιά, δύο εφήβους. Αλλά δεν έχουμε καμία μητρική φιγούρα, τουλάχιστον παρούσα.

Α.Β.: Οι γυναικείοι χαρακτήρες είναι σχεδόν ανύπαρκτοι στο βιβλίο. Η μητέρα είναι απλώς μια ανάμνηση στο μυαλό της Λένι, ή η έλλειψη που νιώθει ο Ταπιόκα, όταν η δική του μητέρα τον «εμπιστεύεται» στον γκρίνγκο…. Για διαφορετικούς λόγους, και οι δύο έφηβοι, η Λένι και ο Ταπιόκα, υπέφεραν από μητρική απουσία και έπρεπε να μεγαλώσουν σε σκληρές και αυστηρές συνθήκες που διαμόρφωσαν τον σημερινό τους χαρακτήρα. Αποστερημένοι, για να επιβιώσουν προσκολλώνται ο ένας στον άλλον ενώ αρνούνται τους δύο ενήλικες που μετά βίας μπορούν να διαχειριστούν τη ζωή τους. Δεν υπάρχει ρητή αγάπη. Υπάρχει απελπισία, και ανάγκη για παρέα, όπως επίσης μομφές και περίεργες εκφράσεις στοργής, περίεργες μορφές αγάπης και έλλειψη αγάπης.

Κ.Α.: Πόσο «αργεντίνικο» είναι το θέμα του βιβλίου;

Α.Β.: Νομίζω, καθόλου. Η Σέλβα Αλμάδα θεωρείται σύγχρονη κλασική συγγραφέας της Αργεντινής, μα αναμετριέται με συγγραφείς όπως ο Ουίλιαμ Φόκνερ κι ο Χουάν Ρούλφο, η Κάρσον Μακ Κάλερς και η Φλάνερυ Ο’ Κόνορ. Μπορεί να γράφει για τις ιστορίες που ακούει, αυτές που της λένε και τις δικές της αναμνήσεις από την εποχή που έζησε στην επαρχία, αλλά όλα αυτά γίνονται μυθοπλασία.

Κ.Α.: Παρ’ όλα αυτά, ο αναγνώστης βρίσκει πολλά κοινά σημεία. Πολλές διαφορές, αλλά και πολλά κοινά.

Α.Β.: Ναι, γιατί είναι μια ξεκάθαρη και πυκνή συγγραφέας που μας αφορά. «Της αρκούν μόνο λίγες προτάσεις για να περιγράψει μια ατμόσφαιρα, έναν χαρακτήρα σε μια ανθρώπινη κατάσταση», όπως εξηγεί και ο Philippe Lançon, στη Libération.

Κ.Α.: Πρώτο μέρος μιας τριλογίας. Είναι στην ίδια έκταση και τα άλλα δύο βιβλία; Τα θέματά τους; Παραπλήσια;

Α.Β.: Ακριβώς. Είναι πάνω-κάτω στην ίδια έκταση, πάντα από την οπτική γωνία των αρσενικών, γιατί η πατριαρχία επηρεάζει και τις ζωές των ανδρών, και μόνο αν την κατανοήσουμε θα αντιληφθούμε καλύτερα τον μισογυνισμό. Σε αυτό συμφωνούν απόλυτα με τη Φερνάντα Μελτσόρ, και είναι αυτή τη στιγμή οι μόνες ισπανόφωνες συγγραφείς που καταγράφουν τη βία και τον μισογυνισμό από ένα καθαρό ανδρικό σύμπαν.

Κ.Α.: Ευχαριστώ πολύ!

Η Σέλβα Αλμάδα (Έντρε Ρίος, 1973) έγινε διεθνώς γνωστή το 2015, με την τριλογία «Ο άνεμος που σαρώνει», «Ladrilleros», «No es un rio». Το πρώτο της βιβλίο, «Ο άνεμος που σαρώνει», σάρωσε όχι μόνο τις πωλήσεις αλλά και τα εγκώμια των κριτικών, μεταφράστηκε σε 12 γλώσσες, και τιμήθηκε με το First Book Award Festival International of Edinburg. Η συγγραφέας ήταν φιναλίστ για το βραβείο Tigre Juan με το βιβλίο της «Ladrilleros», όπως επίσης και των βραβείων Rodolfo Walsh & Vargas Llosa για το «Chicas Muertas».

Σέλβα Αλμάδα © Vale Fiorini