Βιβλιο

Ο Κώστας Μπαρμπάτσης και η Λυκοχαβιά. Μια συζήτηση με έναν εκπαιδευτικό που γράφει

Μια συλλογή έξι διηγημάτων με τον παράξενο τίτλο «Λυκοχαβιά» είναι η αφορμή για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον καθηγητή πληροφορικής και συγγραφέα

Ευτέρπη Μουζακίτη
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο συγγραφέας Κώστας Μπαρμπάτσης μιλάει στην Athens Voice για τη «Λυκοχαβιά», το πρώτο του βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος

Ποιος είναι ο Κώστας Μπαρμπάτσης με διδακτορικό στην εκπαιδευτική τεχνολογία και στα πολυμεσικά τρισδιάστατα εικονικά περιβάλλοντα, που με το πρώτο του κιόλας βιβλίο του, τη «Λυκοχαβιά» (εκδ. Κέδρος) μας συγκινεί; Έξι ιστορίες που αφορούν την απώλεια των συναισθημάτων, της λογικής, της ίδιας της ζωής στήνονται με σκηνικό την Αιτωλοακαρνανία και την Ήπειρο του πολέμου, της Κατοχής, του Εμφυλίου, της μετανάστευσης και ήρωες ανθρώπους εύθραυστους, αδύναμους που επιλέγουν τη φυγή. Ποιοι είναι όμως αυτοί οι άνθρωποι, υπήρξαν ή είναι αποκύημα της φαντασίας του καθηγητή πληροφορικής; Από πού ξεπήδησαν αυτές οι ιστορίες και τι σημαίνει άραγε λυκοχαβιά; Για όλα αυτά μιλήσαμε με τον συγγραφέα ζητώντας του να μας βάλει πιο μέσα στην ιστορία του.

Η συλλογή «Λυκοχαβιά» είναι το πρώτο σας βιβλίο. Θα ήθελα να μας μιλήσετε για την έμπνευσή σας...
Δεν μπορώ να προσδιορίσω κάποιο συγκεκριμένο γεγονός από το οποίο εμπνεύστηκα τη συλλογή. Μάλλον, όλο αυτό βγήκε σαν αποτέλεσμα μιας εσωτερικής διεργασίας πολλών ετών. Μιας διεργασίας με επιρροές τόσο από το οικογενειακό όσο και από το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσα.

Κατάγομαι από τη μεριά της μητέρας μου από το Αγρίνιο και από τη μεριά του πατέρα μου από την περιοχή Ξηρόμερο στην Ακαρνανία. Συγκεκριμένα από το Δρυμό, ένα χωριό πριν τη Βόνιτσα, μέσα στον Αμβρακικό κόλπο. Μεγάλωσα στο Αγρίνιο αλλά από παιδί ως και μετά το τέλος του λυκείου, γιορτές και καλοκαίρια, τα περνούσαμε εκεί, στον χωριό. Όλοι οι συγγενείς ασχολιόταν με τον καπνό. Σηκώνονταν απ’ το χάραμα για να μαζέψουν τα φύλλα στο χωράφι και ως το απόγευμα αρμάθιαζαν στην αυλή. Εκεί ανάμεσα στα άλλα, θυμάμαι να λένε ιστορίες ή διάφορα περιστατικά που είχαν συμβεί στο παρελθόν. Η γιαγιά μου η Σπυριδούλα, μάνα του πατέρα μου, διηγιόταν παραμύθια. Κάποια απ’ αυτά τα είχε ακούσει, αλλά τα περισσότερα τα έφτιαχνε η ίδια.

Αυτές τις ιστορίες και τα παραμύθια τα έχω ακούσει πάρα πολλές φορές έως σήμερα. Ο πατέρας μου τα επαναλάμβανε ξανά και ξανά. Μάλιστα κάθε φορά τα διάνθιζε με όλο και περισσότερες λεπτομέρειες, με μιμήσεις των φωνών των πρωταγωνιστών και μια πολύ ζωντανή αφήγηση.

Πέρα απ’ τις επιρροές που είχα απ’ το χωριό, μια σημαντική περίοδος από την οποία άντλησα υλικό, ήταν τα χρόνια που η μητέρα μου είχε ανοίξει ένα μαγαζί. Ένα μικρό ακριβώς κάτω απ’ το σπίτι μας στο Αγρίνιο. Πουλούσε ζωοτροφές, όσπρια, αλεύρια και λίγα είδης μπακαλικής. Κάποιες φορές κρατούσα εγώ το μαγαζί η κάποιο απ’ τα αδέρφια μου. Αυτό το μαγαζί ήταν κέντρο διερχομένων. Πέρναγε ο καθένας, περισσότερο για κουβέντα παρά για ψώνια. Κουτσομπολιά, συζητήσεις για τα πολιτικά, τσακωμοί, παρεξηγήσεις, απ’ όλα είχε το μενού. Θυμάμαι είχα φέρει κι ένα ψυγείο και κάποιοι άραζαν και έπιναν μπύρες. Οι πέντε από τους έξι ήρωες του βιβλίου έχουν στοιχεία από διάφορους τύπους που σύχναζαν στο μαγαζί. Τους έφερνα εικόνα στο μυαλό, κι αφού τους τοποθέτησα σε άλλον χώρο και χρόνο, έστηνα τη μυθοπλασία.

Τι σημαίνει λυκοχαβιά και γιατί επιλέξατε αυτόν τον τίτλο;
Η «Λυκοχαβιά» ήταν κάτι σαν φυλαχτό που σύμφωνα με μια παλιά δοξασία, προσέδιδε ιδιαίτερες ικανότητες σε όποιον το είχε πάνω του. Πιο συγκεκριμένα οι άνθρωποι που κατοικούσαν στις περιοχές, όπου διαδραματίζονται οι ιστορίες, πίστευαν πως έτσι και εμφανιστεί μπροστά σου λύκος, «βουβαίνεσαι», «σου κόβεται η λαλιά», «χαβώνεσαι» όπως λέγανε χαρακτηριστικά. Για να φτιάξεις όμως λυκοχαβιά έπρεπε πρώτα να βρεις λύκο. Έτσι, όταν τύχαινε και σκότωναν κάποιον, τον κρέμαγαν ανάποδα κι έκοβαν προσεκτικά το δέρμα που βρίσκεται γύρω – γύρω απ’ τη μουσούδα. Το ξέραιναν στον ήλιο και στην συνέχεια το πήγαιναν στην εκκλησία, κάτω απ’ την Αγία Τράπεζα, για να λειτουργηθεί όπως έπρεπε. Μετά από σαράντα μέρες, το ξεραμένο αυτό δέρμα, είχε μετατραπεί σε λυκοχαβιά, σε φυλαχτό. Και σαν την είχες πάνω σου «χάβωνες», «βούβαινες», όποιον είχες απέναντι. Εκεί που χρησιμοποιούνταν περισσότερο ήταν στα δικαστήρια. Αν κάποιος είχε μια δίκη, για κτηματικές διαφορές ή οτιδήποτε άλλο, κι είχε πάνω του «Λυκοχαβιά» κέρδιζε στα σίγουρα. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο ομώνυμο διήγημα: «Όλοι όσοι καθόταν εκεί πάνω, πρόεδροι, γραμματείς, εισαγγελείς, οι πάντες, χαβώνονταν. Σαν πιωμένοι κοίταζαν γύρω και μόνο σαν συνέρχονταν λίγο, βάζανε τα χαρτιά μπροστά στα στόματα και αθώος ο κατηγορούμενος, φώναζαν…».

Την λέξη «Λυκοχαβιά» την επέλεξα και ως τίτλο της συλλογής. Έψαχνα για ένα μονολεκτικό και ασυνήθιστο τίτλο που θα κινούσε την περιέργεια. Έτσι ανάμεσα στους τίτλους των υπόλοιπων διηγημάτων το «λυκοχαβιά» ήταν μονόδρομος…

Οι ιστορίες του βιβλίου σας πραγματεύονται την απώλεια. Την απώλεια τvν συναισθημάτων, της λογικής και της ίδιας της ζωής. Ξεπερνιέται η απώλεια;
Δεν ξέρω… ίσως και να εξαρτάται από τη φύση της απώλειας. Στην περίπτωση, για παράδειγμα, του θανάτου, το να ξεπεραστεί ή όχι έχει να κάνει με διάφορους παράγοντες. Πόσο κοντινός ήταν αυτός που έφυγε, η ψυχοσύνθεση αυτού που μένει πίσω, διάφορα. Προσωπικά έως τώρα, δεν έχω βιώσει ανάλογη απώλεια στο στενό οικογενειακό περιβάλλον. Σκέφτομαι όμως ότι μια καλή αρχή για να βγει κάποιος και πάλι στην επιφάνεια είναι η υγιής έκφραση του πένθους. Στην επαρχία, ιδιαίτερα στα χωριά, σε αντίθεση με τα μεγάλα αστικά κέντρα, η διαδικασία του πένθους ακολουθεί ένα διαφορετικό τελετουργικό. Ολονυχτία κοντά στο νεκρό, σε κάποιες περιοχές μοιρολόγια και κλάματα στα όρια του σπαραγμού. Έχω τέτοιου είδους εμπειρίες και αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι οι παρευρισκόμενοι δεν προσπαθούσαν να αποτρέψουν το θρήνο των πενθούντων. Απεναντίας στέκονταν διακριτικά δίπλα τους και άλλος τους έπιανε το χέρι, άλλος τους έβρεχε τα χείλη, το πρόσωπο, σαν να τους έδιναν κουράγιο για να συνεχίσουν να θρηνούν. Στις πόλεις τέτοιου είδους τελετουργίες σπανίζουν. Τις πιο πολλές φορές αναλαμβάνει ένα γραφείο τελετών και τελειώνει εκεί το πράγμα. Θέλω να πιστεύω ότι αυτή η έκφραση του πένθους, είναι δυνατόν να απαλύνει κάπως την οδύνη, να προσφέρει μια αποφόρτιση και σε ένα βάθος χρόνου να σε βοηθήσει κάπως να το «ξεπεράσεις». Δεν υποστηρίζω πως σε «καθαρίζει» εντελώς. Η μνήμη πάντα θα ξυπνά τον πόνο αλλά ίσως ο χρόνος να τον «μαλακώνει» κάπως…

Οι ιστορίες σας τοποθετούνται στην Αιτωλοακαρνανία την Ήπειρο κατά τη διάρκεια του πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου. Γιατί επιλέξατε αυτή την χρονική περίοδο;
Δεν μπορώ να πω ότι προβληματίστηκα ιδιαίτερα για την επιλογή του χώρου και του χρόνου όπου θα διαδραματιζόταν οι ιστορίες. Από πολύ παλιά είχα ένα σχετικό ενδιαφέρον γι’ αυτή τη χρονική περίοδο. Από την άλλη είχα την τύχη να ακούσω άμεσες και έμμεσες μαρτυρίες σχετικά με τα γεγονότα. 

Να πω εδώ ότι μέλημα μου ήταν να διατηρήσω το πλήθος των ιστορικών στοιχείων σε ένα ανεκτό επίπεδο. Κι αυτό γιατί δεν ήθελα να προσθέσω πολλές λεπτομέρειες, που πιθανόν να λειτουργούσαν εις βάρος της κυρίως αφήγησης και της πλοκής.

Πολύ ενδιαφέρουσα η γλώσσα που χρησιμοποιείτε. Υπάρχει κάποια βιωματική σχέση; Πώς και αποφασίσατε να πειραματιστείτε με αυτήν;
Ναι, υπάρχει βιωματική σχέση. Την άκουγα από συγγενείς, κάποιες λέξεις από τους γονείς, από γνωστούς, είχα αρκετά ερεθίσματα. Άλλωστε πολλοί από αυτούς τους ιδιωματισμούς χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα και στην Αιτωλοακαρνανία, στην Ήπειρο αλλά και σε άλλες γειτονικές και μη περιοχές. Όχι βέβαια στην ίδια έκταση όπως παλιότερα, αλλά σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Όσον αφορά την χρήση ή όχι της συγκεκριμένης γλώσσας, δεν χρειάστηκε να πάρω κάποια απόφαση. Οι ήρωες των διηγημάτων μόνο με αυτή τη γλώσσα θα μπορούσαν να «μιλήσουν». Κι αυτό γιατί μια ενδεχόμενη χρήση λέξεων της καθομιλουμένης ή μια πιο λογοτεχνίζουσα γλώσσα, θα λειτουργούσε εις βάρος της αληθοφάνειας αλλά και του συναισθήματος που ήθελα να περάσω στον αναγνώστη. Να πω εδώ, ότι ακόμη και στα διηγήματα όπου δεν υπάρχει πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ο λόγος του αφηγητή ακολουθεί σχεδόν το ίδιο ύφος. Δεν ήθελα έναν συνηθισμένο παντογνώστη αφηγητή, αλλά έναν αφηγητή που θα παραπέμπει σε κάποιον που κάθεται δίπλα σου και σου αφηγείται ένα γεγονός...

Στην αρχή του βιβλίου υπάρχει ένα μικρό κείμενο του Θανάση Μπαρμπάτση. Είναι ο πατέρα σας; Με τι ασχολείται;
Ναι, ο Θανάσης Μπαρμπάτσης είναι ο πατέρας μου. Εδώ και πολλά χρόνια είναι συνταξιούχος. Συνταξιοδοτήθηκε ως οδηγός αλλά παλιότερα δούλευε στα χωράφια, σε εργοστάσιο κατασκευής αυτοκινήτων στην Γαλλία, σε οικοδομές, σε διάφορα. Αυτό το κείμενο μου το έστειλε με το ΚΤΕΛ στη Θεσσαλονίκη, μέσα σε ένα δέμα με τρόφιμα. Είχα γράψει ήδη το πρώτο διήγημα, το «Θα φύγω ξάδερφε», και του το έστειλα με το ταχυδρομείο να το διαβάσει. Σαν άνοιξα το δέμα, μέσα σε μια σακούλα με λεμόνια, βρήκα ένα μικρό κόκκινο μιλιμετρέ χαρτί. Το ξεδίπλωσα και είδα γραμμένο σε πολυτονικό και με μολύβι, το μικρό αυτό κείμενο:

Οι πεθαμένοι είναι αναστημένοι.
Δεν ξέρω αν ζούνε μαζί με εμάς,
πάντως εμείς ζούμε μαζί με αυτούς

Μετά από καιρό μου είπε ότι το διήγημα του έφερε αναμνήσεις από τον πρώτο του ξάδερφο, τον Πάνο, τον ήρωα της ιστορίας, ο οποίος είχε πεθάνει σχετικά πρόσφατα. Αυτές οι μνήμες και η συγκίνηση τον οδήγησαν να γράψει το κείμενο…

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σας αναφέρετε πώς είναι ιστορίες για εύθραυστους ανθρώπους που βλέπουν ως μόνη διέξοδο από την σκληρή πραγματικότητα τη «φυγή». Θεωρείται ότι στους δύσκολους καιρούς που βιώνουμε, υπάρχει άλλη διέξοδος; 
Σίγουρα υπάρχει διέξοδος. Κατά την άποψη μου η φυγή, πέρα από το βάρος που φέρει σαν όρος, είναι κι αυτή μια διέξοδος. Στη «Λυκοχαβιά» οι ήρωες καλούνται να τα βγάλουν πέρα σε εχθρικά περιβάλλοντα. Σε περιβάλλοντα που δεν δέχονται το διαφορετικό. Δεν δέχονται την ευαισθησία, τον έρωτα, την ψυχική ασθένεια, την τρυφερή αγάπη για ένα ζώο. Όσον αφορά το τώρα, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, υπάρχουν πάμπολλες εμπόλεμες ζώνες σε όλο τον πλανήτη. Κάθε μέρα ακούμε για ανθρώπους που παρατάνε τα σπίτια τους, τις οικογένειες του και θαλασσοδέρνονται μόνο και μόνο για να ζήσουν. Για τίποτε άλλο. Αλλά και γενικότερα και σε άλλες κοινωνίες που χαρακτηρίζονται ως «δημοκρατικές» ακούμε ότι άνθρωποι με διαφορετικό χρώμα, με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό, διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις, οτιδήποτε τέλος πάντων δεν συμβαδίζει με την υποτιθέμενη «κανονικότητα», να παραγκωνίζονται, να ασφυκτιούν και να ψάχνουν για ένα καταφύγιο. Έτσι, κάποιος που διώκεται, που απειλείται και η ζωή του, κάποιος που δεν έχει την ψυχική ανθεκτικότητα να αντεπεξέλθει σε τέτοιες καταστάσεις, επιλέγει τη φυγή και καλά κάνει. Άλλωστε το να φεύγει κάποιος δεν το θεωρώ αδυναμία ή ήττα. Απεναντίας σε κάποιες περιπτώσεις, το να φεύγει κανείς είναι πιο δύσκολο από το να μένει. Είναι μια κίνηση που πέρα απ’ το ότι μαρτυρά διάθεση για ζωή, απαιτεί γενναιότητα και θάρρος…

Η γραφή είναι κάτι έμφυτο ή πρέπει να διαβάσεις για να γράψεις;
Σε ένα βαθμό μπορώ να πω ότι είναι κάτι έμφυτο. Πρέπει να διαθέτεις φαντασία, να «βλέπεις» αυτό που θες να γράψεις και να έχεις μια έφεση στην αφηγηματικότητα. Αυτά βέβαια από μόνα τους δεν σου εξασφαλίζουν κάτι. Από εκεί και μετά θέλει δουλειά. Θέλει υπομονή, παρατηρητικότητα και φυσικά διάβασμα. Αυτός που γράφει και συγχρόνως διαβάζει, θέλοντας και μη, γίνεται πιο «υποψιασμένος», πιο δημιουργικός αναγνώστης. Πέρα απ’ το ότι παίρνει ιδέες και έμπνευση, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης προσπαθεί να αποκρυπτογραφεί τις τεχνικές που χρησιμοποιεί ο εκάστοτε συγγραφέας. Το πώς δομεί την ιστορία, πως χτίζει τους χαρακτήρες, την κλιμάκωση, τις ανατροπές, διάφορα…

Παρακολουθείτε τη σύγχρονη λογοτεχνία; Ποιος ο αγαπημένος/ η σας συγγραφέας;
Το να πω ένα μόνο όνομα μου είναι δύσκολο. Δεν έχω κάποιον που τον ξεχωρίζω μέσα μου, κάποιον πολύ αγαπημένο. Κατά καιρούς μου αρέσουν διάφοροι. Από τους πιο παλιούς ο Δημήτρης Χατζής, ο Στρατής Τσίρκας, ο Γιώργος Ιωάννου. Στους πιο σύγχρονους ξεχωρίζω τον Αργύρη Χιόνη, την Ζυράννα Ζατέλη, τον Θωμά Κοροβίνη, τον Γιάννη τον Μακριδάκη. Βιβλία που μου έχουν μείνει είναι «Το κιβώτιο» του Αλεξάνδρου, ο «Λούσιας» του Χουλιάρα, «Το τρίτο στεφάνι» του Ταχτσή, «Η μητέρα του σκύλου» του Μάτεσι, «Ο συμβολαιογράφος» του Νίκου Βασιλειάδη, η «Βιοτεχνία υαλικών» του Μένη Κουμανταρέα και άλλα. Στην ξένη πεζογραφία μου θαυμάζω τον τρόπο γραφής του Σαραμάγκου, του Αλμπερ Καμύ και τελευταία διαβάζω Λούις Σεπούλβεδα και Τζόναθαν Κόου. Πολλούς είπα, πολλούς ξέχασα, αλλά δυσκολεύομαι όπως είπα με τέτοιες ερωτήσεις … 

Ποια ήταν η πρώτη σας επαφή με τη συγγραφή και πότε συνειδητοποιήσατε ότι θέλετε να γράψετε; Ήταν «επείγουσα» ανάγκη;
Η πρώτη επαφή ήταν πριν τέσσερα χρόνια περίπου, όταν επιχείρησα να μεταφέρω σε κείμενο μια προφορική αφήγηση του πατέρα μου, σχετικά με ένα πραγματικό γεγονός που είχε συμβεί πριν από χρόνια. Την εμπειρία ενός θείου μου, που στην δεκαετία του πενήντα αποφάσισε να πουλήσει τα γίδια που είχε στο χωριό και να φύγει μετανάστης στο εξωτερικό. Ουσιαστικά αυτό το κείμενο αποτέλεσε τη βάση για το πρώτο διήγημα της συλλογής το «Θα φύγω ξάδερφε». Μπορώ να πω πως ήταν μια «επείγουσα» ανάγκη μιας και με είχαν συγκινήσει τα όσα είχα ακούσει και ήθελα οπωσδήποτε να τα καταγράψω. Δεν είχα σκοπό να το δημοσιεύσω. Απλά ήθελα να καταγραφεί και να ξέρω ότι υπάρχει κάπου, έτσι ώστε όποτε νιώθω την ανάγκη να επιστρέφω και να το διαβάζω. 

Έχετε ένα πλούσιο βιογραφικό στον τομέα της Πληροφορικής. Έχετε κάνει σπουδές και διδακτορικό, διδάσκετε Πληροφορική σε δημόσιο σχολείο. Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη συγγραφή βιβλίων;
Θα το πιάσω από εκεί που το άφησα στην προηγούμενη απάντηση. Την ιστορία που έγραψα για τον θείο μου, την διάβασε πρώτος ένας καλός μου φίλος, ο Κυριάκος Ραμολής, φιλόλογος και ποιητής από τη Θεσσαλονίκη. Επέμενε ότι κάτι πρέπει να κάνω με αυτό, αναφερόμενος όχι μόνο στο συγκεκριμένο κείμενο αλλά γενικότερα με τη γραφή. Ξεκίνησα λοιπόν να πειραματίζομαι, προσπαθώντας να βελτιώσω το πρώτο αυτό διήγημα . Πρόσθεσα κάποιες εγκιβωτισμένες ιστορίες, προσπάθησα να κάνω πιο ομαλές τις μεταβάσεις μεταξύ των ενοτήτων, έβαλα σε σειρά την πλοκή. Όταν το έφτασα σε κάποια ικανοποιητική μορφή, το έδωσα και πάλι στον Κυριάκο Ραμολή κι αυτός με τη σειρά του, μίλησε για μένα στον συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη που έτυχε να είναι Θεσσαλονίκη. Έφτασε το κείμενο στα χέρια του Μακριδάκη και την επόμενη μέρα με πήρε ενθουσιασμένος τηλέφωνο για να συναντηθούμε. Με παρότρυνε να συνεχίσω να γράφω. Μάλιστα κατά τη διάρκεια συγγραφής των επόμενων διηγημάτων είχαμε κάποια επαφή όπου συζητούσαμε για το γράψιμο. Μετά από ένα διάστημα έπιασα μια δεύτερη ιστορία και από τότε δεν σταμάτησα. Έγραφα καθημερινά. Μάλιστα αν περνούσε μέρα δίχως να γράψω ένιωθα ότι κάτι μου έλειπε. Κάθε διήγημα το έδινα στον Κυριάκο Ραμολή και στον Κώστα τον Κωστουλάκη, έναν καλό φίλο που επίσης εκτιμούσα την λογοτεχνική του άποψη. Έπαιρνα ανατροφοδότηση και συνέχιζα. Όταν θεώρησα ότι το αποτέλεσμα ήταν αυτό που ήθελα, μετά από δυόμισι χρόνια περίπου, έστειλα τα κείμενα σε εκδοτικούς οίκους. Κάποιοι απάντησαν αρνητικά, κάποιοι δεν απάντησαν, ώσπου βρέθηκαν οι εκδόσεις Κέδρος και βγήκε η «Λυκοχαβιά»…

Έχετε σκεφτεί ότι κάποια στιγμή η συγγραφή να γίνει το μόνο σας επάγγελμα;
Θεωρώ ότι πάνω απ’ όλα είμαι εκπαιδευτικός πληροφορικής στη Δημόσια εκπαίδευση. Αγαπώ τη διδασκαλία και είμαι συνειδητά σε αυτή τη θέση. Είμαι ένας «εκπαιδευτικός που γράφει», όπως μου αρέσει να λέω. Δεν σκέφτομαι να αφήσω τη διδασκαλία και να γίνει η γραφή το μόνο μου επάγγελμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι αντιμετωπίζω την γραφή σαν ένα χόμπι, απλά για να περνά η ώρα. Δουλεύω εντατικά, μεθοδικά και παράλληλα προσπαθώ να μελετήσω την τέχνη και την τεχνική της γραφής, σπουδάζοντας στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Δημιουργική γραφή» του ΕΑΠ και του πανεπιστήμιου Δυτικής Μακεδονίας. Απλά δεν θέλω να έχω στο μυαλό μου ότι αυτό που γράφω πρέπει να πουλήσει για να ζήσω. Φοβάμαι μην με επηρεάσει και δεν βγει το αποτέλεσμα έτσι όπως το θέλω. Γράφοντας τη «Λυκοχαβιά» δεν είχα καν στο μυαλό μου ότι μπορεί να εκδοθεί. Το αντιμετώπιζα σαν παιχνίδι. Χαιρόμουν με τις λέξεις, με το να φτιάχνω προτάσεις, να δουλεύω στο μυαλό την πλοκή, με λίγα λόγια πέρασα καλά. Αν συνεχίσω να γράφω και παράλληλα να νιώθω έτσι ευχάριστα, θα είμαι καλά…