Βιβλιο

Ο Νικήτας Σινιόσογλου εξετάζει τον εαυτό «ως δρόμο για τον Άλλο»

«Ο "Καρπός της Ασθενείας Μου" είναι η αποδρομή του βιώματος αλλά και η προοδευτική απώλεια σθένους, η εξασθένηση και η αποδυνάμωση των ψυχικών αποθεμάτων»

Γιώργος Φλωράκης
17’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Νικήτας Σινιόσογλου μιλάει στην ATHENS VOICE για το καινούργιο του βιβλίο «Ο Καρπός της Ασθενείας Μου» (εκδ. Κίχλη) και για το σύνολο του έργου του.

Ζούμε σε μια εποχή που, όπως έλεγε ήδη καμιά σαρανταριά χρόνια πίσω ο Μισέλ Φουκώ, «όλα έχουν ειπωθεί». Δεχόμενος ως αληθή μια τέτοια ρήση, έχεις δύο δρόμους: είτε να σιωπήσεις απόλυτα είτε να δοκιμάσεις (με την έννοια του δοκιμίου, της απόπειρας) να επαναδιατυπώσεις το ουσιώδες −το σημερινό ουσιώδες− με νέους όρους. Ο Νικήτας Σινιόσογλου από τον «Αλλόκοτο Ελληνισμό», το πρώτο του βιβλίο, βρίσκει νέους τρόπους διατύπωσης, μιλάει μ' ένα νέο ύφος. Το καινούργιο του βιβλίο, «Ο Καρπός της Ασθενείας Μου», εξετάζει τον εαυτό έτσι όπως εκείνος διαμορφώνεται υπό τη συνθήκη των τρεχουσών καταστάσεων στη σχέση του με τον Κόσμο, εξετάζει τον εαυτό «ως δρόμο για τον Άλλο». Και στο παιχνίδι αυτό, ο Εαυτός, ο Άλλος και ο Κόσμος επανανοηματοδοτούνται αέναα. «Στην πραγματικότητα», γράφει, «προχωράμε στα τυφλά σ’ ένα δάσος μνήμης που φτιάχνεται καθ’ οδόν, όπως στα όνειρα ή στα παραμύθια. Κι είναι μέσα εκεί που ξαναγεννιόμαστε κάθε λίγα χρόνια κι όπου πεθαίνουμε επίσης»...

Στον «Αλλόκοτο Ελληνισμό» (Κίχλη, 2016) έχεις γράψει για ορισμένους από τους πιο παράξενους-ιδιαίτερους έλληνες διανοητές. Τι σε έκανε να ασχοληθείς με αυτή την πλευρά της σκέψης και με ποια κριτήρια τους διάλεξες;
Ο «Αλλόκοτος Ελληνισμός» είναι μια εξερεύνηση των αχαρτογράφητων ορίων της νεοελληνικής ιστορίας των ιδεών. Το 2014 επέστρεψα στην Ελλάδα ύστερα από σχεδόν δώδεκα χρόνια στο εξωτερικό, τη στιγμή που παλιοί φίλοι και γνωστοί την εγκατέλειπαν λόγω της οικονομικής κρίσης. Δεν είχα δουλειά ούτε καμιά προοπτική, κι ένιωθα αποκομμένος από παντού, οπότε η ελεύθερη συγγραφή επιβλήθηκε πολύ φυσικά. Ήταν μια ιδεώδης συνθήκη, και αυτή έδωσε την αφορμή για ένα σύμπλεγμα βιβλίων πάνω στην εμπειρία της ετεροδοξίας και της ανεστιότητας σε διάφορες εκδοχές, με πιο πρόσφατο τον «Καρπό της ασθενείας μου» (Κίχλη, 2021). Με τον «Αλλόκοτο Ελληνισμό» στράφηκα σ’ ένα ορόσημο καταστροφής, το 1453, αλλά και σ’ ένα ορόσημο δημιουργίας, το 1830, αναζητώντας μορφές μεταιχμιακές που είχαν υπερβεί κάθε παραδεδομένη αντίληψη περί Ελληνισμού και Χριστιανισμού, ή περί Ανατολής και Δύσης, μορφές ακατάτακτες που κατέληξαν στην ουτοπία, την περιπλάνηση, την ανεστιότητα, την αίρεση, τη βλασφημία, την ψευδολογία. Με ενδιέφερε η απόκλισή τους από τις κυρίαρχες ιδέες της εποχής, η έκκεντρη ή φυγόκεντρη κίνησή τους, οι τρόποι με τους οποίους εκπλήρωναν το παράγγελμα «γίνε αυτός που είσαι!» παραμένοντας άτοποι. Παρά τη μοναξιά τους, οι μορφές αυτές υπήρξαν πρωτοποριακές και βίωσαν τις ιδέες τους με έναν τρόπο βαθύτερο από αυτόν που συναντούσα στο προσκήνιο της ιστορίας των ιδεών. Παρατήρησα, επίσης, ότι οι «αλλόκοτοι» αυτοί άντρες συνδέονται αναμεταξύ τους με παραγνωρισμένους από την έρευνα δεσμούς ιστορικούς ή πνευματικούς και ότι σχηματίζουν διανοητικούς αστερισμούς. Μοιάζουν μόνοι, ενώ δεν είναι. Για παράδειγμα, ο Χριστόδουλος Παμπλέκης, ο Θεόφιλος Καΐρης και ο Παναγιώτης Σοφιανόπουλος εκφράζουν τρεις ριζοσπαστικές εκδοχές του Διαφωτισμού στον ελληνικό χώρο, άλλωστε αφορίστηκαν αργότερα ως τριάδα, λες και συγκροτούσαν ομάδα. Ανήκουν σε μια εποχή που όλα έμοιαζαν δυνατά, ένα νέο κράτος βρισκόταν στα σπάργανα... Αντιθέτως, το πρώτο μέρος του βιβλίου επικεντρώνεται στην κίνηση των ιδεών όταν όλα καταρρέουν ή αλλάζουν: ο Γεμιστός Πλήθων, ο Κυριακός Αγκωνίτης και ο Μάρουλλος Ταρχανιώτης συνδέονται πολλαχώς, κυρίως μέσα από τις πολύ προσωπικές και αλλόκοτες αναζητήσεις της ελληνικότητας, τις οποίες επιχείρησαν σε μια εποχή ρευστότητας και τεκτονικών αλλαγών σε όλα τα επίπεδα. Υπάρχουν ιστορικές συγκυρίες που τις αντιλαμβάνεται καλύτερα ο ξένος και ο ασυμφιλίωτος.
Τι με έκανε να ασχοληθώ με τις εσχατιές των ιδεών; Η αίσθηση ότι τα πολιτικά και ιδεολογικά αφηγήματα γύρω μου πνέουν τα λοίσθια. Ότι είναι λάθος να οχυρώνεται κανείς σε ένα εξαντλημένο ή φαντασιωμένο κέντρο. Και μια επιθυμία να προχωρήσω σε δοκιμές με την ιστορία των ιδεών πέρα από την επιστημονική έρευνα, που ωστόσο την προϋποθέτουν. Το βιβλίο, λοιπόν, είναι το προϊόν μιας ανεστιότητας προσωπικής και ενός υβριδισμού μελέτης και δοκιμίου, ίσως και μια συγκαλυμμένη αυτοβιογραφία, όπως είναι και τα επόμενα βιβλία μου.

Αντίστοιχα έκκεντρη είναι και η επιλογή σου για τη δημιουργία των «Μαύρων Διαθηκών». Αυτή η επιλογή πώς έγινε;
Οι «Μαύρες Διαθήκες» (Κίχλη, 2018) είναι μια καταβύθιση στη σκοτεινή πλευρά της ημερολογιακής και της εξομολογητικής γραφής. Πέρασα μήνες με τα ημερολόγια του Μάρτιν Χάιντεγκερ και του Καρλ Σμιτ, σκοπίμως επέλεξα να εργαστώ με ό,τι μου προκαλεί απέχθεια – ήταν ένα είδος πειράματος κι αυτό. Διότι η εμπλοκή του Σμιτ και του Χάιντεγκερ με τον ναζισμό με απωθεί, όπως και η φιλοσοφική κοσμοαντίληψή τους (είμαι πεπεισμένος ότι στην περίπτωσή τους η πολιτική θέση συνδέεται άμεσα το πνευματικό έργο τους, κάτι που δεν ισχύει, για παράδειγμα, για τον Σελίν ή για τον Πάουντ). Παρατήρησα ότι κι οι δυό μισούσαν την παρατεταμένη περιπλάνηση και την ανεστιότητα, που είναι γι’ αυτούς κατεξοχήν «εβραϊκές» ιδιότητες. Κινούνταν όμως στα όρια της ανθρώπινης έκφρασης, τα ημερολόγιά τους είναι μεταιχμιακά έργα, πολύ ακραία από άποψη υφολογική, στοχαστική και, κυρίως, ψυχική. Οργάνωσα τις «Μαύρες Διαθήκες» σε δύο μέρη: το πρώτο είναι ένα μελέτημα, όπου καταγράφω κριτικές σκέψεις για τη διάθλαση των ιδεών του εθνικοσοσιαλισμού στην ημερολογιακή γραφή του Σμιτ και του Χάιντεγκερ· το δεύτερο, αντιθέτως, είναι ημερολογιακό και το έγραψα σε πρώτο πρόσωπο. Γεννήθηκε από την περιπλάνησή μου στην Σιγκαπούρη, όπου είχα βρεθεί για να μιλήσω για τον Χάιντεγκερ και τον Σμιτ, σε μια περίοδο που ζητούσα διέξοδο από την Ελλάδα σε κάποιο πανεπιστήμιο της Ασίας. Συνέβη κάτι παράξενο κατά τις περιπλανήσεις μου, ότι έγινα ο ίδιος ό,τι ακριβώς ο Σμιτ και ο Χάιντεγκερ φοβούνταν περισσότερο: ένας νομάδας που βιώνει παθητικά τη σχετικοποίηση των αποστάσεων, την απονοηματοδότηση του χώρου, τη Βαβέλ των γλωσσών και το ξερίζωμα από τον τόπο και την ιστορία. Οι «Μαύρες Διαθήκες», λοιπόν, είναι ένα δοκίμιο για την ημερολογιακή γραφή που καταμεσής τρέπεται στο αντικείμενό του, γίνεται το ίδιο ημερολόγιο. Αυτή η στροφή στα μισά του βιβλίου υπήρξε μια τομή για μένα. Από τότε έχω στραφεί σε μια πρωτοπρόσωπη γραφή που συγκεράζει στοιχεία μελέτης, λογοτεχνίας της περιπλάνησης, δοκιμίου και υβριδικών μορφών έκφρασης.

Νικήτας Σινιόσογλου © Stavroula Georgiou

Έτσι όπως είσαι ενεργός και στα social media και στην κοινωνική ζωή γενικότερα, υπάρχουν αρκετές διαμάχες που στήνονται γύρω μας. Τι πιστεύεις για αυτές;
Κατ' αρχάς είμαι επιφυλακτικός με τους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες που συνεχώς «παίρνουν θέση» με ύφος έξαλλου δικαστή για καθετί που συμβαίνει στη δημόσια σφαίρα, λες και η ιδιότητα του διανοούμενου ή του καλλιτέχνη συνεπάγεται μια άμεση και μαγική εποπτεία όλων των πιθανών ζητημάτων, από την πανδημία και τα ελληνοτουρκικά μέχρι τον χουλιγκανισμό και υποθέσεις που εκκρεμούν στα δικαστήρια. O Thomas Mann είχε περιγράψει ωραία αυτόν τον «συρφετό των παρατρεχάμενων της εποχής που τριποδίζει δίπλα στο καινούργιο σπεύδοντας να δείξει την περιφρόνησή του για τους λιγότερο ευκίνητους και αξιόμαχους». Η γνώμη του ήταν ότι ο συγγραφέας δεν έχει καμιά υποχρέωση να ακολουθεί με κραυγές το ρεύμα της εποχής του. Αντιθέτως, κάτι εξόχως πολιτικό υπάρχει στο να μην το κάνει, στο να αντισταθεί στην εύκολη πολιτικοποίηση. Και είχε δίκιο, διότι η επιφανειακή και κραυγαλέα πολιτικοποίηση καταντά θόρυβος, που όχι μόνον περιορίζει τις πραγματικές δυνατότητες της πολιτικής δράσης, αλλά την κανονικοποιεί, και μάλιστα σε μια προβλέψιμη και γραφική εκδοχή της.
Βλέπεις, για παράδειγμα, ότι στην εποχή της κοινωνικής δικτύωσης ενισχύονται εντέλει οι κλειστές ομάδες, όπου καθεμιά πιέζει για τα δικά της συμφέροντα. Δημιουργούνται «ομάδες πίεσης» (pressure groups) περιχαρακωμένες στις επιθετικές απόψεις τους, ομάδες οι οποίες ακούν μόνον τον εαυτό τους. Τα μέλη τους αντλούν επιβεβαίωση από την ηχώ τους, ένα φαινόμενο γνωστό πια ως echo chamber. Αυτοδικαιώνονται και διεκδικούν το φωτοστέφανο της πολιτικής ορθότητας. Επίπλαστη ηθικολογία υπάρχει μπόλικη σε αυτήν την επιδειξιομανή ορθοφροσύνη, αλλά και υστεροβουλία, συνειδητή ή ανεπίγνωστη. Κάποιοι απλώς εκτονώνονται, άλλοι νιώθουν ότι εξέρχονται από την αφάνεια και ότι βρίσκονται για μια στιγμή στην αιχμή της εποχής (ένα παράδειγμα είναι οι «ετικέτες» υπέρ της μιας και της άλλης εκστρατείας που με δυο κλικ εναλλάσσονται στις φωτογραφίες προφίλ αναλόγως την επικαιρότητα), κι έπειτα είναι αυτοί που διευρύνουν το κοινό τους. Η πολιτική ορθότητα υπηρετεί πια τη showbiz. Πιο πολύ χωρίζει τους ανθρώπους παρά τους ενώνει. Πάντως αποτυγχάνει να αφουγκραστεί σε βάθος τον Άνθρωπο με τον τρόπο που το τόλμησαν, για παράδειγμα, οι μεγάλοι συγγραφείς, όπως ο Ντοστογιέφσκι ή ο William Gass.

Έχουμε συνηθίσει εκείνους που έχουν σπουδάσει ή ακόμη περισσότερο− διδάσκουν φιλοσοφία, να κινούνται σε έναν χώρο υπεράνω της κοινωνικής ζωής. Εσύ από την πλευρά σου με τα δύο αυτά βιβλία, νιώθω ότι ήθελες να παρέμβεις στην πραγματικότητα του καιρού μας. Ποια είναι τα ζητήματα με τα οποία είναι σημαντικό να ασχολείται κανείς σήμερα;
Οι προηγούμενες γενιές είχαν την πολυτέλεια να διαλέγουν στρατόπεδα με ξεκάθαρους, υποτίθεται, όρους, όπως «Αριστερά» και «Δεξιά», κι όλα γίνονταν ευκολότερα γιατί οι επιλογές ήταν λιγότερες και προφανείς σχεδόν. Σήμερα η διαμόρφωση μιας πολιτικής ή προσωπικής ταυτότητας συνιστά μια δυναμική διαδικασία, επώδυνη και ρευστή, όπου η σχέση με τον εαυτό και τους άλλους τελεί συνεχώς υπό διαπραγμάτευση σε καθεστώς αυξανόμενης ελευθερίας και μαζί εντεινόμενης μόνωσης και κόπωσης. Υπάρχουν φιλόσοφοι που μιλούν για μια κόπωση «χωρίς αιτία», που αντανακλά μια βία «χωρίς αντικείμενο», για μια κούραση, κατατονία ή «ασθένεια» που συνιστά λανθάνουσα βία και αντίσταση στην παρούσα κατάπτωση της Δύσης. Και υπάρχουν ειδικοί που παρατηρούν ήδη την επέλαση μιας νέας «ψυχολογίας του γήρατος», η οποία είναι άσχετη με τη βιολογική ηλικία. Εννοούν μια συνεχή αστάθεια και μοναξιά, επειδή διαφαίνεται πια καθαρά πως τα παλαιότερα ιδεολογικά σχήματα εξαντλούνται, ή πάντως ότι δεν είναι σε θέση να εμπνεύσουν τα πρόσωπα και τις συλλογικότητες όσο άλλοτε, καταλήγοντας σε έναν αδιάκοπο κατακερματισμό, τον οποίον άλλωστε προκάλεσαν. Ένα παράδειγμα νεοελληνικής κοπής από τη δική μας, την καθ’ ημάς Ανατολή: οι φοιτητικές παρατάξεις και οι διάφορες εκπασοκισμένες εκδοχές της εν Ελλάδι κοινοβουλευτικής δημοκρατίας κυριάρχησαν μετά την Μεταπολίτευση, όμως τώρα εξαϋλώνονται, επιτέλους, μέσα στην απομυθοποίηση τους. Έχουν εισέλθει σε μια αναπόδραστη πορεία απο-νομιμοποίησης στα μάτια των νεότερων, έστω και αν ακόμη βλέπεις να μοιράζονται εδώ κι εκεί τα ψίχουλα που έμειναν από την γλυκιά πίτα της Μεταπολίτευσης. Κάτι ανάλογο συμβαίνει σε όλη τη Δύση, τα παλαιότερα πολιτικά σχήματα αποδυναμώνονται. Η εργαλειακή πολιτικοποίηση του πνεύματος, τόσο από την Αριστερά, όσο και από τη Δεξιά, οδήγησε εντέλει στην απο-πολιτικοποίησή του. Οι αρμοί του προσώπου και του πολίτη, όπως τους ξέραμε, έχουν διαρραγεί χωρίς να προκύπτουν προς το παρόν νέοι. Οι καιροί είναι μεταβατικοί και οι μεταβατικές φάσεις στην ιστορία ενδέχεται να κρατούν για γενιές ολόκληρες. Αυτό είναι για μένα το μείζον ζήτημα. Η κατάσταση θυμίζει τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, εκείνο το «ημίφως» των ιδεών, όπως το έθεσε το 1920 ο Kurt Tucholsky, ένας συγγραφέας που μελετώ και θαυμάζω για το έξοχο ύφος του: «Πού οδεύουμε;… Αποτυγχάνει οικτρά ακόμα και η γλώσσα που έχουμε κληρονομήσει, με τα παλιά στερεότυπα, τις βαριές εικόνες και τα στολίδια μιας παλιάς εποχής. Τίποτα δεν ισχύει πια, οι παλιές λέξεις πέφτουν αδύναμες, καθώς δεν μπορούν πλέον να αποδώσουν το καινούργιο... Εσείς όμως δεν πατάτε σταθερά, μην το αρνείστε. Δεν πατάτε σταθερά!». Ασφαλώς, όπως στην περίπτωση της Βαϊμάρης, οι δομές των προηγουμένων δεκαετιών δεν έχουν εγκαταλειφθεί εντελώς, νομίζω ότι πιο πολύ μοιάζουν με ξεβρασμένα κελύφη.
Γι’ αυτό αισθάνομαι πως τούτη η εποχή ζητεί τον αυτοσχεδιασμό και την έκκεντρη προσέγγιση του παρελθόντος, παρά την αντανακλαστική υποταγή σε μισοπεθαμένα σχήματα. Είναι μια εποχή για ειδικές δυνάμεις του προσώπου, όπου δεν λειτουργεί πλέον η νοσταλγία για υποτιθέμενα «χαμένα κέντρα», ούτε όμως και η αφελής συστράτευση σε μια κληρονομημένη ιδεολογία. Εάν, λοιπόν, ο «Αλλόκοτος Ελληνισμός» ή οι «Μαύρες Διαθήκες» είναι πολιτικά βιβλία, αυτό συμβαίνει επειδή είναι κείμενα της μεθορίου, ζητούν δηλαδή από τον αναγνώστη να σκεφτεί εκτός πλαισίου, για να αναζητήσει λησμονημένα αποθέματα ενέργειας και έμπνευσης. Το στοίχημα είναι να επανιδρύεις τον εαυτό σου εξακολουθώντας, όμως, να φέρεις κάποιο έρμα. Κανείς πια δεν θα κάνει αυτή τη δουλειά για σένα. Το πεδίο της πιο στοιχειώδους καθημερινότητας είναι κρίσιμο, εκεί παρεμβαίνεις και μόνον σεβόμενος την ηθική διάσταση της εργασίας σου, όποια εργασία κι αν είναι αυτή. Ό,τι και αν κάνεις, ακόμη και οι στιγμές της φαινομενικής απραξίας, όταν κάθεσαι σε ένα παγκάκι και παρατηρείς τον δημόσιο χώρο, φέρουν μια μεταμορφωτική ηθική και αισθητική δύναμη. Οι θρησκείες και διάφορα θεσμικά ή κομματικά όργανα μεσολαβούν ακόμη για τη διαχείρισή της, αλλά πόση εμπιστοσύνη τους έχουμε πια; Αντιθέτως, ό,τι είναι φαινομενικά απολιτικό μπορεί να μας ερεθίσει και να μας ανανεώσει σε μια εποχή εκχυδαϊσμού και εξάντλησης της πολιτικής. Πιστεύω πολύ σε έργα με υποδόριο κι όχι με εξόφθαλμο πρόταγμα ανατροπής. Σημασία έχει το punctum που φέρουν, η ικανότητά τους να δημιουργούν στιγμές έξω από τις αναμενόμενες και τις προβλέψιμες. Τι πιο πολιτικό από αυτό, σ’ έναν κόσμο που ταλανίζεται από την κούραση και την αστάθεια…

Στον «Καρπό της Ασθενείας Μου» (Κίχλη, 2021) μπαίνεις πια στην επικράτεια του εαυτού; Διαλέγεις έναν δοκιμιακό τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι προτιμάς μια διανοητική εξιστόρηση της προσωπικής πραγματικότητας από μια συναισθηματική; Και για ποιους λόγους;
Ο «Καρπός της ασθενείας μου» είναι μια εσωτερική περιπλάνηση. Αν στη «Λεωφόρο ΝΑΤΟ» ζητούμενο ήταν ο διάλογος με τη φαινομενικά αδρανή ύλη μέσα από τη φυσική περιπλάνηση στις εσχατιές της πόλης, στον «Καρπό» θέλησα να περιπλανηθώ μέσα μου. Νομίζω, άλλωστε, ότι το δημόσιο και το ιδιωτικό διαπλέκονται με αθέατους και συγκλονιστικούς τρόπους. Το θέμα του «Καρπού» είναι η αποδρομή του βιώματος, αλλά και η προοδευτική απώλεια σθένους –με αυτήν την έννοια χρησιμοποιώ τη λέξη «ασθένεια»–, η εξασθένηση και η αποδυνάμωση των ψυχικών αποθεμάτων. Ολοκλήρωσα το βιβλίο σε μια εποχή πανδημικής κρίσης, όπου το μέσα συνηχούσε με το έξω. Είναι ένα πειραματικό δοκίμιο που ξεδιπλώνεται ως άσκηση αυτομυθοπλασίας, κι ίσως γι’ αυτό διαβάστηκε και ως μυθιστόρημα μαθητείας. Άλλωστε, η περιπλάνηση στον μέσα εαυτό πλέκεται γύρω από μια μικρή ερωτική ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Το δοκίμιο είναι πάνω απ’ όλα μια δοκιμή, μια απόπειρα. Ως αποπειρογραφία δεν έχει σχέση με τον βαρετό σχολικό δοκιμιακό λόγο, εκείνα τα ευχολόγια και τις ξύλινες εκθέσεις που αποστηθίζαμε για τις Πανελλήνιες, αντιθέτως συνιστά πεδίο πειραματισμού και πρωτοπορίας. Νομίζω πως είναι το είδος του λόγου που προσεγγίζει περισσότερο στην ποίηση, διότι απουσιάζει η διαμεσολάβηση των ηρώων, που είναι το χαρακτηριστικό της καθαρής μυθοπλασίας, και ο εαυτός εκτίθεται αμεσότερα. Δεν συμφωνώ ότι το δοκίμιο είναι περισσότερο διανοητικό είδος, αντιθέτως θα έλεγα ότι λόγω της έκθεσης που συνεπάγεται φέρει έναν ατόφιο συναισθηματικό πυρήνα, και μάλιστα ριψοκίνδυνο. Στην Ελλάδα κυριαρχεί ακόμη η άποψη ότι το έργο τέχνης ταυτίζεται κυρίως με το «συναίσθημα», ενώ κατά βάθος οι διανοητικές και οι συναισθηματικές μας πλευρές έχουν μια παραπληρωματική σχέση, η μια τρέφει την άλλη. Ο Μονταίν, για παράδειγμα, έχει τόσο συναίσθημα που νομίζεις ότι γνωρίζεις αυτόν τον ίδιο, άλλωστε αυτό επιζητούσε, να μας δώσει ένα αυτοζωγράφισμα, να γίνει συνυπόστατος με το γραπτό του. Είναι αλήθεια, βέβαια, πως το δοκίμιο προϋποθέτει περισσότερα εφόδια από όλα τα άλλα είδη του λόγου, και σε αντιστάθμισμα προσφέρει πρωτόγνωρες δυνατότητες. Μοιάζει, ως προς αυτό, με το σινεμά.

Ποιοι συγγραφείς ή διανοητές οδηγούν αυτό σου το έργο και σε ποια πεδία;
Ο «Καρπός της ασθενείας μου» συνομιλεί με μια σειρά συγγραφέων που αντιτάσσονται μέσω της γραφής στην ασθένωση του εαυτού, με τους οποίους έχω μια «προσωπική» σχέση, τους νιώθω οικείους και φίλιους, σαν να ήταν η οικογένειά μου: Εμίλ Σιοράν, Νίτσε, Μονταίν, Σενέκας, Πλούταρχος, Μάρκος Αυρήλιος, συγκροτούν μια γενεαλογία του δοκιμιακού λόγου, όπου οι δοκιμές γεννιούνται από την αδυναμία. Το βιβλίο είναι, βέβαια, και το ανάπτυγμα της φράσης του Παύλου: «Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται», παρόλο που με τις θρησκείες δεν έχω ιδιαίτερη σχέση. Ο «Καρπός» επικοινωνεί και με τον «Αλλόκοτο Ελληνισμό», στον βαθμό που εμπνέεται εξίσου από ελάσσονες συγγραφείς, ή μάλλον μειζονελάσσονες, όπως ο ποιητής Κλέων Παράσχος, που τον θεωρώ εισηγητή του δοκιμίου στην Ελλάδα, και ο μηδενιστής Albert Caraco, κατά τη γνώμη μου ο πλέον οριακός στοχαστής του εικοστού αιώνα. Στον «Καρπό» με απασχολεί η εξομολογητική γραφή, ο τρόπος που καθρεφτίζεται κανείς στους άλλους ανθρώπους, στις μνήμες που συνεχώς τις αναπλάθει, ακόμη και σε αντικείμενα που κινούν τη μνημονική διαδικασία ή γεννούν συνειρμούς. 

Μοιάζει σαν «Ο Καρπός της Ασθενείας» να μπορούσε να έχει επιπλέον βιβλία (Βιβλίο δεύτερο, Βιβλίο τρίτο κ.λπ.) που να στοχάζονται τη ζωή και την κίνηση του εαυτού σε μεταγενέστερες χρονικές στιγμές. Μοιάζει σαν ένα βιβλίο που εφόσον άνοιξε, δεν πρόκειται να κλείσει ποτέ. Το σκέφτεσαι κάπως έτσι ή είναι ένας κύκλος που έχει τελειώσει;
Έτσι το σκέφτομαι, ναι. Δεν γράφω διηγήματα ή μυθιστορήματα, άλλωστε, ώστε να ολοκληρώσω το ένα και να περάσω στο άλλο πλάθοντας ένα διαφορετικό «αφηγηματικό υποκείμενο», για να χρησιμοποιήσω έναν όρο των πτυχιούχων φιλολογίας. Ομολογώ ότι η καθαρή μυθοπλασία μου φαίνεται βολική λύση μερικές φορές, αφού η απεμπλοκή απ’ ό,τι θα έγραφα πιθανόν να γινόταν ευκολότερα! Σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι είναι κρίσιμο να συνδέονται οργανικά τα βιβλία ενός συγγραφέα μεταξύ τους, να συγκλίνουν σε μια κοινή συνισταμένη, να γίνονται «ένα» πράγμα. Δεν νιώθω κοντά με τους συγγραφείς και τους σκηνοθέτες εκείνους που από χρόνο σε χρόνο παράγουν άσχετα μεταξύ τους έργα. Προτιμώ εκείνους που επεξεργάζονται ξανά και ξανά το ύφος και τα θέματα που τους εκφράζουν, που είναι αφοσιωμένοι σε ένα είδος και δοκιμάζουν τα όριά τους. Ασφαλώς, ένας Κιούμπρικ μπορεί να κάνει μια σπουδαία πολεμική ταινία κι έπειτα μια σπουδαία κωμωδία και κατόπιν μια εξίσου σπουδαία ταινία τρόμου... Όμως, είναι περισσότερο του γούστου μου οι δημιουργοί που επενδύουν την ενέργειά τους σε ένα είδος, αυτοί που υποτάσσονται στις εμμονές τους και σου δίνουν την εντύπωση ότι φτιάχνουν εξαρχής μία ταινία, ή ένα βιβλίο. Από την άλλη μεριά, ο «Καρπός» δεν προέκυψε μέσα από τον αυτοματισμό της ημερολογιακής γραφής, αντιθέτως με απασχολεί πάντα πολύ η αρχιτεκτονική ενός έργου, και το «μοντάζ», κι αυτά τα πράγματα απαιτούν επεξεργασία σε δεύτερο χρόνο και αλλεπάλληλες γραφές. Εξίσου σημαντικοί είναι οι εσωτερικοί αρμοί (ασχέτως αν είναι ορατοί ή όχι) και τα μοτίβα, ολόκληρα δίκτυα κατοπτρισμών και διαθλάσεων που προϋποθέτουν τεχνική και χρόνο για να έρθουν στην επιφάνεια και να κρυσταλλωθούν μέσα στον λόγο. Οπότε, ναι μεν ο «Καρπός» δεν θα κλείσει ποτέ, αλλά δεν ξέρω προς τα πού θα τραβήξει.

Κι αν με το ζήτημα του εαυτού, έχουν ειπωθεί σ’ αυτή τη φάση αρκετά, τι ακριβώς συμβαίνει με το ζήτημα του Άλλου; Είναι ένα πεδίο με το οποίο σκέφτεσαι να ασχοληθείς;
Ο εαυτός δεν στέκεται απέναντι στον Άλλον. Ο εαυτός είναι ο δρόμος για τον Άλλον. Ακούγεται παράδοξο, αλλά ο εαυτός ανασυγκροτείται συνεχώς μέσα από τις διαθλάσεις μας σε άλλα πρόσωπα, σε βιβλία, έργα, ακόμη και στην ίδια την καθημερινότητα. Όταν εξετάζεις τον εαυτό σου με προσοχή αναζητείς ανεπίγνωστα τον Άλλον και προετοιμάζεσαι να τον δεξιωθείς. Ένας ακατέργαστος εαυτός αδυνατεί να δει τον Άλλον, πόσο μάλλον να σχετιστεί μαζί του. Το πώς αντιμετωπίζεις τον ξένο και τον πρόσφυγα, η ροπή στη βία και η έλλειψη σθένους, είναι ζητήματα που φαινομενικά αφορούν τη σχέση σου με τους άλλους, ενώ κατά βάθος πηγάζουν από τη σχέση με τον εαυτό σου. Δεν είναι τυχαίο ότι τα «Εις εαυτόν» είναι έργο ενός αυτοκράτορα που πολεμούσε με το σπαθί στο χέρι, ούτε ότι οι «Δοκιμές» του Μονταίν γράφτηκαν σε καιρούς πανδημίας και εμφύλιων συρράξεων: είναι έργα αυτοαναφορικά μόνον σε πρώτη ανάγνωση, τα οποία κατά βάθος συνιστούν μια θαρραλέα συνάντηση με τον κόσμο που αλλάζει. Γι’ αυτό και από καλλιτεχνική άποψη ανοίγονται σε νέα γραμματολογικά είδη. Η υφολογική ετερότητα είναι το ίχνος του Άλλου, της αναζήτησής του. Ο Άλλος είναι πάντα εκεί, ακόμη και όταν μοιάζεις εντελώς μοναξιασμένος.

Νικήτας Σινιόσογλου © Eleni Onasoglou

Και αν με τους άλλους γενικά βγαίνει νόημα, τι ακριβώς γίνεται με τον έναν Άλλο, τον ερωτικό μας σύντροφο, το ερωτικό αντικείμενο εν γένει;
Εκεί δεν πολυβγαίνει νόημα, αυτό είναι σίγουρο! Κάθε φορά που βλέπω ένα ζευγάρι να τσακώνεται σκέφτομαι ότι λίγο καιρό πριν θα είχαν ανταλλάξει γελοία ερωτόλογα που μπορεί και να τα πίστεψαν για μια στιγμή. Δεν είναι αυτή μια φοβερή αποτυχία του λόγου; Νομίζω ότι όταν χάνεται ο έρωτας, χάνεται και η πόλη. Δεν υπάρχει έρωτας που να μην είναι πολιτικός. Γι’ αυτό και ο «Καρπός» αφηγείται έναν έρωτα που, όσο ασθενεί, συμπαρασύρει μαζί του τη σχέση με την πόλη και τον λόγο. Με απασχολεί το ερωτικό αντικείμενο ως παρατεταμένη διάθλαση του εραστή: Το καθρέφτισμά μας σε ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο ξεθωριάζει ολοένα και συνεχώς αλλάζει μέσα από την αναμνημόνευση. Βλέπουμε τον ερωτικό μας σύντροφο, ή εμάς σε αυτόν; Ίσως πάλι ο έρωτας να μην χάνεται, μάλλον τρέπεται σε κάτι ριζικά άλλο. Αυτό που μας εγκαταλείπει ήδη, γράφει ο Κώστας Αξελός, αναγγέλλει αυτό που επέρχεται. Στον «Καρπό», λοιπόν, αντέστρεψα το πλατωνικό σχήμα: δεν ασχολούμαι με κανέναν ιδεατό ή απόλυτο έρωτα, αλλά με εκείνον τον νέο χώρο στην ψυχή που δημιουργείται από ό,τι φεύγει. Εξίσου με προβληματίζει η αμφιθυμία των ερωτικών σχέσεων. Παρατηρώ ότι η λογοτεχνία κατά κανόνα κατασκευάζει είτε ιδεατές εκδοχές του έρωτα, είτε εντελώς χαμερπείς. Ενώ η κοινή πείρα βεβαιώνει ότι η πιο διαδεδομένη εκδοχή του έρωτα είναι απλώς αμφίθυμη: όλο μικρές μεταπτώσεις και ακαριαίες νύξεις συγκατάβασης, αντιπάθειας, ακόμη και αποστροφής, που στερούν την προσδοκία του απολύτου. Αυτός, λοιπόν, ο καθημερινός έρωτας δεν έχει κερδίσει την προσοχή που του αξίζει! Τον περιφρονούμε και τον έχουμε εξορίσει από την Τέχνη και τον στοχασμό μας, αλλά γιατί; Πιθανόν γιατί νομίζουμε ότι είμαστε κληρονόμοι του Πλάτωνα, τόσο εγωπαθείς είμαστε.

Με τη «Λεωφόρο ΝΑΤΟ» ασχολείσαι με όψεις της σύγχρονης πόλης. Πώς νιώθεις ζώντας στη σημερινή Αθήνα;
Μεγάλωσα σε ένα μεσοαστικό προάστιο της Αθήνας την δεκαετία του 1980 και θυμάμαι τις τυπικά νεοελληνικές πολυκατοικίες να καταλαμβάνουν τα χωράφια με θράσος και νεόπλουτη επιθετικότητα. Δεν πήραν τη θέση νεοκλασικών ή αθηναϊκών αστικών σπιτιών, απλώς κατέλαβαν τον χώρο και τον μεταμόρφωσαν σε έναν άσχημο τόπο. Έζησα την Αθήνα ως χωροκατακτητικό οργανισμό που αδιαφορεί για το περιβάλλον, για την ιστορία, για την αισθητική. Δεκάδες προάστια προέκυψαν τσάτρα πάτρα, με θράσος (πήγα να διορθώσω σε κουτσά στραβά, ή φύρδην μίγδην, αλλά όχι, το çatra patra είναι ακριβέστερο). Έκτοτε, ακόμη και μια απλή ταμπέλα που γράφει «Τεχνική Εταιρεία» αρκεί για να μου γεννήσει αηδία, επειδή αναγγέλλει μια τεχνική διευθέτηση των πραγμάτων εδώ ή εκεί, ενώ αυτό που θα χρειαζόταν η πόλη είναι σχεδιασμός, ευφυΐα, έμπνευση, συνδέσεις – όλα αυτά, που υποψιάζομαι τώρα ότι η ίδια η πόλη θα τα απωθούσε πια, ακριβώς επειδή έχει συγκροτήσει τον εαυτό της μέσα στην ασχήμια. Για παράδειγμα, τι συμβαίνει με τον θόρυβο; Αυτή η πόλη βάλλεται από τον θόρυβο πανταχόθεν, ή μήπως ο θόρυβος είναι η ψυχή της; Παρκαρισμένα σε σειρές ή εν κινήσει, τα αυτοκίνητα είναι οργανικό μέλος του σώματος της πόλης. Μοιάζουν με βραχίονες ή με πλοκάμια. Σχεδόν παντού ενδέχεται να ξυπνήσουν και να σε αρπάξουν. Από κάποια διαστροφή, και λόγω ακηδίας, βρίσκω την περιπλάνηση στην Αθήνα πολύ γόνιμη. Ένας ιδιάζων αρχιτέκτονας και συγγραφέας, ο August Endell, έφτιαξε κάποτε μια θεωρία σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχουν άσχημες πόλεις. Διότι η πόλη ορίζεται από τους ανθρώπους της, επομένως από τις δράσεις και τις σκέψεις και τους τρόπους που αυτοί παρακολουθούν τις αδιάκοπες μεταμορφώσεις του άστεως από ώρα σε ώρα, αυτές που έχουν να κάνουν με τη βροχή και την ομίχλη, με το σούρουπο και με την αυγή. Ίσως γι’ αυτό η Αθήνα μου γεννά σκέψεις και με προκαλεί την ίδια στιγμή που με εξαντλεί. Θα την άφηνα ευχαρίστως πάντως και επιδίδομαι σε ένα σωρό απιστίες με κάθε ευκαιρία, τις οποίες απολαμβάνω δεόντως.

Έχεις ζήσει για αρκετά χρόνια στην Αγγλία και τη Γερμανία. Τι διαφορές βλέπεις ανάμεσα στις πόλεις του εξωτερικού και στις πόλεις της Ελλάδας;
Θα επιμείνω στην περίπτωση της Αθήνας. Είναι μια πόλη αρχαία από την οποία η αρχαιότητα απουσιάζει. Αν εξαιρέσει κανείς τα μνημεία που εμφανίζουν τουριστικό ενδιαφέρον, η επαφή με την αρχαία ύλη είναι εμποδισμένη και σποραδική. Ανακύπτει με προσωπικό μόχθο ή εντελώς τυχαία, συχνά με λοξούς ή στρεβλούς τρόπους. Τα οδωνυμικά παραπέμπουν πομπωδώς σε αρχαίες δόξες, οπωσδήποτε: έχουμε την οδό Αλκιβιάδου, που την περπατούσα εχθές, και την οδό Κόνωνος, ας πούμε, ωστόσο η επαφή με τον αρχαίο κόσμο μένει στα γλωσσικά σημεία. Και οι μέσοι χρόνοι απουσιάζουν – ή μάλλον, αυτοί κι αν απουσιάζουν! Τι βλέπεις από τη μεσαιωνική Αθήνα, όταν την περπατάς; Υπήρξε ποτέ; Συνεπώς, η διαβόητη ιστορική συνέχεια δεν υποστηρίζεται από την αστική εμπειρία. Αντιθέτως, όλα φαίνεται να ξεκίνησαν απότομα με αβυσσαλέους τόνους σκυροδέματος και κουφωμάτων αλουμινίου. Κάποτε νιώθεις ότι τα αρχαιοπρεπή οδωνυμικά της Αθήνας είναι ειρωνικά, ότι σε σαρκάζουν, όπως οι ονομασίες κυκλαδίτικων νησιών στους πηγμένους δρόμους της Κυψέλης. Ενώ στις ευρωπαϊκές πόλεις έχεις την αίσθηση μιας οργανικής ανάπτυξης μέσα στον χρόνο. Ακόμη κι όταν δεν έχουν «αρχαιότητα», αυτές οι πόλεις κουβαλούν ένα σωρό αιώνες πλεγμένους στον ιστό τους, που σε συντροφεύουν καθώς χάνεσαι μέσα τους. Αντιθέτως, η Ελλάδα διεκδικεί μια παράδοση που δεν την βλέπεις. Πρόκειται για μυστήριο που θα σου αποκαλυφθεί αν δεις καλύτερα, ή για ένα προ πολλού αποτυχημένο τρικ;

Ποιες είναι οι πιο συνηθισμένες διαδρομές σου στην πόλη;
Τα τελευταία οκτώ χρόνια αλλάζω συνεχώς γειτονιά, οπότε αλλάζουν και οι διαδρομές. Εσχάτως έχω συνδεθεί πολύ με την οδό Μιχαήλ Βόδα. Και νομίζω ότι η Πλατεία Βικτωρίας είναι η ομορφότερη πλατεία της πόλης. Το Άλσος Συγγρού στα Ιλίσια είναι ένα μέρος που αγαπώ πολύ, έχει μια ατμόσφαιρα μοναδική, και ελπίζω να μην το καταστρέψουν με παρεμβάσεις και αλλαγές. Η Ακαδημία Πλάτωνος είναι μια ακόμη οικεία γειτονιά, όπου συχνά επιστρέφω. Εκεί, η συνομιλία με την ιστορία, με τον δημόσιο χώρο και με την έννοια του τόπου αποκτά ιδιαίτερη ένταση. Συνήθως περπατώ απροσχεδίαστα, τραβώντας νοερές ευθείες που εντέλει μπερδεύονται σαν σκίτσο. Ποτέ δεν μου έτυχε να φλανάρω χωρίς να σημειώσω κάτι, ή χωρίς να δω κάτι που αρκεί για να με τονώσει. Ακόμη και μια βόλτα στο τετράγωνο είναι αρκετή. Πιο πολύ με ενδιαφέρει η συνισταμένη δημόσιου χώρου και εαυτού που σχηματίζεται βήμα βήμα, εντυπώσεις που αν δεν τις σημειώσεις επιτόπου χάνονται για πάντα.

Τι διαβάζεις αυτή την εποχή;
Διαβάζω τον συλλογικό τόμο «Οι αρχές και η άσκηση της αφηγηματικής ιατρικής» που κυκλοφόρησε μόλις από τις Εκδόσεις Παπαζήση και τους SOS Ιατρούς, ένα πολύτιμο έργο για την ιαματική διάσταση του λόγου. Απολαμβάνω επίσης το βιβλίο «Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία» του Θανάση Γιοχάλα και της Τόνιας Καφετζάκη (Εκδόσεις Εστία, 2013), ένα έργο που προτείνω σε όποιον αγαπά την αστική περιπλάνηση και όχι μόνον. Εχθές διέτρεχα ξανά το φιλοσοφικό δοκίμιο της Hélène Cixous «Ο τελευταίος πίνακας ή Το πορτραίτο του Θεού» σε μετάφραση και επίμετρο του Θωμά Συμεωνίδη (Σαιξπηρικόν, 2021). Οι φράσεις με τις οποίες ξεκινά – «Θα ήθελα να γράφω όπως ένας ζωγράφος. Θα ήθελα να γράφω όπως ζωγραφίζουν» – μου θύμισαν αμέσως το «αυτοζωγράφισμα» που πόθησε ο Μονταίν. Κι επειδή λατρεύω τα μικρά βιβλία (διατηρώ μάλιστα μια στήλη με τίτλο «Η γωνιά των μικρών βιβλίων» στο καλό περιοδικό Το Δέντρο), διάβασα για τρίτη φορά τον υπέροχο Θάνατο της Νυχτοπεταλούδας της Virginia Woolf (μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδόσεις Άγρα 2020). Πρόκειται για το τελευταίο κείμενο της Woolf. Το έγραψε λίγες μέρες πριν από το θάνατό της. Πόσο ζει μια νυχτοπεταλούδα; «Πριν από μερικά λεπτά, ήταν παράξενη η ζωή• τώρα, εξίσου παράξενος ήταν ο θάνατος».

Με τι γνωστικό αντικείμενο πρόκειται να ασχοληθείς στο επόμενο διάστημα;
Θέλω να εμβαθύνω στη σχέση εαυτού και πόλης μέσω της αστικής περιπλάνησης. Ίσως και εκτός Ελλάδας, θα δούμε. Και όπως κατάλαβες κι εσύ, ο «Καρπός της ασθενείας μου» συνεχίζεται, θα γεννήσει τους δικούς του καρπούς. Για τον σκοπό αυτό προσπαθώ να υφαρπάζω στιγμές και εικόνες από ανθρώπους, βιβλία, βόλτες. Ένας προσωρινός τίτλος των σημειώσεών μου είναι «Ο Καρπός της δύναμής μου» και μου αρέσει η ιδέα μιας αντιστροφής του «Καρπού της ασθενείας μου». Θα δείξει.