Βιβλιο

Book Voice 273

«Δε νομίζω ότι θα μπορούσε να μας πει κανείς τουρίστες.

Αγγελική Μπιρμπίλη
ΤΕΥΧΟΣ 273
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

  Ταξιδιώτες

«Δε νομίζω ότι θα μπορούσε να μας πει κανείς τουρίστες. Πηγαίνουμε όπου μας αρέσει, όποτε μας αρέσει. Είναι ο μόνος τρόπος για να δει κανείς μια χώρα. Ο ομαδικός τουρισμός είναι εξευτελιστικός. Η ουσία του ταξιδιού είναι να νιώθεις ελεύθερος. Όχι να πρέπει να κάνεις κρατήσεις από νωρίτερα…». Όπως οι ήρωές του, ένα τυπικό ζευγάρι Αμερικανών που ξεκινάνε για «όπου τους βγάλει», έτσι και ο σπουδαίος Αμερικανός ποιητής, συνθέτης και συγγραφέας Πολ Μπόουλς (1910-1999) εγκατάλειψε την Αμερική για να εγκατασταθεί από το 1947 μέχρι το τέλος της ζωής του στην Ταγγέρη με τη γυναίκα του, επίσης συγγραφέα, Τζέιν Μπόουλς. Γνώρισε την επιτυχία με το πρώτο του μυθιστόρημα «Τσάι στη Σαχάρα» (1949). Το «Ψηλά πάνω από τον κόσμο» γράφτηκε το 1966 και είναι μια ιστορία μυστηρίου με σκοτεινούς ήρωες αντιμέτωπους με άγνωστες και τρομακτικές δυνάμεις και ανθρώπινες σχέσεις στα όρια. «Οι ιστορίες μου είναι μια παραλλαγή των αστυνομικών ιστοριών μυστηρίου, στην οποία αστυνομικός είναι ο αναγνώστης και μυστήριο είναι το κίνητρο για τη συμπεριφορά των προσώπων».

«Ψηλά πάνω από τον κόσμο» Πολ Μπόουλς, μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Απόπειρα, σελ. 243, € 16

    Η περίπτωση ενός άντρα

Τι συνέβη σε αυτόν το γεμάτο σεξουαλικές φαντασιώσεις, διασκεδαστικά κυνικό συγγραφέα; Τι συμβαίνει στον γκρίζο τόπο του γήρατος; Ζοφερές ιατρικές λεπτομέρειες, κοφτερές σαν λεπίδι, συστήνουν από τις πρώτες κιόλας γραμμές στον αναγνώστη έναν 70χρονο αποκαρδιωμένο Νέιθαν Ζούκερμαν. Ο Ροθ μεταμορφώνει το alter ego του σε έναν εριστικό, αβέβαιο για τον εαυτό του άντρα. Καθετήρες, προστατεκτομή, ακράτεια, ανικανότητα, το φάντασμα του τέλους που πλησιάζει. Το φλερτ με την αρρώστια και το θάνατο που ο μεγάλος Αμερικανός συγγραφέας ξεκίνησε στην «Αντιζωή», συνέχισε στο «Ανθρώπινο στίγμα», στο «Ζώο που ξεψυχά», στο «Καθένας», συνεχίζεται ακόμα πιο μελαγχολικό στο «Φεύγει το φάντασμα». Ο Ζούκερμαν, απογυμνωμένος από τη ζωογόνα ορμή, την αυθάδη σεξουαλικότητα, την ένταση, την ελπίδα, ζει αποτραβηγμένος τα τελευταία 11 χρόνια στη μοναξιά της εξοχής. Μακριά από τις μεγάλες πόλεις και τους ανθρώπους, τα μίντια, την πολιτική, τον πολιτισμό και τις περιπλοκές του. Και ξαφνικά μια μικρή σπίθα ελπίδας –μια επέμβαση προστάτη που υπόσχεται να περιορίσει το πρόβλημα ακράτειας– είναι αρκετή για να τον κάνει να ανακαλύψει με τρόμο –και έξαψη– ότι θέλει να επιστρέψει στους «ζωντανούς». Παρόρμηση τόσο ισχυρή, που ενδίδει στην απατηλή ιδέα ότι θα ξανανιώσει. Η συνάντηση με «οπλισμένους ως τα δόντια με χρόνο» ανθρώπους τον αφυπνίζει. Αφυπνίζει την επιθυμία να καβγαδίσει, να ξελογιαστεί, να γίνει ίσως και πάλι επιθυμητός – ή να επιθυμήσει. Τι μπορεί να ελπίσει εκθέτοντας τον εαυτό του στη διέγερση και στους πειρασμούς; Τι μπορεί ένας καταβεβλημένος 70χρονος γαντζωμένος στη μοναξιά να ελπίσει από τη συνάντηση με μια γοητευτική νεαρή γυναίκα; Όταν βρεθεί στο έλεος των επιθυμιών του, ο Ζούκερμαν θα συναντηθεί μόνο με τα όριά του. Αυτός –και οι φίλοι του, όσοι ζουν– κατάγονται από τη δεκαετία του ’50, εκείνη και οι δικοί της από το τώρα. Χάος. Ερωτοτροπεί, κι όμως η ιστορία του είναι παράλογη. Οι διάλογοι που σκαρώνει είναι φανταστικοί, μοναχά μια απελπισμένη ιστορία για να παραμείνει στο παιχνίδι.

Κάθε καινούργιο βιβλίο του Ροθ αποτελεί εκδοτικό γεγονός, αφού κάθε φορά επιβεβαιώνεται η αδιάλειπτη διεισδυτικότητά του. Κοινωνία, πολιτική, ιστορία, πολιτισμός, θρησκεία, ιδέες, σχέσεις, έρωτας, η εμπειρία των γηρατειών και προπάντων ο χρόνος –η εξουσία του χρόνου– συνδέονται και δημιουργούν ερεθίσματα για σκέψεις. Επιχειρώντας την κατάδυση σ’ ένα προσωπικό δράμα, καταλήγει: «Η ταχύτητα με την οποία επιβάλλεται η έλξη δεν επιτρέπει παραίτηση, αφήνει χώρο μονάχα για τη βουλιμία της επιθυμίας… Τον έκανε να μάθει στα 71 του τι σημαίνει αμφιθυμία, διβουλία, διχασμός. Πράγμα που αποδείκνυε ότι τελικά ποτέ δεν παύει κανείς να ανακαλύπτει τον εαυτό του. Ίσως, οι πιο καταλυτικές αποκαλύψεις μάς επιφυλάσσονται για το τέλος».

«Φεύγει το φάντασμα» Φίλιπ Ροθ, μτφ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πόλις, σελ. 324