Βιβλιο

Μάρω Κατσίκα: Κάτι περισσότερο από μια όμορφη εικόνα

Είναι αρχιτέκτονας, γράφει και σχεδιάζει παιδικά βιβλία, δημιουργεί τα εξώφυλλα και τη γενικότερη αισθητική των εκδόσεων Αντίποδες, ζει εδώ και πέντε χρόνια στις Βρυξέλλες

Γιώργος Φλωράκης
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Συνέντευξη: Η Μάρω Κατσίκα μιλάει για τα εξώφυλλα που σχεδιάζει για τα βιβλία των εκδόσεων Αντίποδες και τα δικά της βιβλία «Κουκούσκα» και «Καραβάκι…»

Οι Αντίποδες είναι ένας από τους πιο δραστήριους νέους εκδοτικούς οίκους. Τα βιβλία τους νιώθεις ότι θέλεις να τα αποκτήσεις όλα, ακόμη κι αν κάποιο από αυτά, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει να μη σε αφορά. Δεν είναι όμως μόνο τα ίδια τα βιβλία. Είναι και η αισθητική των εξωφύλλων τους, που τα κάνει όχι μόνο αναγνωρίσιμα αλλά και θελκτικά. Σε πείσμα των καιρών της προχειρότητας και του fast food, ο Κώστας Σπαθαράκης, ο Θοδωρής Δρίτσας και η Μάρω Κατσίκα προσφέρουν προϊόν σπάνιας ποιότητας.

Μάρω, εδώ και αρκετά χρόνια δεν μένεις στην Αθήνα. Τι σε έκανε να πάρεις την απόφαση να φύγεις;
Έφυγα από την Αθήνα πριν από ακριβώς πέντε χρόνια. Ήμασταν δύο ελεύθεροι επαγγελματίες που, ενώ δουλεύαμε, αδυνατούσαμε να τα βγάλουμε πέρα. Όταν παρουσιάστηκε μια επαγγελματική ευκαιρία, δεν υπήρξε στ’ αλήθεια δίλημμα.

Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στην πόλη που ζεις σήμερα και στην Αθήνα;
Ζω στις Βρυξέλλες, μια πόλη πολύ μικρότερης κλίμακας από την Αθήνα. Εδώ ο αστικός ιστός δεν είναι τόσο ασφυκτικός και οι πολλοί και διαφορετικοί ελεύθεροι δημόσιοι χώροι κάνουν την καθημερινότητα πιο ευχάριστη. Επιπλέον, καθώς η πόλη περιβάλλεται από δάσος, μπορείς από το απόλυτα αστικό περιβάλλον να βρεθείς με ένα ποδήλατο πολύ γρήγορα μέσα στη φύση. Σε αντίθεση με αυτό που συνέβη στην Αθήνα, όλοι αυτοί οι ελεύθεροι χώροι παρέμειναν και παραμένουν ανοιχτοί και προσβάσιμοι σε όλη τη διάρκεια του lockdown.

Νοσταλγείς καθόλου;
Φύγαμε από την Ελλάδα πάνω σε μια πολύ κεφάτη για εμάς περίοδο, όπου όλα εκτός από τα οικονομικά μας πήγαιναν περίφημα: οι Αντίποδες είχαν μόλις κλείσει τον πρώτο τους χρόνο και υπήρχε ενθουσιασμός. Ταυτόχρονα υπήρχε μια πρωτόγνωρη δυναμική και ένα συλλογικό αίσθημα αισιοδοξίας… Παρ’ όλα αυτά φύγαμε αποφασισμένοι και με όρεξη για κάτι διαφορετικό. Ομολογώ ότι δεν νιώθω νοσταλγία. Ωστόσο, υπήρξαν κάποιες στιγμές που θα ήθελα να βρεθώ για λίγο στην Αθήνα, όπως φέτος το φθινόπωρο στο Εφετείο. Πάντως, νιώθω την ένταση όσων συμβαίνουν και χωρίς να κατηφορίζω τη Σόλωνος.

Συνεργάζεσαι μ’ έναν από τους πιο αξιόλογους εκδοτικούς οίκους στην Ελλάδα, τους Αντίποδες. Μοιάζει σαν, πριν φτιάξεις το εξώφυλλο το πρώτο τους βιβλίο, να μπήκες στη διαδικασία να φτιάξεις κάτι σαν… την εταιρική τους ταυτότητα. Το νιώθεις έτσι;
Η εταιρική ταυτότητα είναι ασφαλώς κάτι πολύ περισσότερο από τα εξώφυλλα. Διαμορφώνεται κυρίως από τη βασική ιδέα των Αντιπόδων, να μη στοχεύουν σε διαφορετικές κατηγορίες αναγνωστών κάθε φορά, αλλά να εκδίδουν βιβλία που απευθύνονται δυνητικά σε όλους τους αναγνώστες τους. Αυτό το στοιχείο καθόρισε τη λογική των εξωφύλλων, πέρα από την επιβολή μιας ενιαίας μορφής. Αντίστοιχη προσέγγιση υπήρχε στα εξώφυλλα των δίσκων της Blue Note τη δεκαετία του ‘60, που κυκλοφόρησε από soul jazz μέχρι free jazz, ή στα εξώφυλλα της ECM, όπου συνυπάρχουν η jazz με τη world και την κλασική μουσική, και που αποτέλεσαν για μένα πηγή έμπνευσης. Ταυτόχρονα, χαζεύω συχνά τους ξένους εκδοτικούς οίκους, και ειδικά τον κατάλογο των γαλλικών εκδόσεων Allia, που εκτός από πολύ ενδιαφέροντες τίτλους έχουν και εξαιρετικά εξώφυλλα.

Σε τι συνίσταται η αισθητική που έχεις δημιουργήσει για τους Αντίποδες;
Ένα χαρακτηριστικό που κάνει διακριτή την αισθητική των εξωφύλλων είναι η εικαστική αντιμετώπιση των γραμμάτων. Ο τίτλος μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία του βιβλίου αναλαμβάνουν το ίδιο βάρος με την εικονογράφηση στη συνολική σύνθεση. Συνολικά, όμως, είναι η επιλογή της αισθητικής συνέπειας που πρέπει να διέπει όλα τα εξώφυλλα, η αναγνωρισιμότητά τους, η οποία επιτυγχάνεται χάρη στους περιορισμούς που έχω επιβάλει στον σχεδιασμό. Θέλω να πιστεύω πάντως, ότι η αισθητική αυτή βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, εξελίσσεται και αλλάζει, δεν επαναλαμβάνεται χωρίς κάτι καινούργιο κάθε φορά.

Στη δουλειά σου δεν φαίνεται να φοβάσαι το κενό, τα λευκά μέρη. Πώς το καταφέρνεις αυτό;
Νομίζω ότι οι αρχιτέκτονες μαθαίνουμε να ξεπερνάμε γρήγορα την αμηχανία που δημιουργεί το λευκό χαρτί. Ξέρουμε ότι ήδη από το πρώτο σημάδι πάνω στο χαρτί αρχίζουν να δημιουργούνται σχέσεις, εντάσεις μεταξύ κενών, μεταξύ κενού και πλήρους, οι οποίες αποτελούν το βασικό εργαλείο του σχεδιασμού.

Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείς για να δημιουργήσεις ένα καινούργιο εξώφυλλο;
Ξεκινάω από τον τίτλο και τις υπόλοιπες λέξεις που θα αναγράφονται στο εξώφυλλο. Αφού τα τοποθετήσω στο χαρτί, βλέπω τα κενά που δημιουργούνται και κάπως αρχίζουν να σχηματίζονται στο μυαλό μου οι προδιαγραφές για την εικόνα. Από κει και πέρα αρχίζει το ψάξιμο, το οποίο συχνά εκτείνεται σε πολύ διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα, τόσο εννοιολογικά, όσο και εικαστικά (διαφορετικές εποχές και στιλ, διαφορετικές τεχνοτροπίες). Ωστόσο, αυτό που έχω διαρκώς στο μυαλό μου είναι ότι κάθε νέο εξώφυλλο έρχεται να προστεθεί σε ένα σύνολο εξωφύλλων. Το ζητούμενο είναι η δυναμική του συνόλου και όχι το μεμονωμένο «όμορφο» εξώφυλλο.

Πόσο μεγάλο ρόλο παίζουν οι σπουδές σου (σπουδές Αρχιτεκτονικής) στο αποτέλεσμα της δουλειάς σου;
Οι σπουδές μου στην Αρχιτεκτονική νομίζω είναι καθοριστικές για τον τρόπο που προσεγγίζω τον σχεδιασμό. Μεταξύ αστείου και σοβαρού, μου αρέσει να λέω ότι αντιμετωπίζω τα εξώφυλλα σαν μικρά οικοδομήσιμα οικόπεδα. Ίσως και να υπάρχει ένα μικρό απωθημένο. Ανήκω σε μια γενιά αρχιτεκτόνων που το έργο της εξαντλήθηκε σε μεγάλο βαθμό στο να νομιμοποιεί τα αυθαίρετα που παρέλαβε από τις προηγούμενες γενιές, και μαζί εξαντλήθηκε και η ίδια…

Πώς ακριβώς συνεργάζεσαι με τους εκδότες των Αντιπόδων ώστε να προκύψει η βασική ιδέα πριν από το εξώφυλλο;
Συχνά συζητάμε για τη γενική ατμόσφαιρα του βιβλίου. Στη συνέχεια διαβάζω το κείμενο. Στόχος μου είναι η σύνδεση μεταξύ κειμένου και εξωφύλλου με έμμεσο, υπαινικτικό τρόπο. Κάποιες φορές υπάρχει και μια πιο παιχνιδιάρικη διάθεση που υποδηλώνεται με μια δεύτερη εικόνα στο πίσω αυτί του εξωφύλλου.

Οι Αντίποδες είναι από τους πιο επιτυχημένους νέους εκδοτικούς οίκους, που έχουν προκύψει τα τελευταία χρόνια. Σε τι πιστεύεις ότι οφείλεται η επιτυχία τους;
Νομίζω ότι μετά από 60 τίτλους οι Αντίποδες έχουν καταφέρει να πετύχουν αυτό που ήθελαν: να προσεγγίσουν ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό που μπροστά σε έναν νέο, άγνωστο τίτλο εμπιστεύεται τον εκδοτικό οίκο για την επιλογή του.

Αγαπάς ιδιαίτερα τον ρωσικό πολιτισμό. Πώς ακριβώς προέκυψε αυτή η αγάπη;
Είναι γνωστό ότι οι άνθρωποι χωρίζονται σε τολστοϊκούς και ντοστογιεφσκικούς. Ανήκω στους δεύτερους, αλλά έχω και φίλους τολστοϊκούς… Η αγάπη μου για τον ρωσικό πολιτισμό ξεκίνησε όντως από τον Ντοστογιέφσκι και ήταν ο λόγος που άρχισα να μαθαίνω ρωσικά. Όταν διαβάζω οτιδήποτε μη ρωσικό, νιώθω ότι απλά κάνω ένα διάλειμμα, ανυπομονώντας να επιστρέψω στη ρωσική λογοτεχνία.

Τι ήταν αυτό που σε οδήγησε να μεταφράσεις Τσβετάγιεβα;
Η πρόταση να μεταφράσω ένα βιβλίο για την Τσβετάγιεβα, που περιείχε αποσπάσματα από το ημερολόγιό της (όχι ποιήματα!),ήρθε ουρανοκατέβατη, από τον  Σταύρο Ζουμπουλάκη. Είχαμε συνεργαστεί για τη μετάφραση μερικών άρθρων του Σεργκέι Αβέριντσεφ, ενός Ρώσου βυζαντινολόγου, για τη Νέα Εστία. Αυτά είχαν μικρή έκταση, συνήθως 4-5 σελίδες. Η ιδέα του βιβλίου μού φάνηκε τόσο εξωπραγματική, και ταυτόχρονα τόσο ελκυστική… Μοιράστηκα μαζί του όλους τους προβληματισμούς μου και με έπεισε να προσπαθήσω. Το γεγονός ότι όντως το έκανα ήταν συνδυασμός της απόλυτης άγνοιας κινδύνου που είχα και της τρομερής αγάπης μου για τα ρωσικά κείμενα.

Ποιο από τα εξώφυλλα που έχεις δημιουργήσει για τους Αντίποδες σου αρέσει πιο πολύ;
Αγαπάω πολύ το «Βένουσμπεργκ», το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Καρακίτσου, και την «Πετρούπολη». Το πρώτο για την ένταση της απόλυτης ελευθερίας που ένιωθα όταν το έφτιαχνα –δεν μου συμβαίνει σε όλα τα εξώφυλλα–, το δεύτερο γιατί είναι το καλύτερο βιβλίο που έχουν εκδόσει οι Αντίποδες. Για την αισθητική τους και την ιδιαίτερη ενότητα που δημιουργούν μεταξύ τους, ξεχωρίζω τις δύο τριάδες βιβλίων, αυτήν του Εντουάρ Λουί και εκείνη της Κλαρίσε Λισπέκτορ. Μόλις πρόσφατα ήρθε να προστεθεί ένα καινούργιο αγαπημένο: Το φίδι του Πλίνιου της Ειρήνης Κίτσιου, που θα κυκλοφορήσει μέσα στον Μάρτιο. Μου αρέσει ο τρόπος που προβάλλονται τα εξώφυλλα μέσα στο σάιτ των Αντιπόδων, όπου μπορείς να τα δεις το ένα δίπλα στο άλλο. Εκεί αναδεικνύεται η ενιαία λογική τους, είναι σαφές ότι συνομιλούν, και εκεί πραγματικά δεν έχει νόημα να διαλέξεις ποιο σου αρέσει περισσότερο.

Στα δικά σου βιβλία, τα παιδικά, μετράει πιο πολύ το κείμενο ή η εικόνα;
Στο «Καραβάκι…» η ιδέα ξεκίνησε από ένα μικρό ποίημα του Λέρμοντοφ, με ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα. Είχαμε αποστηθίσει το ποίημα αυτό στο μάθημα των ρωσικών (όπου γνωρίστηκα με τον Κώστα Σπαθαράκη, τον εκδότη των Αντιπόδων) και το απαγγέλαμε έκτοτε, χάριν αστείου αλλά όχι χωρίς κάποια συγκίνηση. Το ποίημα ήταν αυτό που γέννησε και τις εικόνες. Αντίστροφα, ο «Κουκούσκα» ξεκίνησε ως εικαστικός πειραματισμός και το κείμενο ακολούθησε.

Θα ήθελες να μας πεις μερικά ακόμη πράγματα για τον «Κουκούσκα» και το «Καραβάκι…»;
Και στα δύο βιβλία υπάρχει παράλληλα με την αφήγηση ένα κρυμμένο εικαστικό παιχνίδι. Πολλές από τις εικόνες έχουν αναφορές σε διάσημους πίνακες και αφίσες της ρωσικής πρωτοπορίας: Μαλέβιτς, Ποπόβα, Στεπάνοβα, Λισσίτσκι... Είναι αρκετά αυτοαναφορικό, καθώς δεν απευθύνεται ακριβώς στον αναγνώστη, με ευχαριστεί όμως να σκέφτομαι την έκπληξη όσων μπορεί να έκαναν τον συσχετισμό του τελευταίου δισέλιδου στον Κουκούσκα με την «Κάθοδο του κόκκινου ιππικού» του Μαλέβιτς. Συνολικά, είναι εμφανής η επιρροή των αρχών του μοντέρνου κινήματος στη σύνθεση και τη γεωμετρία των εικόνων. Βρέθηκαν και τα δύο στις βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων, το 2011 και το 2014, στην κατηγορία του εικονογραφημένου βιβλίου, και αυτό ήταν μεγάλη χαρά και διάκριση.

Τι πρέπει να έχει και τι δεν πρέπει να έχει ένα παιδικό βιβλίο για να αρέσει στα παιδιά;
Στα μικρά παιδιά αρέσει οτιδήποτε τους διαβάζουμε με κέφι, άρα είναι αρκετά σημαντικό τα παιδικά βιβλία να προκαλούν τους γονείς. Εμένα μου αρέσουν τα βιβλία που αφήνουν περιθώρια αυτοσχεδιασμού, που έχουν ένα τέλος λίγο μετέωρο. Επίσης μου αρέσουν οι ιστορίες που διαδραματίζονται σε ανοιχτό χώρο, φωτεινό. Θυμάμαι ότι με φόβιζαν τα παραμύθια της γιαγιάς μου, ήταν σκοτεινά, δημιουργούσαν μια αίσθηση κλειστού χώρου, και κυρίως δεν έδιναν διέξοδο στον φόβο.

Και στους μεγάλους, τι αρέσει;
Τα μη επιτηδευμένα βιβλία, και αυτά που δεν ακολουθούν συνταγές.

Τι σε έχει εντυπωσιάσει τελευταία στον εκδοτικό χώρο, στην Ελλάδα και το εξωτερικό;
Ανακάλυψα πριν δύο τρία χρόνια ένα γαλλικό παιδικό περιοδικό, το Georges, που έκτοτε το παρακολουθώ φανατικά. Έχει εξαιρετική τυπογραφία και εικονογράφηση και πολύ ευφάνταστες θεματικές ενότητες. Νομίζω ότι λείπει πάρα πολύ από την Ελλάδα ένα τέτοιο περιοδικό. Στην Ελλάδα, τώρα, είναι εντυπωσιακό ότι παρά την παρατεταμένη περίοδο κρίσης έχει δημιουργηθεί μια ισχυρή δυναμική στον χώρο του βιβλίου.

Τι σε έχει εντυπωσιάσει στον χώρο της τέχνης τελευταία;
Ένα φεστιβάλ κινουμένων σχεδίων που γίνεται κάθε χρόνο στις Βρυξέλλες, το AnimaFestival. Φέτος το παρακολούθησα διαδικτυακά και είχα την ευκαιρία να δω πολλές ενδιαφέρουσες ταινίες μικρού μήκους, καθώς και μια ρωσική ταινία που βασιζόταν στη «Μύτη» του Γκόγκολ και στη μεταφορά της από τον Σοστακόβιτς στην όπερα. Ήταν μια ωδή στους πρωτοπόρους της τέχνης υλοποιημένη με ένα πολύ ιδιαίτερο κολλάζ διαφορετικών τεχνοτροπιών και πολλές αναφορές σε προσωπικότητες και έργα τέχνης των αρχών του 20ούαιώνα... πάλι κάτι ρωσικό είπα!

Τι ετοιμάζεις αυτή την εποχή;
Μα, φυσικά, τα επόμενα εξώφυλλα των Αντιπόδων! Επίσης έχω ξεκινήσει μια νέα συνεργασία με τις Ακυβέρνητες Πολιτείες, έναν εκδοτικό οίκο που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Επιμελήθηκα την καινούργια τους σειρά με έργα του Ντάριο Φο και αυτή τη φορά το ζητούμενο ήταν να δημιουργήσω την οπτική ταυτότητα μιας σειράς βιβλίων από τον ίδιο συγγραφέα.

Σκέφτεσαι να γυρίσεις κάποια στιγμή στην Αθήνα;
Χμμμ, αν μπορούσα να γυρίσω σε κάτι, θα προτιμούσα να γυρίσω λίγο πίσω στον χρόνο. Σε οποιαδήποτε πόλη…