Βιβλιο

«Παραγουάη» ή η αξία της συγγραφής και της ανάγνωσης

Για το ομώνυμο βιβλίο του Μιχάλη Μοδινού, που κυκλοφορεί εν μέσω πανδημίας από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Ηλίας Ευθυμιόπουλος
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Κριτική του Ηλία Ευθυμιόπουλου για το βιβλίο «Παραγουάη» του Μιχάλη Μοδινού που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ένα αγροτικό μυθιστόρημα. Όπου η Θεσσαλία και η Παραγουάη του χθες, κάνουν ένα πήδημα αιώνων και φτάνουν στο σήμερα, το ίδιο εξωτικές και οι δυο, αλλά με νέους πρωταγωνιστές και νέα πολιτιστικά προϊόντα. Όπου δηλαδή οι μπανανιές, τα τουκάν, τα ιγουάρος, οι γκάουτσος, και ο ποταμός Παρανά, διασταυρώνονται με τους γεωργικούς συνεταιρισμούς, τις επιδοτήσεις, τις αχανείς πεδιάδες με το βαμβάκι, τα τζαζ μπαρ στην Καρδίτσα με μουσική Τσάρλυ Πάρκερ. Όπου οι σχεδόν μεσαιωνικοί έρωτες στα σκοτεινά κατατόπια των Ιησουϊτών μπλέκονται με τις ελευθεριακές σχέσεις της σχεδόν κοσμοπολίτικης πλέον ελληνικής επαρχίας, με τους γάμους, τα διαζύγια, τις εξωσυζυγικές σχέσεις, τα Παρίσια. Όπου το αγουαρδιέντε έχει την ίδια λειτουργία με το ουίσκι και το σπέρμα παντού την ίδια μυρουδιά. 

Ίσως να είναι κι έτσι, αφού με την Παραγουάη, όσο μακρινή κι αν ακούγεται δηλαδή, ο Μιχάλης Μοδινός ξαναγυρίζει και πάλι, λίγο εμμονικά είν’ αλήθεια, στην πρωταρχική χώρα, που γι’ αυτόν είναι ο «Κάμπος» μαζί με τους νομάδες Σαρακατσαναίους που την άπλωναν αυτή τη χώρα μέχρι την Κριμαία, αφού βέβαια διέσχιζαν όλα τα Βαλκάνια. Όμως σίγουρα το θέμα του βιβλίο δεν είναι αυτό. Η Θεσσαλία, είναι για να μην ξεχνιόμαστε. Η Παραγουάη είναι ο προορισμός. Είναι μια ατέλειωτη διαδρομή που χάνεται μέσα στα τόσα ονόματα, τους παλιούς πολέμους, τις θρησκευτικές αποστολές, την αποικιοκρατία και τις νησίδες της συνύπαρξης όπως οι «Ρεντουσσιόνες» που προσπάθησαν να στήσουν οι Ισπανοί του 17ου αιώνα στη Λατινική Αμερική σε μια τεράστια έκταση την «Παραγουάρια» που περιελάμβανε και τμήματα του Περού, της Βολιβίας, της Βραζιλίας, ακόμα και της Χιλής. Βέβαια, οι Ρεντουσσιόνες, εκτός από ένα είδος δημογραφικής διευθέτησης για λόγους διαχείρισης των πληθυσμών (των ιθαγενών Γκουαρανί), είχαν ως βασικό κίνητρο την αλλαγή του θρησκευτικού παραδείγματος, και τον εκχριστιανισμό των ανιμιστικών φύλων, που έπρεπε καλώς ή κακώς να συνεχίσουν να υπάρχουν «αρμονικά» με τους κατακτητές τους, αν και αποδεκατισμένοι.

Αλλά αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία, για την οποία στο βιβλίο θα βρούμε μόνο μερικές χρωματιστές και μαύρες πινελιές. Όχι όμως και τελείως άλλη, αφού το θέμα των μικτών συνεργατικών κοινοτήτων στις δυναστευόμενες αποικίες είναι προσφιλές στον συγγραφέα που αφιέρωσε σ’ αυτό το θέμα ένα ολόκληρο βιβλίο, την Εκουατόρια, από τις ίδιες εκδόσεις – Καστανιώτης – που φέτος γιόρτασε τα 50 χρόνια και που του ευχόμαστε, μετριοπαθώς να τα κατοστήσει. Η Εκουατόρια λοιπόν (ένα κατασκευασμένο κράτος στα εδάφη της ουτοπίας)  είναι το δεύτερο στη σειρά έπος - το πρώτο είναι ο Μαγάλος Αμπάϊ για τις πηγές του Νείλου στην Αφρική – όπου ονόματα σπουδαίων εξερευνητών όπως ο Σάμουελ Μπέηκερ, ο Εμίν Πασάς, ο Τσαρλς Γκόρντον, ο Τζων Σπηκ, ο Τζέημς Γκραντ κ.α παρελαύνουν σε τόπους που μοιάζουν να έχουν βγει από μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, όπου οι θρησκείες, οι εθνοτικές διαμάχες, το δουλεμπόριο, οι οικονομίες της άγριας ανάπτυξης και οι μεγάλες δυνάμεις μπλέκονται σε μια Αφρική στη δύση της αποικιοκρατίας, και η οποία παρ’ όλ’ αυτά μπορεί να χωρέσει και τα πειράματα των εναλλακτικών κοινωνικών δομών που βρίσκονται για λίγο (λιγότερο από ένα αιώνα εν προκειμένω) στο στερέωμα της αιρετικής πολιτικής ιστορίας (ή της ιστορίας των πολιτικών αιρέσεων). 

Με την Παραγουάη, ολοκληρώνεται ένα τρίπτυχο – του οποίου τρία (3) τη σημασία ουδέποτε κατανόησα, αλλά έτσι είναι – σε μια άλλη ήπειρο αυτή τη φορά, στη Λατινική Αμερική όπου τους Αγγλοσάξωνες και τους Γάλλους έχουν αντικαταστήσει Ισπανοί και Πορτογάλλοι και όπου η σφαγή είναι πάλι για το πάπλωμα, δηλαδή το χρυσάφι, τα σπάνια μέταλλα και τις απέραντες εκτάσεις (δάση, βοσκοτόπια, αγροκτήματα και ποτάμια) αλλά οι τελετουργίες τελείως διαφορετικές. Αυτό που έχει σημασία για το συγγραφικό έργο, όταν δεν είναι τουριστικός οδηγός, είναι η μετάδοση στον αναγνώστη της αυθεντικής αίσθησης της βιο-ιστορίας αυτού του άλλου κόσμου, που θα τον κάνει δηλαδή συμμέτοχο στο ταξίδι και την «τραγωδία». Ταυτόχρονα, ο Μοδινός βάζει και το δικό του πετραδάκι (ή ογκόλιθο, δεν μπορώ τώρα επ’ αυτού να αποφανθώ) στην παγκόσμια λογοτεχνία των μεγάλων αφηγήσεων με επώνυμο την εθνολογική προσηγορία. Μπορεί ο σκοπός να μην είναι «επιστημονικός» όμως το αποτέλεσμα μας φέρνει πιο κοντά στην «οικογεωγραφία» όρο που εισήγαγε ο Μ.Μ ήδη από την εποχή της Νέας Οικολογίας στη δεκαετία του 80.  

Τι ακριβώς είναι η οικογεωγραφία; Ας θυμηθούμε τι λέει ο ίδιος στο βιβλίο – προοίμιο των όσων ακολούθησαν, «Οι μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς». Στον πρόλογο λοιπόν εκείνου του βιβλίου, μας λέει ο Μ.Μ ότι η πολύπλοκη εικόνα του σύγχρονου κόσμου δεν μπορεί να χωρέσει σε πίνακες και διαγράμματα. Αφού η  επιστήμη τεμάχισε την εικόνα της πραγματικότητας, η οικολογία, φιλόδοξος και νεαρός κλάδος, οφείλει ν’ ανασυγκροτήσει το όλον προσδίδοντάς του νόημα. Η γεωγραφία θα συναντήσει, λοιπόν, αναγκαστικά  την οικολογία σε μια προσπάθεια ν’ αποδοθεί η ζωή μέσα στο χρόνο και το χώρο. Και υπό αυτήν την οπτική τα ζητήματα του περιβάλλοντας αποδεσμεύονται από το στενό τους πλαίσιο, υπερβαίνουν τα σύνορα, διεκδικούν πλανητική σημασία».

 

Τότε, σ’ εκείνο το βιβλίο, ο Μοδινός επιχειρεί ένα διηπειρωτικό πέρασμα, με εννέα σταθμούς (Παραγουάη, Αργεντινή, Καμερούν, Τανζανία, Μποτσουάνα, Ελεφαντοστούν, Ινδονησία, Νεπάλ και Κύπρος). Στο ταξίδι αυτό, η εμπειρία, συντίθεται με την ιστορία και οι αντιθέσεις φύσης-πολιτισμού και ανάπτυξης-παράδοσης διατρέχουν ένα βιβλίο το οποίο ήξερε να απεχθάνεται τον εύκολο εντυπωσιασμό, αν και θα μπορούσε εύκολα να καταφύγει σ’ αυτόν. Η πραγματεία μπορεί κάλιστα να διολισθήσει στον εξωτισμό. Θα σημειώσω δυο ακόμα πράγματα για την «Παραγουάη» του Μιχάλη Μοδινού. Όχι για τη μυθοπλασία, αυτήν θα την αφήσω να κυλήσει ήσυχα, από μόνη της, στην καρδιά του ανυπόμονου αναγνώστη.

Πρώτον, αυτό που θέλω να υπογραμμίσω εδώ είναι ότι, συχνά, η αυθεντικότητα στη λογοτεχνία είναι ταυτόσημη με την επιμονή στη λεπτομέρεια, αυτή δηλαδή που μπορεί να (ανα)παράγει δια της ανάγνωσης και μόνο, συναισθήματα, ήχους, μυρουδιές, γεύσεις, εικόνες, συνθέσεις δηλαδή μιας άλλης ζωής, της ζωής των άλλων, της τόσο μακρινής και τόσο οικείας μετά την εμπειρία της μετάληψης. Γράφει ο Μ.Μ : «κάποιοι είχαν φτιάξει κύκλους όπου το μάτε περνούσε από χέρι σε χέρι. Άλλοι στέγνωναν τις μπότες τους στην πυρά. Σύντομα άναψαν πυρσούς από φελλόδεντρο, και φανάρια που δούλευαν με κεριά από ξύγκι. Οι ανταύγειες έπαιζαν με τα φυλλώματα και οι φωτοσκιάσεις έκαναν τα οργισμένα πρόσωπα των αντρών να χλωμιάζουν σαν το πρόσωπο του Εσταυρωμένου στις λιτανείες. Μοιράστηκαν βρασμένα καλαμπόκια, μερίδες ψαριού και σκληρού, ινώδους, αλλά νόστιμου ψητού πιθηκίσιου κρέατος μέσα σε μπανανόφυλλα...» Εδώ, η λογοτεχνία γίνεται το μέσον που μας βάζει από μια άλλη κρυφή και μυστική πόρτα στην ιστορία και τη θεωρία της παραγωγής του υλικού πολιτισμού, γίνεται το δεύτερο μάτι, κάτι σαν το τηλεσκόπιο που ανιχνεύει, για μας, το αόρατο σύμπαν.   

Όλα τα παραπάνω γράφτηκαν με μια διάθεση να συντηρήσω έναν διάλογο που άρχισε πολλά χρόνια πριν, έστω κι οι μορφές αυτού του διαλόγου παραλλάσσουν καθώς τα φύλλα κιτρινίζουν κι εμείς μεγαλώνουμε. Δεν γράφτηκαν λοιπόν για να πείσουν το αγοραστικό κοινό να προμηθευτεί το βιβλίο, κάτι που θα γίνει έτσι κι αλλιώς όταν το εκδοτικό συμβάν περάσει από στόμα σε στόμα στην αγορά των ιδεών. Άλλωστε είμαι από κείνους που πιστεύουν ότι «η κοινότητα του συγγραφέα με το κοινό του, δεν διαμορφώνεται με την έκδοση ενός έργου, αλλά αρκετά πριν, από τη στιγμή δηλαδή που συντελείται  η πράξη της συγγραφής. Το κοινό υπάρχει πριν το έργο διαβαστεί. Και εν τέλει, αυτά τα έργα που φτάνουν να έχουν ένα κοινό, είναι αυτά που το έχουν από το ξεκίνημα. Έτσι, απαλλάσσουμε τον συγγραφέα από το άγχος της διαμόρφωσης αυτού του κοινού (της αγοράς) και τον αφήνουμε απερίσπαστο στη δημιουργία».  Και για να μην παρεξηγηθώ, τα τελευταία λόγια δεν είναι δικά μου, αλλά μιας μεγάλης Ισπανίδας του προηγούμενου αιώνα, που μόλις πρόσφατα ανακάλυψα: της Μαρίας Θαμπράνο. Την οποία παρεμπιπτόντως συνιστώ, σε όποια γλώσσα κι αν την πετύχετε, μιας και δεν έχει μεταφραστεί ελληνικά.