Βιβλιο

Οι ζωές των άλλων

Το μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ δεν είναι ένα βιβλίο για τον εκπατρισμό, την προσφυγιά, το ξερίζωμα, αλλά ένα βιβλίο ενσυναίσθησης

Κατερίνα Σχινά
ΤΕΥΧΟΣ 699
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Οι «Περαστικοί» της Τζέννυ Έρπενμπεκ είναι ένα βιβλίο για το τι βλέπουμε όταν κοιτάζουμε τον άλλον.

Άλλο ένα βιβλίο για τον εκπατρισμό, την προσφυγιά, το ξερίζωμα; Άλλο ένα βιβλίο για την ενοχή του δυτικού ανθρώπου απέναντι στα ανεξιχνίαστα πρόσωπα των ξένων, των απελπισμένων που τρέπονται σε φυγή από τις πατρογονικές τους εστίες, σήμερα θέατρα αμείλικτου πολέμου,  δίχως να ξέρουν πού και πώς θα καταλήξουν; Παρά το θέμα του, δεν είναι αυτό, το νέο μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ. Είναι ένα βιβλίο για την προσωρινότητα που καταντάει μονιμότητα, για το αβέβαιο της ύπαρξης που αποτελεί τη μόνη βεβαιότητά μας – αλλά κυρίως είναι ένα βιβλίο για το τι βλέπουμε όταν κοιτάζουμε τον άλλον. Βλέπουμε την εικόνα μας παραλλαγμένη; Βλέπουμε μια σκιά χωρίς ταυτότητα; Βλέπουμε κάτι ξένο που μας γεννάει φόβο ή αποστροφή; Ή δεν τον βλέπουμε καν, διαπερνώντας τον σαν να είναι διάφανος; Κι όταν επιτέλους τον βλέπουμε, τι από μας αναγνωρίζουμε στο πρόσωπό του;

Ο Ρίχαρντ, o κεντρικός ήρωας του βιβλίου, καθηγητής κλασικών σπουδών στα πρόθυρα της συνταξιοδότησης, δεν έχει δει τους άντρες με το σκούρο δέρμα που έχουν συγκεντρωθεί έξω από το Κόκκινο Δημαρχείο με την πινακίδα «Γινόμαστε ορατοί», παρ’ ότι έχει περάσει από δίπλα τους. Τους βλέπει πραγματικά, μόνο όταν ανοίγει την τηλεόραση. Μόνο μέσα από τη διαμεσολαβημένη εικόνα η πραγματικότητα γίνεται πραγματική. Όταν θα πλησιάσει αυτούς τους άντρες με το σκούρο δέρμα, από καθαρή περιέργεια στην αρχή, θα διαπιστώσει ότι δεν γνωρίζει τίποτε για τον τόπο τους, την Αφρική. «Πού βρίσκεται αλήθεια η Μπουρκίνα Φάσο;» αναρωτιέται. Μοιάζει κι αυτός λιγάκι με τον «Αμερικανό αντιπρόεδρο που μίλησε πρόσφατα για την Αφρική ως μία χώρα, ενώ υπάρχουν 54 χώρες. Πενήντα τέσσερις; Κι αυτός δεν το ήξερε».

Ο Ρίχαρντ δεν βλέπει, δεν ξέρει. Ετοιμάζει το τσάι του, με γάλα και ζάχαρη, μια φέτα ψωμί με μέλι, μια φέτα με τυρί, ακούει Μπαχ. Όμως θέλει να μάθει. Ξεριζωμένο παιδί κι εκείνος στη διάρκεια του πολέμου, δεν νιώθει ακριβώς αλληλεγγύη για τους άντρες με το μαύρο δέρμα, πολλούς σχεδόν παιδιά, αλλά περιέργεια. Τους πλησιάζει ψυχρά, σαν να είναι αντικείμενο επιστημονικής έρευνας∙ διαβάζει βιβλία για το θέμα και σχεδιάζει έναν κατάλογο με ερωτήσεις τις οποίες θέλει να υποβάλει στους πρόσφυγες, για να διακρίνει το σημείο τομής ανάμεσα στο πριν και στο μετά, ανάμεσα στη ζωή τους όπως ήταν και στην άλλη ζωή στον ξένο τόπο. Ντρέπεται κανείς και μόνο που διαβάζει αυτές τις ερωτήσεις: «Πού μεγαλώσατε;» «Ποια ήταν η αγαπημένη σας κρυψώνα στα παιδικά σας χρόνια;» «Μπορείτε να φανταστείτε ότι θα γεράσετε εδώ;» «Πού θέλετε να σας θάψουν;»

Όμως αυτοί οι άντρες δεν είναι απλώς περιπτώσεις προς μελέτη∙ είχαν ζωή, παιδιά, γονείς που πέθαναν, φίλους που πνίγηκαν, αγαπημένες που χάθηκαν. Τώρα δεν έχουν παρά τις αναμνήσεις τους και τα κινητά τους – μόνο δεσμό με την αλλοτινή τους οικογένεια, μ’ αυτό που κάποτε ήταν, μόνη τους αποζημίωση για όσα έχασαν για πάντα, μόνη τους ιδιοκτησία, αόρατη, καμωμένη από αέρα. Και καθώς ο Ρίχαρντ ρωτά, αρχίζει να βλέπει∙ η αδιαφοροποίητη μάζα των προσφύγων αποκτά πρόσωπο, γίνεται ο Ρούφου, ο Οζαρόμπο, ο Ρασίντ και η αλήθεια τους αφυπνίζει τον συνταξιούχο καθηγητή, που ανακαλύπτει στη συντροφικότητα με «της γης τους κολασμένους» ένα δρόμο για να αντιμετωπίσει τις δικές του απώλειες, το δικό του πένθος.

 

Δύσκολο το θέμα της Έρπενμπεκ, στην κόψη της ηθικολογίας και του διδακτισμού∙ όμως το ταλέντο και η συγγραφική της ευφυΐα απομακρύνουν τον κίνδυνο. Η πλούσια συνθετική της φαντασία (τα παραμύθια των Γκριμ, ο Χέλντερλιν, ο Μπρεχτ, η μακρινή φωνή από τον Μεσαίωνα Γκότφριντ φον Στράσμπουργκ και ο «Τριστάνος» του συνυφαίνονται εδώ με τις πιο πρόσφατες και πιο οδυνηρές αφηγήσεις πολέμου και εκπατρισμού), ο στοχαστικός τόνος, η λιτότητα και η ηρεμία της γραφής συμπράττουν για τη δημιουργία ενός βιβλίου, που θα το λέγαμε, δίχως υπερβολή, το μυθιστόρημα της ενσυναίσθησης.