Βιβλιο

Τσέχοφ ο μέγας

Με αφορμή τρεις νέες νουβέλες του από την «Ερατώ»

Δημήτρης Φύσσας
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πάντα, διαβάζοντας τον Άντον Πάβλοβτς Τσέχοφ, απορώ με το πόσα και πόσο ψηλής ποιότητας πράγματα πρόλαβε να γράψει ο άνθρωπος αυτός στα ελάχιστα χρόνια της ζωής του (μόλις 44, 1860 - 1904) και στα ακόμα λιγότερα της συγγραφικής του δραστηριότητας (μόλις 20, αφού έβγαλε το πρώτο του βιβλίο το 1882, που ίσως είναι κι ακόμα λιγότερα, γιατί δεν ξέρω αν έγραφε και μέχρι τα τελευταία του).

Μένοντας λίγο παραπάνω στο θέμα της ποιότητας, να θυμίσω πως δύσκολα θα βρει κανείς θεατρόφιλους που να μην εκτιμούν το «Γλάρο», τις «Τρεις αδερφές», το «Βυσσινόκηπο» ή το «Θείο Βάνια», ενώ ίσως ακόμα πιο δύσκολα θα βρει «πεζόφιλους» που να μην εκτιμούν την «Κυρία με το σκυλάκι», τους «Εχθρούς», τη «Στέπα», το «Θάλαμος νο 6», ή ακόμα και τη «Νήσο Σαχαλίνη» (που δεν είναι πεζό). Εγώ τουλάχιστον ομολογώ πως ο Τσέχοφ είναι ο πιο αγαπημένος μου απ' όλους τους μέγιστους ρώσους συγγραφείς του 19ου αιώνα (Ντοστογιέφσκι, Τουργκένιεφ, Γκόγκολ, Τολστόι κ.λπ.), και επιδιώκω να διαβάσω ό,τι προλαβαίνω απ' όσα βιβλία του βγαίνουν στα ελληνικά.

Ήρθα λοιπόν τώρα σ' επαφή με τρεις φρεσκοεκδομένες νουβέλες του, που, απ' όσο είμαι σε θέση να ξέρω, δεν είχαν ξαναβγεί στα ελληνικά. Πρόκειται για τις θαυμάσιες εκδόσεις της «Ερατώς» που τιτλοφορούνται «Ο φόνος», «Μια γυναίκα» (σε σχήμα τσέπης) και «Η ιστορία ενός αγνώστου» (μακρότερη και ογκωδέστερη). Όλες έχουν σκληρό εξώφυλλο, κουβερτούρα, όμορφη εικονογράφηση, αξιόλογη μετάφραση (απευθείας από τα ρώσικα) του κ. Λεωνίδα Καρατζά και επαρκέστατη εικονογραφημένη εργοβιογραφία του συγγραφέα. Μάλιστα η τρίτη νουβέλα, σχεδόν μυθιστόρημα, ολόκληρη γραμμένη σε πρωτοπρόσωπη εσωτερική εστίαση, διαθέτει κι ένα κατατοπιστικό Επίμετρο, μπόνους στον/στην αναγνώστη/ώστρια μόλις την έχει ολοκληρώσει. (Επίμετρο και εργοβιογραφία πάλι από τον μεταφραστή).

Τα βιβλία είναι το ένα καλύτερο από το άλλο, επιβεβαιώνοντας τα χαρακτηριστικά της γραφής του Τσέχοφ όπως τα έχουμε δει και σε άλλα του έργα: λεπτότητα παρατηρήσεων, συγκατάβαση μέχρι συμπόνοιας απέναντι στους ήρωές του και τα πάθη τους, ακριβής καταγραφή των δεδομένων της εποχής του, έμφαση στα χειρόγραφα (γράμματα, σημειωματάρια κλπ), παρατηρήσεις που δεν είναι βέβαιο αν περιέχουν χιούμορ ή πικρία, έντονο ενδιαφέρον για τη θέση των  «κατώτερων» κοινωνικών τάξεων,  των γυναικών και των παιδιών, κριτική προς τους παρωχημένους θεσμούς (θρησκεία, κουτσομπολιό, υποκριτική ψευτοευγένεια κλπ), ονομαστικές αναφορές σε άλλους συγγραφείς (Μοπασάν, Τουργκένιεφ, Μπαλζάκ κλπ), ρεαλιστικοί διάλογοι, συγκρατημένη απαισιοδοξία για την ανθρώπινη φύση, αναφορά τεχνολογικών νεωτερισμών της εποχής  (ηλεκτρικό ρεύμα, εργαλειομηχανές κλπ) και –ίσως – ανοιχτό τέλος.

«Η ιστορία ενός αγνώστου» (1893), δομημένη σε 18 μεγάλα κεφάλαια, είναι η αφήγηση ενός αριστοκράτη επαναστάτη («φρούτο» πολύ διαδεδομένο στη Ρωσία της εποχής), που, κρύβοντας την πραγματική του ταυτότητα, γίνεται υπηρέτης ενός άλλου αριστοκράτη, που είναι ανώτερος δημόσιος υπάλληλος,  με σκοπό να δολοφονήσει τον πατέρα του δεύτερου, πρόσωπο μισητό. Τη κρίσιμη στιγμή όμως, ο ανώνυμος ήρωας λιποψυχάει.  Ταυτόχρονα, το βιβλίο είναι και η συναισθηματική - ερωτική ιστορία της Ζηναϊδας Φοντόροβνας, μιας γυναίκας που  έχει ορισμένα πρώιμα «φεμινιστικά» γνωρίσματα, και που στο τέλος καταλήγει  να έχει μια εξώγαμη κόρη, ενώ η ίδια πεθαίνει με συζητήσιμο τρόπο μετά τη γέννα. Και η δεύτερη αυτή ιστορία μας δίνεται από τη σκοπιά του σταθερά άγνωστου αφηγητή. 


«Ο φόνος» (1895) είναι μια σύντομη νουβέλα σε 7 αριθμημένα κεφάλαια. Επίκεντρό της είναι ένας φόνος φτωχού ανθρώπου, σε φτωχικό περιβάλλον, από άλλους φτωχούς, συγγενείς του, επειδή επιμένει και τρώει λάδι σε μέρα που ισχύει η σχετική θρησκευτική απαγόρευση. Η σκηνοθεσία των φονιάδων μετά το φόνο δεν περνάει και όλοι καταδικάζονται σε βαριές ποινές. Το τέλος της ιστορίας «γράφεται» στο σκληρότατο κάτεργο του νησιού Σαχαλίνη, στη ρώσικη Άπω Ανατολή (μέρος γνωστό στον Τσέχοφ, που την είχε επισκεφτεί με ενδιαφέρον όχι μόνο συγγραφικό, μα και ιατρικό) όπου «γράφει» ποινή ένας από τους απλοϊκούς φονιάδες.


Η νουβέλα «Μια γυναίκα» (σε τέσσερα αριθμημένα κεφάλαια) αφορά μια νεαρή κληρονόμο εργοστασίου και τον πολυάριθμο ταξικά διαφοροποιημένο κόσμο που «ζουζουνίζει» γύρω από την ίδια  και χρήματά της, ενώ η ίδια βιώνει αδιέξοδα μελαγχολίας, ανίας και αναποφασιστικότητας. Το τέλος είναι εξαιρετικά ανοιχτό, μια συζητήσιμη διαπίστωση δυο γυναικών, της κληρονόμου και της «κοκκινομάλλας Μάσας» για την κατάστασή τους.

Ρώσικα δεν ξέρω για να κρίνω την ακρίβεια της απόδοσης, μα για τα ελληνικά του μεταφραστή κ. Καρατζά έχω να πως ότι είναι επαρκέστατα και δεν «κλοτσάνε» την ώρα της ανάγνωσης, ενοχλώντας  τον/την  αναγνώστη/ώστρια, πράγμα κάθε άλλο παρά αυτονόητο. Οι διάλογοι αποδίδοντα σα διάλογοι, η πρόζα σαν πρόζα, οι διαφορετικές οπτικές γωνίες διαφέρουν όπως πρέπει να διαφέρουν, ανάλογα με τον πομπό κλπ.

Μικρολαθάκια στην έκδοση αφορούν μάλλον την επιμέλεια, όχι τη μετάφραση − και πάντως δεν είναι ικανά να λιγοστέψουν την αναγνωστική απόλαυση τριών ακόμα Τσέχοφ.


d.fyssas@gmail.com