Βιβλιο

Victoria Hislop: Mια λογοτεχνική σταρ με ελληνική ψυχή

Οι «Καρτ Ποστάλ» τοποθετούν ξανά τη χώρα μας στο κέντρο του εκδοτικού χάρτη. Η διάσημη συγγραφέας δεν ξεμένει ποτέ από ιστορίες για τον τόπο του απέραντου γαλάζιου.

Δημήτρης Καραθάνος
ΤΕΥΧΟΣ 592
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Συνέντευξη με την Βικτόρια Χίσλοπ με αφορμή το βιβλίο της «Καρτ Ποστάλ», εκδόσεις Διόπτρα

Το ξέρεις ότι είσαι συγγραφέας περιωπής, όταν ο πρέσβης του Ηνωμένου Βασιλείου στην Αθήνα υποδέχεται τη νέα σου δουλειά με ενθουσιώδη tweets και οι πλατφόρμες του μετρό στο Λονδίνο φιλοξενούν διαφημιστικές γιγαντοαφίσες του βιβλίου σου. Την εβδομάδα κυκλοφορίας τους, οι «Καρτ Ποστάλ» (εκδ. Διόπτρα) εκτινάχθηκαν στο νούμερο ένα των εκδοτικών chart των «Times» υπερσκελίζοντας ακόμη και κραταιά ονόματα σαν τον Ian McEwan. Τι άλλο να ειπωθεί για την αίγλη της Victoria Hislop; 60 εκατομμύρια Βρετανοί ξέρουν. Η ίδια η δημιουργός ωστόσο αρνείται να ενδώσει στο hype και στη συνέντευξή της με την Athens Voice διαθέτει μόνο φιλοφρονήσεις για τον ομότεχνό της: «Η διάκριση απλά αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι οι λίστες είναι ανούσιες… Το “Nutshell” του McEwan είναι έργο ανόθευτης ιδιοφυΐας». 

Μια ταπεινόφρων, χαρισματική προσωπικότητα με βαθιές πλέον ρίζες στην Ελλάδα που δεν παύει να αντλεί από την αστείρευτη φλέβα του πολιτισμού και της λαογραφίας μας, η Βικτόρια Χίσλοπ βρίσκεται εδώ για να προωθήσει τις «Καρτ Ποστάλ», το νέο της μυθιστόρημα το οποίο κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση της Φωτεινής Πίπη. Στο έργο αυτό η συγγραφέας θέτει στον εαυτό της μια από τις δυσκολότερες προκλήσεις της σταδιοδρομίας της, ενσωματώνοντας την τέχνη της φωτογραφίας ως οργανικού μέρους ενός βιβλίου που βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με τα visuals, ενώ παράλληλα εμπλουτίζει τη βασική πλοκή με 15 εμβόλιμα διηγήματα, τα οποία φωτίζουν κάθε ρυτίδα στο πρόσωπο της χώρας μας αλλά και προκαλούν σημαντικές αναταράξεις στο εσωτερικό τοπίο των χισλοπικών ηρώων, που θα φτάσουν στον επίλογο μεταμορφωμένοι. 

«Αν δεν κάνεις κάτι καινούργιο στη δουλειά σου θα βαρεθείς» επισημαίνει η ίδια. «Γράφω πρώτα για εμένα και θέλω να κάνω κάτι που με ενδιαφέρει. Ίσως οι αναγνώστες περιμένουν το ίδιο, αλλά προτίμησα μια φρέσκια μέθοδο». Μιλάμε για την τεχνική πρόκληση της μυθοπλασίας σε τρία διαφορετικά επίπεδα: Φωτογραφίες, δύο κεντρικοί χαρακτήρες που ωριμάζουν μέσα από τα πηγαινέλα στον ελληνικό χάρτη, εμβόλιμα διηγήματα. Έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί ότι οι εικόνες δεν τραβήχτηκαν κατ’ ανάθεση σε ένα ήδη γραμμένο έργο. Ο Αλέξανδρος Κακολύρης, δημιουργός των εξαιρετικών φωτογραφιών που διανθίζουν σχεδόν κάθε σελίδα του βιβλίου, συνεργάστηκε με τη Hislop σε κάθε στάδιο της συγγραφής του, ενίοτε μάλιστα οι λήψεις του ενέπνευσαν ολόκληρα κεφάλαια των «Καρτ Ποστάλ». Αναφέροντας τη Μονεμβασιά σαν πρώτο σταθμό της λογοτεχνικής τουρνέ της, «έναν υπέροχο τόπο που δεν ενέπνευσε τίποτα και τελικά δεν βρήκε το δρόμο του στο βιβλίο», η Victoria Hislop διατυπώνει την ουσία του εγχειρήματος: «Το στοίχημα ήταν να βρω έμπνευση ακόμη και στα μέρη που δεν υπάρχει έμπνευση».

Στις «Καρτ Ποστάλ», η έμπνευση ξεχειλίζει. Πρόκειται για ένα ταξίδι αυτοεξερεύνησης διάρκειας 40 εβδομάδων, το οποίο υπαγορεύει άθελά του ένας μυστηριώδης αποστολέας ταχυδρομικών καρτών. Οι καρτ ποστάλ απευθύνονται στη Σάρα Ίμποτσον, που δεν εμφανίζεται ποτέ για να τις παραλάβει. Αντίθετα, συνεχίζουν να συσσωρεύονται στη θυρίδα της Έλι Τόμας στο Λονδίνο. Εκείνη τις συλλέγει, εμπνέεται από το περιεχόμενό του και, όταν η ροή σταματά απρόοπτα, αποφασίζει να πραγματοποιήσει η ίδια το ταξίδι στην Ελλάδα προκειμένου να περιδιαβεί τους τόπους που την συνεπήραν. Στις αποσκευές της, ένα τελευταίο δέμα από τον αινιγματικό Α.: Το σημειωματάριό του, στις χειρόγραφες σελίδες του οποίου εξιστορεί το χρονικό του ταξιδιού του, μέσα από εμβόλιμα διηγήματα από τα μέρη που επισκέφθηκε. Φτάνοντας στο Τολό, η Έλι ενδίδει ακαριαία στη μαγεία που εμφορεί και την ίδια τη Victoria Hislop. Η κεντρική πλατεία του Ναυπλίου είναι «μια πελώρια αίθουσα χορού με σκεπή τον ουρανό», το μυσταγωγικό θέαμα των Μετεώρων την κάνει να αισθανθεί ότι τα μοναστήρια «αιωρούνται στους αιθέρες». Μεθυσμένη από ομορφιά, η Έλι διαβάζει το ημερολόγιο του Α. και ακολουθεί τα χνάρια του: Ναύπλιο, Αρκαδία, Καλαμάτα, Πάτρα, Καλάβρυτα, Πρέβεζα, Καρπενήσι, Δωδώνη, Μετέωρα, Θεσσαλονίκη, Λαμία, Δελφοί, Άνδρος, Ικαρία, Αθήνα. Κάθε τόπος και μια ιστορία, κάθε περιπλάνηση και ένα μονοπάτι προς την αυτογνωσία. «Η έννοια του ταξιδιού υποκύπτει εύκολα σε κλισέ του τύπου “το ταξίδι της ζωής”», διευκρινίζει η συγγραφέας. «Με το σωστό χειρισμό όμως είναι και μια μεγάλη αλήθεια». 

Το ταξίδι δεν εξαντλείται στη λατρεία για το κάλλος και η Victoria Hislop γνωρίζει πλέον υπερβολικά καλά την Ελλάδα για μη διατυπώσει στρατηγικά τοποθετημένα ερωτήματα για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της χώρας. Στην Αρκαδία και τα μέρη που απασχόλησαν τη λογοτεχνία 3.000 πριν, εκφράζει την απογοήτευση στα πεπραγμένα των ανθρώπων: «Η Αρκαδία δεν είναι μέρος για γυναίκες». Graffiti artists που βιοπορίζονται ως σερβιτόρες, περιπλανώμενοι βιολιστές που αφήνουν ανεξίτηλες εντυπώσεις, βεντέτες που διαρκούν 25 χρόνια, τελετουργικά Θεοφανείων στην Πρέβεζα, ιστορίες αγάπης και πολέμου στη Θεσσαλονίκη, το Μεσολόγγι και μια διαφορετική εκδοχή για τον θάνατο του Βύρωνα το 1824, η ανακάλυψη ενός αρχαίου γλυπτού στη Δωδώνη, τέχνη και η καταπίεσή της υπό την ανδροκρατική ισχύ στην Άνδρο, υπενθυμίσεις θνητότητας στους Δελφούς – η συγγραφέας έχει τον τρόπο της να εκφράζει σκέψεις για κάθε ψηφίδα του ελληνικού μωσαϊκού δίχως να εγκαταλείπει τη ροή ενός απολαυστικά ευανάγνωστου κειμένου. 

Οι «Καρτ Ποστάλ» δεν γράφτηκαν μόνο για το διεθνές κοινό. Στις σελίδες τους θα διακρίνουμε άφθονα από τα βαθύτερα γνωρίσματά μας σχετικά με τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς, την αδιάκοπη κυοφορία ερειπίων, τη θρησκεία, τις προλήψεις, το μάτι, τη στοργή προς τους πεθαμένους, τη μενταλιτέ του αδικημένου, την υστέρηση στα γυναικεία δικαιώματα, ακόμη και την τόσο ιδιόρρυθμη φορολογική συμπεριφορά μας. Όπου δεν αντικρίζει την ομορφιά, η συγγραφέας διακρίνει την αυθεντικότητα. Σε κάθε περίπτωση, ξέρει να βλέπει: «Πριν από ένα χρόνο ήμουν περισσότερο ερωτευμένη με την Ελλάδα. Πλέον έχω γνωρίσει μέρη που είναι πιο σκοτεινά». Τι απομένει; Αυτό που δεσπόζει: οι θεσπέσιες σελίδες μιας μυθιστοριογράφου που φέρνει Αλκυονίδες μέρες στην Ελλάδα με κάθε της βιβλίο. Όπως φροντίζει να τονίσει, οι «Καρτ Ποστάλ» της Victoria Hislop «είναι προπάντων ένα ταξίδι για την ψυχή των πρωταγωνιστών μου». Των οποίων η κατάληξη ήταν έκπληξη και για την ίδια: «Είπαμε, με ενδιαφέρει να ανακαλύπτω». Ανακαλύψτε τις «Καρτ Ποστάλ». 

©Marianne Wie